
Για τις παραστάσεις «Το τεστ» του Τζόρντι Βαγιέχο Ντουάρι (Jordi Vallejo Duarri), σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη, στο Σύγχρονο Θέατρο και «Ο αρχιτέκτων» της Φώφης Τρέζου, σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου, στο Θέατρο 104.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Το τεστ» του Τζόρντι Βαγιέχο Ντουάρι, σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη
Είδα, στο Σύγχρονο Θέατρο, «Το τεστ» του Τζόρντι Βαγιέχο Ντουάρι, στην εξαιρετική σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη: ένα έργο που θέτει υπό αμφισβήτηση τις βεβαιότητές μας, σ’ έναν ύστερο καπιταλιστικό κόσμο όπου το χρήμα έχει φθείρει κάθε άλλη αξία και έχει τελεσίδικα διαβρώσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Επιστρατεύοντας και ζωντανή κινηματογράφηση, η παράσταση επιτρέπει στον θεατή να μπει και στα «ενδότερα» του σκηνικού, διευρύνοντας την αντίληψή του για τις συγκρούσεις που αρθρώνουν το έργο.
![]() |
|
Το έργο πραγματεύεται την αντιπαράθεση διαφορετικών αξιακών συστημάτων, με τα υλιστικά κίνητρα να επικρατούν θεαματικά. |
Διότι πρόκειται για κατεξοχήν έργο συγκρούσεων: η Πάουλα και ο Έκτωρ αντιμετωπίζουν χρέη και ο φίλος τους Τόνι προσφέρεται να τους βοηθήσει οικονομικά, θέτοντάς τους ένα δίλημμα: είτε να τους δώσει εκατό χιλιάδες ευρώ τώρα, είτε ένα εκατομμύριο ευρώ σε δέκα χρόνια. Την ιδέα δανείζεται από ένα τεστ προσωπικότητας που υποβάλλει στους πελάτες της η ερωμένη του Μπέρτα, χωρίς να ζητήσει την άδειά της. Έτσι, το εικονικό δίλημμα της Ψυχολογίας μετατρέπεται σε πρακτικό δίλημμα της καθημερινότητας: εκ των πραγμάτων θα τεθούν υπό κρίσιν όλες οι πρότερες αξιολογήσεις του ζευγαριού, η ακεραιότητά τους, η συνέπειά του προς τα πιστεύω και τις αρχές τους, ακόμη και το μέλλον της κόρης τους.
Ο Έκτωρ, παλιός ροκάς, είναι κατά κανόνα αποτυχημένος, το μπαρ που διατηρεί υπολειτουργεί και, επιπλέον, αρνείται να υποταγεί στις προτάσεις καριέρας που του κάνει ο πεθερός του. Στη δική του πλάστιγγα ζυγίζονται τόσο η αγάπη του για την Πάουλα και η εμπιστοσύνη εκείνης προς αυτόν, όσο και η ερωτική πίστη μεταξύ τους. Το έργο πραγματεύεται την αντιπαράθεση διαφορετικών αξιακών συστημάτων, με τα υλιστικά κίνητρα να επικρατούν θεαματικά.
Υπαρξιακή κωμωδία
Οι κρυφές, ανομολόγητες πτυχές των ερωτικών και φιλικών σχέσεων και τα ετοιμόρροπα όρια ανάμεσα στη συντροφικότητα και το «βόλεμα» αποδίδονται με μεγάλη ευφυΐα από τον συγγραφέα, αλλά και από την πολύ καλή μετάφρασή του στα ελληνικά. Ο κύριος Σουγάρης ξέρει καλά την τέχνη του σκηνοθέτη, μπορεί δραματουργικά να χειριστεί ένα κείμενο και να το απογειώσει ώστε να είναι έργο ψυχαγωγικό και έργο προβληματισμού ταυτόχρονα. Η μουσική εντείνει την αίσθηση της ανησυχίας για τις ισορροπίες που διακυβεύονται, ενώ έπαινο δικαιούνται η σκηνογράφος Τίνα Τσόκα και η ενδυματολόγος Βασιλική Σύρμα. Ο Αλέκος Αναστασίου επιτυγχάνει ονειρικούς φωτισμούς κατά τις συνομιλίες του εκατομμυριούχου Τόνι με το ρομπότ Αλέξα. Η όλη παραγωγή αποπνέει επαγγελματισμό και δίνει στον θεατή μιαν αίσθηση ποιότητας που πολύ απέχει από τη μετωπική, μπουλβάρ αντιμετώπιση παρόμοιων έργων του παγκόσμιου δραματολογίου.
![]() |
|
Καλογραμμένο έργο, με λεπτό χιούμορ, εύστοχες ατάκες, αιχμηρή, καυστική επισήμανση των ανθρώπινων αδυναμιών και προσγειωμένη έκβαση |
Ο Νίκος Πολυδερόπουλος είναι αποκάλυψη στον αβανταδόρικο ρόλο του Έκτορ. Στον ρόλο της δογματικής, οικολογικά ευαισθητοποιημένης Πάουλα η Ηλέκτρα Νικολούζου αποδίδει άψογα τους δισταγμούς, τις αλλαγές διάθεσης, το «ζύγισμα» διαφορετικών αξιών και την αναποφάσιστη στάση απέναντι στον σύντροφό της. Στον ρόλο του νεόπλουτου, κακομαθημένου «καπιταλιστή» Τόνι που διαθέτει σπίτι με κομπιούτερ «Αλέξα» και πίνει κρασί των 1300 ευρώ, ο Χάρης Τζωρτζάκης δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Στον ρόλο της αντιπαθητικής αλλά ιδιαίτερα τρωτής ψυχολόγου Μπέρτας, η Ναταλία Σουίφτ αποδεικνύει επί σκηνής τη θεαματική της εξέλιξη ως ηθοποιού. Στον ρόλο του πεθερού δίνει ρεσιτάλ δια μέσου οθόνης ο Γιάννης Νταλιάνης.
Θα άξιζε λοιπόν να παραταθεί, ώστε να προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο και πιο απαιτητικό κοινό.
Καλογραμμένο έργο, με λεπτό χιούμορ, εύστοχες ατάκες, αιχμηρή, καυστική επισήμανση των ανθρώπινων αδυναμιών και προσγειωμένη έκβαση, εντάσσεται σε μια νέα παράδοση ισπανικού κοινωνικού θεάτρου που διαπρέπει στις μαύρες κωμωδίες και στη σαρκαστική διαχείριση της υποκρισίας των ανθρώπινων σχέσεων. Ελπίζω να επαναληφθεί και σε μια προσεχή θεατρική σαιζόν, γιατί το δέσιμο των ηθοποιών μεταξύ τους και με τον σκηνοθέτη είναι πολύ εμφανές στην παράσταση αυτήν. Θα άξιζε λοιπόν να παραταθεί, ώστε να προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο και πιο απαιτητικό κοινό.
Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Διασκευή-Σκηνοθεσία-Σκηνική επεξεργασία μετάφρασης-Σχεδιασμός video: Χρήστος Σουγάρης
Σκηνικό: Τίνα Τζόκα
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: RSN
Σχεδιασμός Φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός Σκηνοθέτη-Δραματουργική επεξεργασία: Στέλλα Παπακωνσταντίνου
Βοηθός Σκηνογράφου: Κυριακή Φόρτη
Βοηθός Ενδυματολόγου: Άννα Λεοντιάδου
Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Οργάνωση Παραγωγής: Ρόζα Καλούδη, Βαγγέλης Βογιατζής
Videographer/Trailer/Teaser: Θωμάς Παλυβός
Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης
Γραφιστικά: Δημήτρης Γκέλμπουρας - forbidden.designs
Social media/Διαφήμιση: Renegade / Βασίλης Ζαρκαδούλας
Επικοινωνία - προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία
Παραγωγή: Λυκόφως - Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά)
Ηλέκτρα Νικολούζου
Νίκος Πολυδερόπουλος
Χάρης Τζωρτζάκης
Ναταλία Σουϊφτ
«Ο Αρχιτέκτων» της Φώφης Τρέζου, σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου
Είδα, στο Θέατρο 104, το κωμικό μονόπρακτο «Αρχιτέκτων» της Φώφης Τρέζου, σε σκηνοθεσία της Ζωής Ξανθοπούλου. Το έργο αυτό (1963) το πρωτοανέβασε η Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 1971 και έκτοτε ανέβηκε καμια δυο φορές ακόμη από διάφορα σχήματα, μαζί με άλλα μονόπρακτα (για παράδειγμα, τους τρεις ρόλους του έργου έχουν ερμηνεύσει ο Θανάσης Τσακνάκης, η Ξένια Γεωργοπούλου και ο Γιώργος Μάρδας).
Το κείμενο είναι εν μέρει εμπνευσμένο από την προσωπική γνωριμία της συγγραφέως με τον σπουδαίο αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη, που είχε προσκολληθεί, προς το τέλος του βίου του, σε διάφορες θεωρητικές εμμονές ως προς τον σχεδιασμό των σπιτιών.
![]() |
|
Ο κεντρικός ήρωας είναι ο τύπος του αρχιτέκτονα που τοποθετείται τόσο αδιαπραγμάτευτα υπέρ της φόρμας, ώστε κανένας κακομαθημένος αστός (εθισμένος, όπως είναι, στην πολυτέλεια και την άνεση) να μην συντάσσεται με τη δική του θέση. |
Με αφορμή την περίπτωση του Άρη Κωνσταντινίδη, για τον οποίον κάθε οικοδόμημα «δεν είναι μονάχα μια κατασκευή... αλλά κάτι που βγαίνει από το έδαφος όπως ένα φυτό, ένα δέντρο ένα λουλούδι», η Φώφη Τρέζου φιλοτέχνησε έναν αρχιτέκτονα που κατασκευάζει «σπίτια-δοχεία ζωής» κατά το δικό του μοντέλο λιτού βίου, που βεβαίως κρίνει ότι πρέπει να έχει καθολική ισχύ. Που θεωρεί ότι μόνον εκείνος ξέρει τι σημαίνει ποιοτική διαβίωση σ’ έναν χώρο φτιαγμένο από αδρή ύλη, ακόμη και αν τα σχέδιά του και οι χρωματικές του επιλογές αντιβαίνουν στην αισθητική των αστών. Είναι ο τύπος του αρχιτέκτονα που τοποθετείται τόσο αδιαπραγμάτευτα υπέρ της φόρμας, ώστε κανένας κακομαθημένος αστός (εθισμένος, όπως είναι, στην πολυτέλεια και την άνεση) να μην συντάσσεται με τη δική του θέση.
Στα όρια της παράνοιας
Καθ’ υπερβολήν η συγγραφέας παραδίδει ένα κείμενο ελαφρώς υπερρεαλιστικών προδιαγραφών, όπου η υπερβολή στην απόδοση του ψυχισμού του Αρχιτέκτονα (όπως σχολίασε, παλαιότερα, ο Λέανδρος Πολενάκης) παραπέμπει υφολογικά στο θέατρο του Αραμπάλ: ο συγκεκριμένος δημιουργός αισθάνεται θεόπνευστος και ταυτίζεται απολύτως με το δημιούργημά του, σε σημείο να μην μπορεί να διακρίνει τις πρακτικές παραμέτρους της ζωής μέσα σ’ αυτό. Το αντιμετωπίζει ως αδιαπραγμάτευτο έργο αισθητικής τελειότητας και, ως εκ τούτου, το προσωποποιεί, το λατρεύει και υπεραμύνεται της ακεραιότητάς του – η οποία, σημειωτέον, περιλαμβάνει και την αφαιρετική (έως μηδενική) επίπλωση, καθώς και τη θέση των κατοίκων (και πελατών του) μέσα στον νεόδμητο χώρο. Γι’ αυτόν η Αισθητική (απόσπασμα από την εισαγωγή στην Αισθητική του Μπάουμγκάρτεν διαβάζει στην αρχή) είναι το μοναδικό του καταφύγιο, η μόνη οδός αντιμετώπισης του χάους του κόσμου.
![]() |
|
Στην ερμηνεία του ο Γιώργος Παπαπαύλου εντάσσει και τα τρωτά στοιχεία και την ανασφάλεια αυτού του χαρακτήρα, που θα συγκρουσθεί ευθέως με το ζευγάρι των ενοίκων. |
Η μεταβλητότητα του ανθρώπινου όντος, πιστεύει ο Αρχιτέκτων, το καθιστά αναξιόπιστο, πράγμα που μπορεί κατά την άποψή του να αποβεί ολέθριο για το οικοδόμημα: τεχνοκράτης, θεωρητικός που δεν άπτεται της πραγματικότητας, αιθεροβάμων, μεγαλομανής και επηρμένος, επεμβαίνει δραστικά και με ξεκαρδιστικό τρόπο στην ιδιωτική ζωή των κακομαθημένων bourgeois πελατών του, καιροφυλακτώντας να τους συλλάβει επ’ αυτοφώρω όταν... παραβαίνουν τις ρητές εντολές του για αισθητικά άρτιον βίον.
«Οι τοίχοι μόνο μένουν»
Αυστηρότητα ως προς τις αναλογίες, ρητά εκπεφρασμένες απόψεις για τις επιτρεπτές εντός οικίας διαδρομές, βηματισμοί προσεγμένοι, σημεία απαγορευμένα (όπως η ταράτσα), κιγκλιδώματα στενόχωρα σε σκάλες που δεν επιτρέπουν εσφαλμένες κινήσεις, απόλυτη αρμονία που μετατρέπεται σε ασφυκτική μέγγενη για τους ενοίκους: η απόλυτη παγίδευση, που στην παράσταση της Ζωής Ξανθοπούλου αποδίδεται με την προσεγμένη κινησιολογία της Μαρίζας Τσίγκα, που την εκτελούν ο Γιώργος Παπαπαύλου και το ζεύγος των Θεόφιλου Μακρή και Μαρίνας Φλωροπούλου. Κάθε προσπάθεια αυτονόμησης από τον Αρχιτέκτονα είναι μάταιη, εφόσον πλέον ο δημιουργός έχει στοιχειώσει το δημιούργημα. Χιούμορ, παρεξηγήσεις και κωμικά γκαγκς, σε κάποια σημεία πανικός, ονειρικό κλίμα και μια άγρια ευφορία εγκεφαλικού τύπου συνθέτουν αυτό το γκροτέσκο μονόπρακτο, που φαίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ.
![]() |
|
Εφάμιλλοι του πρωταγωνιστή στέκουν επί σκηνής ο Θεόφιλος Μακρής και η Μαρίνα Φλωροπούλου |
Ο Γιώργος Παπαπαύλου υποδύεται έξοχα τον πρωταγωνιστικό ρόλο, διαχειριζόμενος τον αρχιτέκτονα ως φορέα μιας Ιδέας και ενός αδιάλλακτου συστήματος αντίληψης της πραγματικότητας: αυτό περιλαμβάνει τα χαρακτηρολογικά γνωρίσματα της έπαρσης, της μεγαλαυχίας και του ναρκισσισμού. Στην ερμηνεία του ο Γιώργος Παπαπαύλου εντάσσει και τα τρωτά στοιχεία και την ανασφάλεια αυτού του χαρακτήρα, που θα συγκρουσθεί ευθέως με το ζευγάρι των ενοίκων. Εφάμιλλοι του πρωταγωνιστή στέκουν επί σκηνής ο Θεόφιλος Μακρής και η Μαρίνα Φλωροπούλου, ενώ το παιχνίδι φωτός και σκοταδιού της Κατερίνας Σαλταούρα καταργεί το όριο πλατείας και σκηνής και λειτουργεί γαργαλιστικά στην απόδοση της παρακολούθησης του ζευγαριού από τον Αρχιτέκτονα.
Στο εύθραυστο κοσμοείδωλο αυτού του ανθρώπου το μόνο που επιβιώνει είναι οι τοίχοι: κι αυτό είναι ένα φιλοσοφικό σχόλιο για την ευαλωτότητα και τον εφήμερο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η δραματουργία διευρύνει τα όρια της συμβολικής αυτής φιγούρας, που κάλλιστα θα μπορούσε να ενταχθεί στην τυπολογία μιας σύγχρονης πικρής κωμωδίας και άνετα θα μπορούσε να είναι το προσωπείο που υποκρύπτει κάθε εκδοχή αυταρχισμού του δημιουργού. Είτε ο τύπος αυτός αρχιτέκτονα εκπροσωπεί μια συγκεκριμένη κατηγορία καλλιτεχνών, είτε εκπροσωπεί έναν ανθρωπότυπο εξουσιαστή/βασανιστή, σε κάθε περίπτωση ο καλός ηθοποιός αναδεικνύει όλες τις πτυχές και τις ιδιαιτερότητές του, σκόπιμα επιστρατεύοντας μεγάλη δόση υπερβολής. Στο εύθραυστο κοσμοείδωλο αυτού του ανθρώπου το μόνο που επιβιώνει είναι οι τοίχοι: κι αυτό είναι ένα φιλοσοφικό σχόλιο για την ευαλωτότητα και τον εφήμερο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου
Δραματουργική επεξεργασία: Ζωή Ξανθοπούλου-Γιώργος Παπαπαύλου
Παίζουν: Γιώργος Παπαπαύλου, Θεόφιλος Μακρής, Μαρίνα Φλωροπούλου
Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης
Πρωτότυπη Μουσική/ Ενορχήστρωση: Γιώργος Ατσικνούδας
Φωτισμοί: Κατερίνα Σαλταούρα
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble
Παραγωγή: ΑΜΚΕ – ATHENIAN CULTURAL ASSOCIATION
Οργάνωση/Διεύθυνση παραγωγής: Αλέξανδρος Αποστολάκης



























