
Για την παράσταση «Ιβάνοφ!» του Άντον Τσέχοφ (Anton Chekhov), σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, την παράσταση του έργου του Τσέχοφ «Ιβάνοφ» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στη μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά (η ίδια μετάφραση είχε ανέβει στο Θέατρο Αμόρε το 1997, σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς), και σε σκηνογραφία Εύας Μανιδάκη. Παίζουν: Αργύρης Ξάφης, Γιάννης Νταλιάνης, Μαρία Σκουλά, Νίκος Χατζόπουλος, Θανάσης Δόβρης, Αλεξάνδρα Καζάζου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας, Ευάγγελος Βογιατζής. Είναι εκπληκτικό το πόσο μεγάλη υπήρξε η δημοτικότητα των τεσσάρων μεγάλων έργων του Τσέχοφ «Ο Γλάρος», «Ο Θείος Βάνιας», «Οι Τρεις Αδελφές», «Ο Βυσσινόκηπος», όταν ο «Ιβάνοφ» έχει παραμεληθεί παράξενα, εκτός από περιστασιακές πειραματικές αναβιώσεις. Η πιο πρόσφατη σκηνοθεσία του έργου στην Ελλάδα ήταν της Άντζελας Μπρούσκου, στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων, το 2019.
Στην πρώτη του μορφή το έργο γράφτηκε το 1887 (εννέα χρόνια πριν από τον «Γλάρο») μέσα σε δέκα μέρες, κατά παραγγελία του ιμπρεσάριου Κορς, προκειμένου να παρουσιαστεί στο θέατρό του στη Μόσχα. Το 1899, πριν να εκδοθεί και εν όψει του νέου ανεβάσματος στην Αγία Πετρούπολη, ο συγγραφέας επέφερε αλλαγές, κυρίως στην τελευταία πράξη. Την ίδια χρονιά το έργο ανέβηκε ξανά στο θέατρο του Κορς, με επιτυχία αυτήν τη φορά, και παράλληλα ο Τσέχοφ επεξεργάστηκε μια τρίτη εκδοχή για μια καινούρια έκδοση.

Συνολικά, τον απασχόλησε περιστασιακά πάνω από 10 χρόνια, ως το 1901 (Laurence Senelick, The Chekhov Τheatre: A Century of Plays in Performance, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 1997, σ. 16‐24). «Η πλοκή είναι άνευ προηγουμένου». Με αυτά τα λόγια περιέγραφε τον «Ιβάνοφ» ο Άντον Τσέχοφ σε επιστολή προς τον αδερφό του, Αλεξάντερ, τον Οκτώβριο του 1887. Το μικρό ξέσπασμα αυτοπεποίθησης μάλιστα δεν ήταν καθόλου χαρακτηριστικό για τον κορυφαίο συγγραφέα, ο οποίος μέχρι το τέλος της ζωής του έκρινε αυστηρά τον εαυτό του για τις δραματουργικές αδυναμίες του. Κι όμως, για το συγκεκριμένο έργο συνέχιζε ως εξής στην επιστολή: «Θέλησα να είμαι πρωτότυπος. Δεν αποτύπωσα έναν κακό ούτε έναν άγγελο... δεν καταδίκασα τον χαρακτήρα ούτε τον αθώωσα».
Η προσέγγιση του Γκοτσέφ
Ο Dimiter Gotscheff ανέβασε τον Ιβάνοφ το 2005 στη βερολινέζικη Volksbühne, αφού είχε καταπιαστεί προηγουμένως με όλα τα άλλα τσεχοφικά έργα, σε μια παράσταση που βραβεύτηκε από το γερμανικό περιοδικό Theater Heute ως η καλύτερη της χρονιάς, διατηρείται μέχρι σήμερα στο ρεπερτόριο και έχει περιοδεύσει ανά τον κόσμο (παρουσιάστηκε και στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2007). Μια εξίσου τολμηρή διασκευή έκανε και ο Tom Stoppard, στο Wyndham's Theatre του Λονδίνου, το 2008, με τον Κένεθ Μπράνα στον κεντρικό ρόλο.
Ο Ιβάνοφ είναι ένας ρώσος γαιοκτήμονας που εφαρμόζει τη συνήθη για τη ρωσική επαρχία τεχνική της προικοθηρίας, παίρνοντας ως σύζυγό του την εβραία Άννα Πετρόβνα. Δυστυχώς, η αποστασία της Άννας, η απόρριψη της εβραϊκής της πίστης και η μεταστροφή της στον Χριστιανισμό, αντιμετωπίζονται από μια εξίσου βίαιη απόρριψη από τους γονείς της, και έτσι, αντί για οικονομική ασφάλεια, ο Ιβάνοφ επιβαρύνεται με χρέη και μια φυματική σύζυγο. Για να ξεφύγει από την απελπισία του και την ενοχή του, καταφεύγει στην αγκαλιά της αθώας νεαρής Σάσα, που βιώνει μιαν αγνή, ιδεαλιστική και ξέφρενη μετεφηβική λατρεία γι’ αυτόν.

Ο Ιβάνοφ βλέπει τη Σάσα ως οικονομική και πνευματική του σωτήρα. Η συναισθηματική του αναταραχή, η ενοχική αποδοχή της μοίρας και η τελική πράξη ανιδιοτέλειάς του αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της αφήγησης του έργου. Η καταθλιπτική αντίστροφη πορεία του επιταχύνεται από τις ανόητες προσπάθειες των γύρω του να τον βγάλουν από την ενδοσκοπική αυτοκαταστροφή του. Πρόκειται για ένα δύσκολο έργο. Από τη φύση του αποτελείται από αυτοτελείς σκηνές, και συχνά μεγάλης έκτασης, μόνο και μόνο για να προτείνει τη μονολογικότητα – ή, αν θέλετε, τον «μοναχικό διάλογο».

Ο Χουβαρδάς ακολούθησε την άποψη του Gotscheff, με απόλυτη συνέπεια, αποκλείοντας κάθε επικοινωνιακό άξονα ανάμεσα στους ερμηνευτές του: καθένας μόνος του και όλοι ταυτόχρονα επί σκηνής ερμηνεύουν τις μικρές, ιδιωτικές τους ιστορίες κατά τρόπον ώστε αυτές να είναι ευεπίφορες σε πολλές ερμηνείες. Άλλοι είναι ιδεαλιστές και άλλοι είναι κυνικοί. Επιπλέον, δε, υπάρχει και ένα καινούργιο πρόσωπο που εισάγεται από τον κύριο Χουβαρδά, που συνοψίζει, τρόπον τινά, την ιλαροτραγική μορφή μιας κουτσομπόλας. Τον δύσκολο αυτόν, ερμαφρόδιτο ρόλο αναλαμβάνει να ερμηνεύσει ο Χάρης Φραγκούλης, περιφερόμενος με ένα καταπράσινο ταγιέρ επί σκηνής σε όλη τη διάρκεια του έργου: πρόκειται για μια γκροτέσκα μορφή, αντιπροσωπευτική της μπουρλέσκ διάστασης του έργου (Τις πληροφορίες αντλώ από το άρθρο της Κατερίνας Κωνσταντινάκου με τίτλο «Ο Ιβάνοφ του Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Ντίμιτερ Γκότσεφ: μια σύγχρονη επαναδιαπραγμάτευση ενός "έργου εν εξελίξει"». «Σκηνή», περιοδικό του Τμήματος Θεάτρου του Α.Π.Θ.)
Το σκηνικό και οι χαρακτήρες
Ας ξεκινήσω, λοιπόν, από το σκηνικό: μια διώροφη, τρόπον τινά, πρόσοψη με ένα παράθυρο ψηλά στον δεξιό τοίχο (όπου κινείται σαν ξωτικό η Σάρα, η ασθενής εβραία σύζυγος του Ιβάνοφ). Στη μέση, διάφορα έπιπλα χωρίς χρονική ταυτότητα, αλλά με μιαν έμμεση αναφορά στα '70s: σαλόνι, γραφείο, καθιστικό κήπου, κοκ, ενώ μπροστά μια πλατφόρμα «πρώτου πλάνου» για απεύθυνση στο κοινό. Οι επιμέρους χώροι του έργου είναι ενοποιημένοι, στην προσέγγιση της κας Μανιδάκη. Πίσω αριστερά, σ’ έναν αυτονομημένο σκηνικό μικροχώρο σαν σκηνή, κάθεται με την ηλεκτρική του κιθάρα ο Blaine Reininger των Tuxedomoon και τραγουδά, επισχολιάζοντας διαρκώς τα σκηνικά δρώμενα. Υπάρχει ποικιλία υφολογική στις ερμηνείες και στην ενδυμασία των ηθοποιών.

Οι ήρωες, λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, «όπως και οι χώροι, μπαίνουν κι αυτοί ο ένας μέσα στον άλλο, σαν οι χώροι να είναι στην πραγματικότητα ένας ενιαίος, ένα σύμπαν. Αλλά το ίδιο και οι συνειδήσεις: σαν να μπλέκονται, και να ζουν και να συλλαμβάνουν πολλές παράλληλες πραγματικότητες» (Συνέντευξη του Χουβαρδά στην Αργυρώ Μποζώνη, περιοδικό Lifo, 20 Ιανουαρίου 2026). Όπως γράφει η Λουίζα Αρκουμανέα, «ο Χουβαρδάς επέλεξε τη δημιουργία ενός δραματικού πεδίου και όχι την ψευδαίσθηση μιας γραμμικής εξέλιξης για την παράστασή του»: αυτή είναι η επιλογή του σκηνοθέτη, ή τουλάχιστον έτσι αντιλήφθηκα κι εγώ την παράσταση – ως μια δημόσια συζήτηση, και όχι ως μια πραγματική ανταλλαγή διαλόγων.

Πιο συγκεκριμένα, έχουμε σύντομα κομμάτια μουσικής ή μονολόγων, κραυγές και έντονη κινησιολογία (επιμέλεια της Μαρκέλλας Μανωλιάδη), ψευδο-αυτοσχεδιαστικό οίστρο, «ένα γκροτέσκο θίασο ποικιλιών σε παράταξη, ένα τσίρκο εξωτερικής ματαιοδοξίας και εσωτερικής μοναξιάς, όπου η κραυγή είναι η άλλη όψη του ψιθύρου και η υστερία η άλλη όψη της απάθειας». Η πρώτη πράξη, με τη λεπτή, νοσταλγική της ατμόσφαιρα, η κωμική πλήξη του πάρτι του Λεμπέντεφ, είναι επίπεδες. Ο γιατρός Λβοφ, η χήρα Μπαμπάκινα, η Άννα Πέτροβνα, η γριά Ναζάροβνα, όλο το σόι Λιέμπεντεφ, ο Μπόρκιν, ο κόμης Σαμπέλσκι, η Σάσα, είναι όλοι σχηματικοί. Αν και κάποιοι, σαν τον Γιάννη Νταλιάνη, ξεχωρίζουν.
Ο χαρακτήρας, τέλος, του Ιβάνοφ (άραγε πρόκειται όντως για χαρακτήρα;) από μόνος του ορίζει ποιο είναι το αντιληπτικό του σύμπαν, ο «κόσμος» του. Οι δύο μονόλογοί του δεν ανακλούν κάποια συγκροτημένη απόφαση, ούτε τη βούληση ενός προσώπου που έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα για τον κόσμο. Οικτίροντας, ουσιαστικά, τον εαυτό του και χωρίς να παρέχει στον θεατή κάποια ερμηνεία της μεταδοτικής του κατάθλιψης, ο Ιβάνοφ υιοθετεί μια ουδέτερη εκφορά λόγου (ο Αργύρης Ξάφης την πετυχαίνει απόλυτα) για να δηλώσει την υπαρξιακή του ακύρωση: «Τώρα πλέον μου φαίνεται ανοησία η αγάπη, τα χάδια γλυκανάλατα, μου φαίνεται δίχως νόημα η δουλειά, το τραγούδι και οι φλογεροί λόγοι πρόστυχα και παλιωμένα. Όπου κι αν πάω κουβαλώ την αγωνία, την κρύα πλήξη, τη δυσαρέσκεια, την απέχθεια για τη ζωή... Ξόφλησα οριστικά! Δεν υπάρχω πια. / Δεν υπάρχει πια Ιβάν Ιβάνοβιτς Ιβάνοφ. / Μιλούν για κάποιον που δεν υπάρχει. / Είμαι ο ήρωας ενός έργου που δεν αφορά πια τίποτε. / […] Είμαι νεκρός και δεν το ξέρω ακόμα; Δεν καταλαβαίνω. / Θα ’πρεπε να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα. / Πεθαίνω».
Σαφείς προθέσεις δημιουργίας μονοδράματος
Γράφει ο Δημήτρης Δουλγερίδης στα ΝΕΑ (6/11): «"Φαίνεται ότι μία από τις πηγές του Ιβάνοφ ήταν η επιθυμία του Τσέχοφ να αντιμετωπίσει το ερώτημα του περιττού ανθρώπου (σ.σ.: από τη νουβέλα του Τουργκένιεφ Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου), ενός οντολογικού τύπου που απασχόλησε τους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της Ρωσίας στα τέλη του 19ου αιώνα" γράφει ο καλός γνώστης του τσεχοφικού σύμπαντος Ρίτσαρντ Γκίλμαν στο Chekhov’s plays – an opening into eternity (Yale University Press, 1995). Αυτός ο τύπος, συνήθως αριστοκράτης ή μέλος της ανώτερης τάξης, με καλό μορφωτικό επίπεδο, δεν είχε πουθενά να διοχετεύσει τα ταλέντα του και δεν ανήκε πουθενά. Με άλλα λόγια, υπέφερε από αυτό που σήμερα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε γενικευμένη υπαρξιακή κρίση, μια κατάσταση με συγκεκριμένες κοινωνιολογικές ρίζες. Η βασική ένσταση του Τσέχοφ είναι ότι ο ρωσικός αυτός χαρακτήρας μεταθέτει την προσωπική ευθύνη στην κοινωνία. Για τον Τσέχοφ κάτι τέτοιο συνιστούσε εκτροπή και ως τέτοια έπρεπε να την εκθέσει επί σκηνής».

Είναι ο Ιβάνοφ του κύριου Χουβαρδά ένας τιποτένιος εκμεταλλευτής; Μετανιώνει ή όχι για την ευτέλειά του; Είναι κάποιο ρωσικό σύστοιχο ενός «γηρασμένου» Άμλετ; Είναι άραγε όσο τραγικός χρειάζεται (θυμάμαι την έξοχη ραδιοφωνική ερμηνεία του Χορν) αυτός ο κάθε άλλο παρά πρακτικός άνθρωπος, ο ανίκανος να αντιμετωπίσει επαγγελματικές υποθέσεις ή τις επιπλοκές της συναισθηματικής του ζωής; Ή παραμένει ένας νευρωτικός αποτυχημένος, που τουλάχιστον είναι ειλικρινής; Είναι, άραγε, η παράσταση αυτή ένα τσίρκο παραδοξοτήτων;
Γιατί όχι; Δεν θα ήταν προβληματικό κάτι τέτοιο, μετά από τόσες και τόσες υπερβάσεις του παραδοσιακού θεάτρου που έχουν γίνει αποδεκτές. Το ανεξήγητο πηγαινέλα των προσώπων επί σκηνής, η απουσία δραματουργικής ενότητας, όλα θα μπορούσαν να υποστηρίζονται σε κάποιο πλαίσιο κοινοποιήσιμης άποψης. Το πρόβλημα με αυτήν την παράσταση, όμως, είναι ότι ο θεατής (και δη ο αμύητος θεατής) δεν αντιλαμβάνεται την αισθητική του «δύσμορφου» ως άποψη, αλλά ως πραγματική δυσμορφία. Και θα γίνω πιο συγκεκριμένος: κάλλιστα, πιστεύω, θα μπορούσε να γίνεται παρέλαση των μονολόγων -μια μονοδραματική προσέγγιση- χωρίς αυτό να παράγει χάος και να γεννά αναπάντητα ερωτήματα. Η παράσταση αυτή αναμφίβολα έχει ξεκαθαρίσει τις προθέσεις της και είναι συνεπής ως προς αυτές. Όλοι οι ηθοποιοί έχουν δώσει τον καλύτερο εαυτό τους. Όλες οι προϋποθέσεις επιτυχίας της συνταγής τηρούνται. Πώς να μην αναφέρω, όμως, ότι το τελικό αποτέλεσμα είναι αμήχανο; Ακόμη και ο έσχατος μονόλογος (που παραθέτω εδώ στη μετάφραση του Δεπάστα), που κλείνει και ξανανοίγει σε μια λούπα μέχρι να σιγάσει τελείως, δεν εντάσσεται σε ένα πλαίσιο κατανόησης:
Ιβάνoφ. Ιβάν Ιβάνοβιτς. Ιβάνoφ.
Κωμωδία, λογική, κόσμος,
μελαγχολία, πόνος, θρήνος,
ενέργεια, θρησκεία, υπερηφάνεια,
συνείδηση, πουλιά, δέντρα, πλήξη,
δίκαιο, δυσφορία, οργή, αηδία,
υπερτίμηση, δυνάμεις, σακιά, πλάτη,
φορτίο, δουλειά, κεφάλαιο,
ντροπή, άνθρωπος, αδυναμία.
Κατά την άποψή μου, ακόμη και μια «αρνητική» δραματουργική εκδοχή του Ιβάνοφ (Pavis Patrice, «Ivanov: The invention of a negative dramaturgy», στο: Vera Gottlieb και Paul Allain (επιμ.), The Cambridge companion to Chekhov, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 2000), τηρουμένων κάποιων προϋποθέσεων, θα μπορούσε να εξασφαλίζει στοιχειώδη μέθεξη του θεατή. Πράγμα το οποίο η παράσταση του κύριου Χουβαρδά δεν το πέτυχε– τουλάχιστον, σε ό,τι αφορά εμένα ως θεατή.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς
Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Blaine Reininger
Κίνηση: Μαρκέλλα Μανωλιάδη
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Σχεδιασμός Video – Trailer: Παντελής Μάκκας
Στίχοι τραγουδιών: Γιάννης Χουβαρδάς, Blaine L. Reininger
Α’ Βοηθός σκηνοθέτη: Δέσποινα Λάρδη,
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Δανάη Παπακωνσταντίνου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Πολίτη
Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου
Βοηθός σχεδιάστριας φωτισμών: Παυλίνα Παπαδάκη
Γραφιστικά: Αντώνης Γλυκός
Επικοινωνία παράστασης: Ευαγγελία Σκρομπόλα
Διεύθυνση Επικοινωνίας Παράστασης & Social Media: Constantly Productions
Παίζουν: Αργύρης Ξάφης, Γιάννης Νταλιάνης, Μαρία Σκουλά Νίκος Χατζόπουλος, Θανάσης Δόβρης, Αλεξάνδρα Καζάζου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας, Ευάγγελος Βογιατζής και ο Blaine Reininger των Tuxedo Moon ερμηνεύει ζωντανά τη μουσική και τα τραγούδια της παράστασης.
Συμπαραγωγή ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ & THEATRICAL ECOSYSTEMS
Συντονισμός Παραγωγής: InScene Productions





















