
Για την παράσταση του Ντένις Κέλι (Dennis Kelly) «Κουρέλι», σε σκηνοθεσία Συμεών Κωστάκογλου, στο θέατρο «Χώρος».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο θέατρο «Χώρος», το «Κουρέλι» («Debris», 2003) του ιρλανδού συγγραφέα Dennis Kelly, σε πολύ καλή σκηνοθεσία του Συμεών Κωστάκογλου. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Latchmere Theatre (σήμερα: Theatre 503) στο Λονδίνο το 2003, πριν μεταφερθεί στο Battersea Arts Centre την επόμενη χρονιά. Κεντρικό θέμα του η οικογένεια ως «μυθική οντότητα» που λειτουργεί ως μονάδα κοινωνικού ελέγχου και ως παράγοντας κακοποίησης του παιδικού ψυχισμού. Πρόκειται για χαρακτηριστικό πρώτο έργο, αντιπροσωπευτικό του θεατρικού ρεύματος In-yer-face στη Βρετανία της δεκαετίας του ’90, που διακρίνεται για το ωμό, μαχητικό του στιλ και εξεικονίζει δυσλειτουργικές σχέσεις και αστική αποξένωση.
Συνειδησιακή ροή σε δύο εκτενείς παράλληλους μονολόγους από έναν αδελφό και μιαν αδελφή: στοιχεία γκροτέσκα, τραυματικές μνήμες, κακοποίηση και βαρύ κλίμα δυστοπίας χαρακτηρίζει την παράσταση, που επιστρατεύει τη νοσηρή φαντασία και την υπερβολή του κειμένου στην εξαιρετική μετάφραση της κυρίας Μπάμπου-Παγκουρέλη, ενώ το ανοιχτό διαλυόμενο σκηνικό και το χώμα, τα λουλούδια και τα μπαλόνια συμπληρώνουν τον κενό ψυχικό χώρο. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και μια οθόνη τηλεόρασης, καθώς και η χορογραφική προσέγγιση, που επιτρέπει στους ηθοποιούς μια αμιγώς σωματική ερμηνεία. Ο Μάριος Μάνθος στον ρόλο του αδελφού και η Φανή Κουλούρη στον ρόλο της αδελφής ταιριάζουν αισθητικά και ψυχοσυναισθηματικά, έχουν βρει τους κώδικές τους και η χημεία που τους συνδέει είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, συνοδευόμενη από το υποβλητικό ηχοτοπίο που δημιουργεί επί σκηνής ο Andy Val.
Μια ιστορία για τους απόκληρους και τους αδέσποτους
Βασανιστικές, αλληλοεπικαλυπτόμενες και αιφνιδιαστικά διακοπτόμενες αφηγήσεις παραμελημένων παιδιών συνθέτουν τη σκηνοθετική προσέγγιση του Συμεών Κωστάκογλου, που «ανέγνωσε» το έργο του Ντένις Κέλι υπεράνω εποχής: αλλιώς το δυσδιάκριτο όριο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας θα ήταν αφόρητο, καθώς οι δυο αναξιόπιστοι αφηγητές παρουσιάζουν έναν κόσμο αίματος, αυτοκαταστροφής, παραβίασης των ορίων του άλλου, ηθικής σήψης και κινδύνου. Πρόκειται για μια βλάσφημη αφήγηση με στοιχεία μαύρης κωμωδίας και εντυπωσιασμού, που δύσκολα επικαιροποιείται. Ήδη τολμηρή η θεματική, συμπληρώνεται από υπερρεαλιστική και περίτεχνη εικονοπλασία στο σημείο όπου ο αδελφός βρίσκει ένα μωρό στα σκουπίδια, το αποκαλεί «κουρέλι» και προσπαθεί να το σώσει, σαν δικό του παιδί, μακριά από τον κακοποιητικό, αλκοολικό πατέρα του:
«Κάποτε πίστευα ότι τα μωρά τα βρίσκουν κάτω από τα λάχανα. Είχα ακούσει ότι τα φέρνουν οι πελαργοί, τα ρίχνουν προσεχτικά μέσα από τις καμινάδες για να προσγειωθούν λευκά χνουδωτά δεματάκια. Και κάποτε πίστεψα ακόμα και ότι ερχόμαστε σε αυτό τον κόσμο με το θαύμα της σύλληψης, της κυοφορίας και της γέννησης, τώρα όμως ξέρω ότι δεν είναι έτσι. Σαν τα μανιτάρια, τα μωρά φυτρώνουν στα σκουπίδια. Δημιουργούνται από τα σαπισμένα φύλλα, τα άδεια κουτιά της κόκα κόλας, τις σύριγγες και τις άδειες σακούλες από γαριδάκια και περιμένουν τους γονείς τους να τα βρουν. Ξέρω ότι αυτή είναι η αλήθεια. Γιατί βρήκα ένα. Δίπλα μου αυτός ο ήχος σαν θρόισμα, ένα θρόισμα δίπλα μου, στο σκοτάδι, μυρωδιά, ένα θρόισμα, ήμουν ακόμη ιδρωμένος, κρυμμένος, και δίπλα μου αυτό το θρόισμα στο, στο σκοτάδι και κοιτάζω κάτω σε μια αχτίδα από το φως του δρόμου, από τη χαραμάδα της πόρτας αναγκάστηκα να σπρώξω την πόρτα να ανοίξει για να αφήσει μια αχτίδα από το φως του δρόμου για να μπορέσω να δω, που χώθηκε στα σκουπίδια και φώτισε ένα, ένα χέρι, ένα πολύ μικρό χέρι. Ένα πολύ μικρό χέρι. Ένα πολύ μικρό μωρό. Ήταν ένα πολύ μικρό μωρό στα σκουπίδια. Απλώνω το χέρι μου, απλώνω το χέρι μου και σπρώχνω παραπέρα κουτιά από σκόνη πλυσίματος και γυναικεία καλσόν και βγάζω ένα πολύ μικρό μωρό, πράσινα κολλημένα στο κεφάλι του, καφετιά σκεπάζουν τα χέρια του, και βγάζω ένα πολύ μικρό μωρό και το σηκώνω ψηλά, ένα πολύ μικρό γυμνό παγωμένο μωρό, ένα αγόρι, ένα αγοράκι, και βγάζω ένα πολύ μικρό παγωμένο γυμνό μωρό, ένα αγόρι, το αγόρι μου, βγάζω το αγόρι μου».
«Υιε μου, υιε μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;»
Σαν να μην έφτανε η ανατρεπτική σκηνή με την πατρική-υϊκή σχέση δυο «σκουπιδιών» της ζωής, το έργο έχει ξεκινήσει με την αφήγηση της αυτοκτονίας του Πατέρα στην επέτειο των δέκατων έκτων γενεθλίων του γιου. Ο Πατέρας, αν και απουσιάζει από τη δράση επί σκηνής, δεσπόζει ως στοιχειωτική παρουσία στις ζωές των αδελφών, αντιπροσωπεύοντας την απόλυτη γονεϊκή αποτυχία. Η ιδιοφυής σκηνοθεσία της αυτοσταύρωσής του, τα βιβλικά λόγια που απευθύνει στον γιο του πεθαίνοντας («Ω γιε μου, γιε μου, γιατί με εγκατέλειψες;») και η απολογία-ανάγκη για συγχώρηση του Γιου, όλα απηχούν την καθολική ανατροφή του συγγραφέα. Άλλωστε, σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η έμφαση στην αποτυχία της πυρηνικής οικογένειας – στην εσωτερικευμένη, θρησκευτικών καταβολών παραδοχή ότι «θα έπρεπε» να λειτουργεί η πυρηνική οικογένεια ως θεσμός (μια συντηρητική παραδοχή, θα έλεγα). Το ίδιο ισχύει και με τη φιγούρα του θείου, ο οποίος επιχειρεί να πουλήσει τα παιδιά σ’ έναν παιδόφιλο, θαρρείς και οι μορφές τους βγήκαν από τα κιτάπια του Ντίκενς. Η άποψή μου είναι πως το πρωτόλειο αυτό έργο του Κέλι ουσιαστικά αναπαράγει τραυματικές σκηνές από κλασικά παιδικά διαβάσματα, δίνοντας το σπέρμα μιας μεταγενέστερης θεατρικής δημιουργίας.

Η μικρότερη αδερφή, παραμελημένη, ευάλωτη κι εξίσου ιδεαλίστρια, επινοεί τρεις διαφορετικές εκδοχές του θανάτου της Μητέρας. Ο χαρακτήρας της Κόρης συνδυάζει την αθωότητα, τη θυματοποίηση και το στοιχείο της αναξιόπιστης αφήγησης: μια γενιά εγκαταλελειμμένη, με κοινή εμπειρία κοινωνικών δοκιμασιών και αποστέρησης, μια αδελφική σχέση με ενσωματωμένη βία και αντιπαλότητα, υπερτονισμένη αίσθηση της Μητρότητας και της Θυγατρικότητας – να ποιος είναι, κατά την άποψή μου, ο συναισθηματικός πυρήνας του παράδοξου αυτού έργου. Η Μισέλ, σαν alter ego του συγγραφέα, απολαμβάνει τις πολλές αντιφατικές εκδοχές του θανάτου της μητέρας της. Στην πιο εξωφρενική από αυτές το κορίτσι, πριν από τη γέννηση του οποίου η μητέρα του πεθαίνει, κυοφορείται για μερικούς μήνες μόνο του και αναπτύσσεται στο αποσυντιθέμενο κορμί της ως φυτό.
Πρωτοπόρος του θεάτρου In-yer-face
Το έργο εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια της ενασχόλησης του Κέλι με το Εθνικό Στούντιο Θεάτρου, όταν στα αρχικά προσχέδια προστέθηκαν μη γραμμικές αφηγηματικές δομές. Έτσι ο σκληρός «μέσα στη μούρη σου» ρεαλισμός του προσέθεσε τη δυσλειτουργική οικογενειακή δυναμική των εισοδηματικά κατώτερων τάξεων της Βρετανίας στην αρχική πρόθεση κριτικής των κοινωνικών υπηρεσιών και της ταξικής ανισότητας. Ένας κόσμος δυσφορίας, δυσανεξίας, εμετικών γονεϊκών προτύπων και αντικατάστασής τους από ηθικά φθαρμένες περσόνες, κακουχίας και στέρησης, συνδυάζονται με ένα περίεργο καταναλωτικό όραμα ενός «πλουσιόσπιτου»: κάποιος στιγμιαίος δισταγμός της Αδελφής και η επανεμφάνιση του (κατά βάθος στοργικού) Πατέρα δημιουργούν ένα περίεργο δίπολο – η βαναυσότητα της μεταθατσερικής κοινωνικής πολιτικής στη Βρετανία επηρεάζει, προφανώς, το κείμενο του Κέλι. Το να «θηλάζεις» ένα μωρό/σκουπίδι με το αίμα της θηλής σου δεν είναι παρά ένας τρόπος να το προστατεύσεις από τον ζοφερό κόσμο που το περιβάλλει, εφόσον αυτό το «κουρέλι» είναι το μόνο που προσδίδει στη ζωή σου νόημα και αίσθηση του ανήκειν:
«Αυτό που συνέβη μέσα μου ήταν πως ένα όργανο μέσα στο στήθος μου διαλύθηκε, μεταβιβάστηκε από μένα, μέσα μου, έξω μου, μετατράπηκε σε χιόνι, σε ζεστασιά, σε χρυσό αίμα που όρμησε μέσα στις φλέβες μου και μετέτρεψε το μυαλό μου σε φωτιά, το σώμα μου σε φλογισμένη κραυγή, γέλιο, δεν ήξερα τι – το ένστικτο κλότσησε, μέσα μου, το ένστικτο έκαιγε σε όλο μου το σώμα σαν αδρεναλίνη, σαν τζιν, έκαιγε σε όλο μου το σώμα καταστρέφοντας το μυαλό μου σε ένα δευτερόλεπτο, σαν αστραπή, σφραγίζοντας με τη σκιά του το εσωτερικό του κρανίου μου και αντικαθιστώντας το με κάτι άλλο, κάτι καινούργιο, κάτι εντελώς διαφορετικό, ένα καινούργιο, ένα καινούργιο…Ήταν εντελώς παγωμένο. Πέθαινε. Πέθαινε. Κάθισα εκεί καμιά ώρα, ήμουνα εκεί καμιά ώρα, καθόμουνα στα σκουπίδια των άλλων με ένα μωρό που πέθαινε στην αγκαλιά μου, το κουνούσα πέρα δώθε και ήμουνα ευτυχισμένος, ω ναι, ήμουνα ευτυχισμένος (...) Και άρχισε να τρώει από το στήθος μου. Όχι γάλα, αίμα, κι εγώ αισθάνομαι σαν κύμα αυτή την αίσθηση να σκάει πάνω στο στήθος μου ξανά, πλημμυρίζοντας το σώμα μου, το μυαλό μου. Είναι αγάπη. Δεν είναι; Είναι αγάπη. Κοιτάζω το αγόρι μου, το γιο μου, το… το… να τρώει εκεί, τη… τη… ζωή να χτυπάει πάλι μέσα του, το… το… Σκουπίδι; Ερείπιο; Κουρέλι. Ωραίο όνομα. Σαν ιταλικό. Θα το στείλω και σε ακριβό σχολείο με τέτοιο όνομα. Το Κουρέλι μου. Το Κουρέλι μου».
«Θα χρειαστεί μια τηλεόραση»
Μια ιδιότυπη λεπτομέρεια του έργου είναι η συνεχής παρουσία της τηλεοπτικής οθόνης επί σκηνής, καθώς και η παγιωμένη πεποίθηση οτι «για να μεγαλώσει ένα μωρό θα χρειαστεί μια τηλεόραση»: κι αυτό γιατί η συστημική εγκατάλειψη της νέας γενιάς στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο περιλάμβανε οπωσδήποτε μια συσκευή τηλεόρασης. Ο αλκοολικός αυτόχειρας Πατέρας, η πεθαμένη Μητέρα, ο χειριστικός Θείος και η φιγούρα του Αρπακτικού Άλλου, ενός υπερτονισμένα διεφθαρμένου Παράγοντα και του Σωματοφύλακα/Γορίλα του, όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό μεγάλης ανασφάλειας. Εδώ έρχεται η τηλεόραση να διαδραματίσει τον ρόλο της διεξόδου, γι’ αυτό και η σκηνοθεσία παρουσιάζει συνεχή γκρο πλαν σε συνεχή τηλεοπτική μετάδοση. Mοιάζει σαν ο ηθοποιός να «κλείνει το μάτι» στον θεατή, εφόσον είναι ο μόνος που τον ακούει.

Ο Κέλι περιγράφει την απομόνωση των αδερφών με λεκιασμένα ρούχα και με την ένταξή τους σε ένα άγονο περιβάλλον τονίζοντας πως οι ταξικές διαιρέσεις διαιωνίζουν έναν κύκλο απόρριψης, όπου οι ευάλωτοι καλούνται να αντλήσουν νόημα ζωής από τα συντρίμμια ενός αδιάφορου συστήματος. Στο έργο του έχουν επισημανθεί επιρροές από τη Σάρα Κέιν και από τον προκάτοχό του στο ρεύμα του In- yer-face, τον Φίλιπ Ρίντλεϊ. Ο Ντένις Κέλι πάλεψε με τον αλκοολισμό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας των 20, μια εμπειρία που αργότερα «πέρασε» ως θεματική στη γραφή του. Έχει στο ενεργητικό του μια σειρά από ακανθώδη, καυστικά, πολιτικά και συχνά βίαια έργα – στην Ελλάδα ήδη έχουν ανέβει «Τα ορφανά» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και Κωνσταντίνου Μάρκελλου. Άλλα έργα του είναι το «Μετά το τέλος», το «Οσάμα ο ήρωας» και το «Έρωτας και χρήμα» Στην τηλεόραση έγινε περισσότερο γνωστός για τη φαρσοκωμωδία του BBC 3 «Pulling», ενώ μεγάλη επιτυχία σημείωσε το κείμενό του για το μιούζικαλ Matilda. Πιο πρόσφατα έγραψε το «Waiting for the Out» (2026), ένα δράμα έξι επεισοδίων του BBC, μια διασκευή από τα απομνημονεύματα του Andy West A life inside.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία-Κοστούμια: Συμεών Κωστάκογλου
Ερμηνεύουν: Μάριος Μάνθος, Φανή Κουλούρη
Μουσικός επί σκηνής: Andy Val
Δραματουργία: Εστέλ Παπαδημητρίου
Σκηνικά: Βασιλική Παρασκευοπούλου
Κίνηση: Άλκηστις Πολυχρόνη
Φωτισμοί: Στέβη Κουτσοθανάση
Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστίνα Σωτηριάδου
Φωτογραφίες – trailer: Κωνσταντίνος Καρδακάρης
Teaser: Kari.pidi
Γραφιστικός σχεδιασμός: Δανάη Παπαδοπούλου
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Παραγωγή: Ganba K.L.L






















