
Για την παράσταση του Κουρό Τανίνο (Kurō Tanino) «Sleeping fires» στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο «Sleeping fires» (αρχικός τίτλος: «Δύο τυφλές γυναίκες στις χιονισμένες νύχτες Tokugawa – Κοιμισμένες φωτιές») ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Kurō Tanino αφηγείται μια ιστορία του 18ου αιώνα που διαδραματίζεται σε μια απομονωμένη ορεινή περιοχή βόρεια του Έντο (σημερινού Τόκυο). Πρόκειται για το τρίτο μέρος μιας τριλογίας της Niwa Gekidan Penino -της θεατρικής ομάδας που ίδρυσε και καθοδηγεί ο Τανίνο- με το Διεθνές Φεστιβάλ Συμπεριληπτικών Τεχνών του Χονγκ Κονγκ «No Limits». Τα άλλα δύο μέρη ήταν το «Mother» («No Limits» 2019) και το «Fortress of smiles» (No Limits 2023).
Εκ γενετής τυφλή, η μεσήλικας Ίκου ζει με τον σύντροφό της Μανκίτσι απολαμβάνοντας την ηρεμία των βουνών και αντιλαμβανόμενη τον κόσμο μέσω της αφής. Η τυφλή χειροπράκτισσα διαβάζει τα σώματα των ανθρώπων και ανακουφίζει όχι μόνο τους σωματικούς πόνους, αλλά και τις πληγές της καρδιάς τους. Μια ημέρα, μια νεαρή τυφλή γυναίκα ονόματι Σάγια εμφανίζεται στην πόρτα της ως περιπλανώμενη τραγουδίστρια goze (o όρος εξηγείται παρακάτω) που ξέκοψε από τις συντρόφους της, ζητώντας να την προσλάβουν ως μαθητευόμενη masseuse. Κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας, τα χέρια της Ίκου ψηλαφούν το παρελθόν της Σάγια και διακρίνουν όλη την αγάπη και το μίσος που κρύβεται στην ψυχή αυτού του πληγωμένου εικοσάχρονου κοριτσιού.
Ο βαθύς σύνδεσμος ανάμεσα στις δύο γυναίκες αποκαλύπτει συμπιεσμένα πάθη, έναν θυμό που υποκρύπτει την πραγματική τύφλωση και την πιθανότητα ο τυφλός να βλέπει καλύτερα από τον βλέποντα, τουλάχιστον με γνώμονα τη γνώση του ανθρώπινου ψυχισμού, κάτι που συναντάται και στην αρχαιοελληνική παράδοση. Η όλη διαδικασία μοιάζει με θεραπευτική επίσκεψη σε κάποιον εξωπραγματικό, μαγικό χώρο όπου οι αισθήσεις εντείνονται και τα συναισθήματα κατευνάζονται χάριν της ενδοσκόπησης. To ανθρώπινο κορμί, ζωντανό και όλο οσμές και δερματικές ανωμαλίες και τατουάζ, γίνεται σημειολογικός χάρτης όπου πλοηγούνται τα χέρια της τυφλής θεραπεύτριας, αναβιώνοντας αισθήσεις, μνήμες, πάθη και τη φυλακισμένη κακή ενέργεια.
Γυναίκες goze: μια παράδοση βαθιά χαμένη στον χρόνο
Η ιστορία διαδραματίζεται στην εποχή Tenpō της περιόδου Tokugawa (1600-1868). Η ανδρική συντεχνία Tokugawa που έδραζε στο Κιότο και αποτελούσε μέρος του γενικότερου συστήματος διακυβέρνησης βασιζόταν στην κοινωνική θέση και ασκούσε απόλυτη εξουσία πάνω στους τυφλούς. Το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη εστιάζεται στην ευαλωτότητα των ατόμων με προβλήματα όρασης στην Ιαπωνία εκείνης της εποχής, καθώς και στην κατανόηση των τρόπων με τους οποίους αυτοί μπορούσαν να επιστρατεύσουν μια «ταυτότητα αναπήρου» προς όφελός τους. Εννοείται πως ο προβληματισμός αφορά και τη δική μας εποχή της συμπερίληψης.
Αποκλεισμένες από το επίσημο, ανδροκρατούμενο σύστημα συντεχνιών, οι γυναίκες goze σχημάτιζαν τις δικές τους ανθεκτικές περιοδεύουσες ομάδες, συντηρώντας τον εαυτό τους μέσω αφήγησης ιστοριών, τραγουδιού και παίζοντας τρίχορδο shamisen.
Η αφηγηματική τέχνη Tokugawa (ή Edo, 1603–1868) συνδύαζε την κλασική λογοτεχνία, τη λαογραφία και τις ιπποτικές αξίες των πολεμιστών Σογκούν. Μέσα από χειρόγραφα (emakimono), από πτυσσόμενα παραβάν (byōbu) και από ξυλότυπα (ukiyo-e), η αφήγηση της εποχής Tenpō συμπίπτει με την παρακμή της στρατιωτικής διακυβέρνησης των Σογκούν (κατά την περίοδο μπακούφου, 1192 έως 1868, οι φυσικές καταστροφές, οι πλημμύρες και μια μοιραία σιτοδεία ερμηνεύθηκαν ως «δυσαρέσκεια των Ουρανών» κατά των Σογκούν). Οι αφηγήσεις των Tokugawa που αφορούσαν τυφλές γυναίκες επικεντρώνονταν κυρίως στις ζωές των goze, γυναικών πλανόδιων μουσικών και τραγουδιστριών με προβλήματα όρασης.
Έμμεσο φεμινιστικό σχόλιο
Αποκλεισμένες από το επίσημο, ανδροκρατούμενο σύστημα συντεχνιών, οι γυναίκες goze σχημάτιζαν τις δικές τους ανθεκτικές περιοδεύουσες ομάδες, συντηρώντας τον εαυτό τους μέσω αφήγησης ιστοριών, τραγουδιού και παίζοντας τρίχορδο shamisen. Το είδος των τραγουδιών που ερμήνευαν έχει την ονομασία Jiuta (地歌), ένα είδος κοσμικής μουσικής που συνδύαζε φωνή, έγχορδο shamisen και κρουστό koto. Η ζωή τους οριζόταν από την αμοιβαία υποστήριξη και την επαγγελματική περιθωριοποίηση, επειδή στην πρωτεύουσα το μονοπώλιο στο μασάζ και τον βελονισμό το κατείχαν οι άνδρες των συντεχνιών Tōdōza. Εννοείται πως η πράξη εκδίκησης που περιλαμβάνεται στην εξιστόρηση του έργου συνιστά παράλληλα και ένα σαφές φεμινιστικό σχόλιο, αν όχι απλώς ένα σχόλιο συμπερίληψης.

Οι γυναίκες goze συνήθως άφηναν τις οικογένειές τους σε νεαρή ηλικία για να ενταχθούν σε τοπικές συντεχνίες, ή ταξίδευαν όλες μαζί σε απομακρυσμένα ορεινά χωριά, με επικεφαλής μια κορυφαία ερμηνεύτρια, έχοντας στο ρεπερτόριό τους παραδοσιακές αφηγηματικές μπαλάντες και λαϊκά τραγούδια. Για να προστατεύσουν τη φήμη τους και να διασφαλίσουν την οικονομική τους επιβίωση, οι οργανώσεις των goze επέβαλλαν αυστηρά κανόνες δεοντολογίας, οι οποίοι συχνά περιελάμβαναν την αναγκαστική αγαμία (Gerald Groemer, Goze: Blind women and musical performance in Japan). Στο κείμενο του Kurō Tanino είναι αξιοπρόσεκτη η αντίθεση αυτής της «παρθενικής» ιδιότητας με τη γεμάτη ηδονές και οργασμούς νύχτα που βιώνει η Σάγια.
Χειρονομίες μαγικές και άρωμα ανθρωπιάς
Με το στενό δυτικό μας κριτήριο μπορούμε να επιχειρήσουμε μια κάποιαν αντιστοίχιση προς την αρχαία ελληνική Τραγωδία, με τη διαφορά ότι εδώ τα μεγάλα μεγέθη βρίσκονται στα μικρά, καθημερινά αντικείμενα και στις αδιόρατες, λεπτές κινήσεις: οι σιωπές και ο ιδιότυπος τρόπος «σκυφτής» μετακίνησης μέσα στον χώρο ενός αντιπροσωπευτικού ιαπωνικού παραδοσιακού σπιτιού συνιστά δραματουργικό άξονα μεγάλης βαρύτητας, καθώς οι άνθρωποι αυτής της κουλτούρας κρύβουν απρόσμενες εκπλήξεις δραματικής έντασης πίσω από την εκ πρώτης όψεως «ταπεινή» περιβολή και στάση τους. Μεταφέρουν ένα σκεύος, δοκιμάζουν μια γεύση, καρφώνουν το μαχαίρι σ’ ένα θήραμα που ανασαίνει ακόμα, δένουν με επιδέσμους τις πληγές τους, προσεύχονται στον Βούδα, και διαρκώς βρίσκονται γονατιστοί μπροστά σε έναν βωμό που αναθυμιάζει: αυτός είναι η οικιακή εστία, το σημείο θέρμανσης του τσαγιού, το σημείο προετοιμασίας θερμαντικών συνθηκών για το μασάζ και τη μάλαξη που, κατ’ ουσίαν, σηματοδοτεί την καταβύθιση σε περιοχές των σπλάχνων και οστεϊκές συμφύσεις που η παραδοσιακή δυτική Ιατρική αγνοεί ή σνομπάρει.

Το κυνήγι και το μαγείρεμα ενός περίεργου ζώου που λέγεται tanuki, τα θερμά ιαματικά λουτρά μετά από επίπονη πορεία προς το βουνό, οι αναμμένες φωτιές στην εστία, οι δεσμίδες από ξύλα, τα κομμένα μπαμπού, τα φρέσκα αυγά της κότας, το μεθυστικό sake και τα κάρβουνα που σιγοκαίνε κάτω από το τραπέζι του μασάζ εντείνουν το μυστήριο της ατμόσφαιρας και προσδίδουν μια βαθύτατα ανθρώπινη διάσταση στη σκηνική εμπειρία. Οι εξαιρετικοί φωτισμοί του Masayuki Abe έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα και τη χιονισμένη νύχτα με σελήνη ή η αλληγορία των ματιών του χιονάνθρωπου έξω από τα παράθυρα με ρυζόχαρτο, ολοκληρώνουν τη σκηνογραφική πρόταση του Michiko Inada. Κάθε αλλαγή σκηνής ανακοινώνεται με μουσική που αναδύεται μέσα από μιαν «ηχογαβάθα» και ένα κουδουνάκι ή ένα κρουστό. Η μουσική επιμέλεια του Koji Sato είναι ιδιαίτερα υποβλητική, παρά το παραξένισμα που δημιουργεί στον δυτικό άνθρωπο ο ήχος του shamisen.
Αναζωπύρωση της φωτιάς και απρόβλεπτη ελευθερία
Ο Kurō Tanino, κατ’ επάγγελμα σκηνοθέτης και ψυχίατρος, καλεί το κοινό να ενεργοποιήσει όλες του τις αισθήσεις πέραν της όρασης: επιστρατεύει δύο τυφλές ερμηνεύτριες και τον ρεαλιστικό (με στοιχεία, βεβαίως, μαγικού ρεαλισμού) διάκοσμο ενός φτωχού ξύλινου αγροτικού σπιτιού των ιαπωνικών βουνών. Κεντρικό στοιχείο της αφήγησης κατέχει η έκδηλη σεξουαλικότητα, που κατά παράδοσιν συναντά τη βία στην ακραία της μορφή. Οι πέντε ερμηνευτές (Susumu Ogata, Ineko Kawai, Takao Shibata, Rio Sekiba και Natsue Hyakumoto) είναι άψογα μυημένοι σ’ αυτήν την τελετουργία που κινείται από τη σωματική επαφή έως την εκρηκτική απελευθέρωση της επιθυμίας και την ανάκτηση της κοσμικής ισορροπίας.
Αξιοποιώντας την ιαπωνική αφηγηματική παράδοση και επιστρατεύοντας τη βαρυσήμαντη λέξη uzumibi («sleeping fire»), ο Kurō Tanino σχολιάζει τη συντροφικότητα, τη φιλική προσέγγιση, την εμπιστοσύνη, τη μυστικότητα, την καχυποψία, την ενσυναίσθηση, τον πόνο, τη ντροπή, τον θυμό, την κρυφή ανάγκη για εκδίκηση και τη σωματοποίηση όλων αυτών: η λέξη uzumibi σημαίνει τη φλόγα από κάρβουνο που είναι θαμμένη κάτω από στάχτες. Από έξω, αυτή η χόβολη φαίνεται σβησμένη, όμως κάτω από τις στάχτες σιγοκαίει μια φλόγα που με μιαν ανάσα μπορεί να αναζωπυρωθεί. Η «φωτιά που σιγοκαίει» υποθάλπει τον θυμό, την τραυματική μνήμη, τη συμπιεσμένη επιθυμία και τη δύναμη της ζωής και έχει περισσότερο σωματική (υγρή, ακάθαρτη και σπλαχνικής υφής), παρά πνευματική υπόσταση. Όπως λέει ο δημιουργός σε συνέντευξή του, «όλοι γερνούμε, αρρωσταίνουμε, επιθυμούμε, υποφέρουμε, λαχταρούμε να αγγίξουμε τους άλλους και οδεύουμε προς τον θάνατο» – αυτό είναι το κοινό πανανθρώπινο στοιχείο που καθιστά συγκλονιστικό το έργο αυτό, που κατά την άποψή μου ήδη τοποθετείται ανάμεσα στις κορυφαίες φεστιβαλικές παραστάσεις του φετινού καλοκαιριού.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Παραγωγή: Niwa Gekidan Penino
Κείμενο και Σκηνοθεσία: Kurō Tanino
Ερμηνευτές: Susumu Ogata, Rio Sekiba, Takao Shibata, Natsue Hyakumoto, Ineko Kawai
Φωτισμοί: Masayuki Abe
Σκηνικά: Michiko Inada
Μουσική: Koji Sato





















