
Για την παράσταση «Ο Αμερικάνος», βασισμένη στο ομότιτλο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου στο θέατρο «Ροές».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο θέατρο «Ροές» είδα επιτέλους την παράσταση του Θανάση Σαράντου «Ο Αμερικάνος», βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1891), που παρουσιάζεται σε διάφορες σκηνές της χώρας ήδη από το 2009, όταν πρωτοανέβηκε σ’ ένα μικρό θέατρο του Μεταξουργείου και που αγαπήθηκε πολύ από το κοινό, για τους λόγους που θα παραθέσω.
Ο κύριος Σαράντος αυτοσκηνοθετήθηκε και επέλεξε τη μουσική συνοδεία (στο πιάνο) του Αλέξανδρου Αβδελιώδη (ο νεαρός και άξιος πιανίστας παίζει ζωντανά τη μουσική του Λάμπρου Πηγούνη, συντεθειμένη ειδικά για την παράσταση του «Αμερικάνου»). Πρόκειται, φυσικά, για έναν μονόλογο υψηλών ερμηνευτικών απαιτήσεων, εφόσον το κείμενο του μεγάλου σκιαθίτη συγγραφέα συντίθεται από μιαν ακραιφνή καθαρεύουσα στα αφηγηματικά μέρη και μιαν εξίσου ακίβδηλη «ρωμέικη» διάλεκτο στους διαλόγους, με όλα τα ιδιώματα, ακόμη και τους σολοικισμούς που αυτή περιλαμβάνει.
Οι χαρακτήρες του Παπαδιαμάντη
Τοῦ Δημήτρη τοῦ Μπέρδε τὸ μαγαζὶ ὡμοίαζε, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, μὲ βάρκαν, κατὰ τὸ φαινόμενον φουρτουνιασμένην, δευτερόπρυμα πλέουσαν, πληττομένην ὑπὸ τῶν κυμάτων
Ο πρώτος λόγος για τον οποίο η παράσταση αυτή αγαπήθηκε είναι η υπόμνηση οικείων παραστάσεων, που όλοι οι Έλληνες ξαναφέρνουν στον νου τους κάθε παραμονή Χριστουγέννων. Ένας μετανάστης ελληνικής καταγωγής αποβιβάζεται μόνος και έρημος με μια βαλίτσα στην προβλήτα του λιμανιού της Σκιάθου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Επικρατεί δριμύ ψύχος. Κάποιοι ναυτικοί, κάποιοι εμποροπλοίαρχοι και ο αρχηγός της πολιτοφυλακής συχνάζουν σ’ ένα καπηλειό, όπου «οἰνόφλυγες» θα παρακολουθήσουν μαζί μας την εμφάνιση του ξένου, του Γιάννη τ' μπαρμπα-Στάθη τ᾽ Μοθωνιοῦ, που απουσίασε από τον τόπο για είκοσι χρόνια κι έχει κυριολεκτικά μεταμορφωθεί σε έναν άγνωστο:
«ἄνθρωπος ὑψηλός, καλοφορεμένος, ὣς σαρανταπέντε ἐτῶν, ὡραῖος, ἀνοικτοπρόσωπος, ἐξυρισμένος μύστακα καὶ γένειον, πλὴν ὀλίγων τριχῶν ὑπὸ τὸν πώγωνα καὶ πρὸς τὸν λαιμόν, μὲ παχεῖαν χρυσῆν καδέναν ἐπὶ τοῦ στήθους, ἀφ᾽ ἧς ἐκρέμαντο μικρὸν ἐγκόλπιον καί τινες βῶλοι χρυσοῦ. Ποίας φυλῆς, ποίου κλίματος ἦτο, δυσκόλως ἠδύνατο νὰ εἰκάσῃ τις. Ἐφαίνετο ἀποκτήσας οἱονεὶ ἐπίχρισμα ἐπὶ τοῦ προσώπου, ὡς προσωπίδα τινὰ ἄλλου κλίματος, εὐζωίας καὶ πολιτισμοῦ, ὑφ᾽ ἣν ἐλάνθανε κρυπτομένη ἡ ἀληθὴς καταγωγή του. Ἐβάδιζε μὲ βῆμα ἀβέβαιον, ρίπτων βλέμμα ἔτι ἀβεβαιότερον πρὸς τὰ περὶ αὑτὸν πρόσωπα καὶ πράγματα, ὡς νὰ προσεπάθει νὰ κατατοπισθῇ ὅπου ἦτο».
Μεγάλο εύρος ερμηνείας
Ο δεύτερος λόγος της επιτυχίας της παράστασης είναι πως όλοι οι χαρακτήρες του διηγήματος ζωντανεύουν επί σκηνής με την ερμηνεία ενός και μόνου ηθοποιού που υποδύεται, πρωτίστως, τον έπηλυ «Αμερικάνο» και, παράλληλα, υποδύεται και όλους τους ανθρώπινους χαρακτήρες που περιβάλλουν τον νεοφερμένο, πασχίζοντας να συνάψουν μαζί του μια «κονβερσατσιόνε»: ένας είναι «γυμνόστερνος καὶ γυμνόπους», άλλος έχει «ἄσπρον σκοῦφον, λευκὸν μύστακα, χονδροὺς χαρακτῆρας και χονδρὴν φωνὴν», ενώ υπάρχει και η γρια μάνα, η θεια-Κυρατσώ η Μιχάλαινα, «κυρτή, μὲ μαύρην μανδήλαν». Υπάρχουν και οι τρεις αχθοφόροι: «Ὁ εἷς τῶν τριῶν, ὁ Στογιάννης ὁ Ντόμπρος, σερβομακεδὼν τὴν καταγωγήν, ὑπεκρίνετο τὴν ἀρκούδαν, κ᾽ ἐχόρευεν, ὁ δεύτερος ἐκεῖνος ὅστις πρὶν ἔλεγε τὰ τραγούδια, ὁ Παῦλος ὁ Χαλκιᾶς, εἶχε μουντζουρωθῆ κ᾽ ἔκαμνε τὸν ἀρκουδιάρην. Ὁ τρίτος, ὁ καὶ πρόεδρος τῆς συντεχνίας, ὁ Βαγγέλης ὁ Παχούμης, λασιόστηθος, γυμνόπους, μὲ τὸ παντελόνι συνήθως ἀνασηκωμένον μικρὸν κάτω τοῦ γόνατος».

Ο «Αμερικάνος» επιστρέφει με την ισχνή ελπίδα να ανακτήσει το σπιτικό, τους ανθρώπους και την παρατημένη μνηστή του. Όμως οι άνθρωποί του έχουν πεθάνει, το σπίτι του έχει κατεδαφιστεί και η σημαντικότερη μορφή του διηγήματος είναι η χλωμή εικόνα της Μελαχρώς, για την οποία πια ο ήρωας δεν τρέφει την παραμικρή ελπίδα, θεωρώντας πως θα έχει πια φτιάξει τη ζωή της, και «εκ δεισιδαίμονος φόβου» δεν τολμά καν να ρωτήσει για την τύχη της. Προς εξυπηρέτησιν του αίσιου τέλους της αφήγησης, όμως, ο Παπαδιαμάντης βάζει τη Μελαχρώ να τον περιμένει, ως άλλη Πηνελόπη:
«καὶ τιμημένη ἦτον, καὶ μορφοδούλα, ἡ μόνη κεντήστρα τοῦ χωριοῦ μας, καὶ προικιὰ εἶχε καλά. Μὰ τὸ Μελαχρὼ δὲ θέλησε κανέναν, ὅσο ποὺ ἀπέρασαν τὰ χρόνια κ᾽ ἔγινε κι αὐτὴ γεροντοκόριτσο. Καὶ μὲ τὸ ἂχ καὶ μὲ τὸ βάχ, ἀδυνάτισε τώρα κ᾽ ἐχλώμιανε, μὰ ὣς τόσο, ὅταν ἡ γυναίκα ἔχῃ καλὸ σκαρί, δύσκολα γεράζει. Ἀκόμα τὸ λέει, βρὲ παιδιά, θὰ εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ τριανταπέντε, καὶ φαίνεται νὰ εἶναι ὣς εἰκοσιπέντε· ἔτυχε μιὰ μέρα νὰ τὴν ἰδῶ, ποὺ τοὺς κουβάλησα ἕνα σακκὶ ἀλεύρι· ὅσο τὴν κοιτάζῃς, τόσο νοστιμίζει!»
Πέραν της ηθογραφικής προσέγγισης
Η γλώσσα, τα ήθη, ο τρόπος συναλλαγής, ακόμη και η «μονέδα» του τόπου είναι άγνωστα στον Αμερικάνο, παρά το προφανές της εντοπιότητάς του. Ωστόσο, ένα είδος «επιπνοίας» καθιστά δυνατή την κατανόηση, ιδιαίτερα στα σημεία όπου το ενδιαφέρον του είναι οξυμμένο:
«Ἀντικρὺ τῆς ὑέλου τοῦ μικροῦ παραθύρου, τοῦ ἔχοντος τὸ ἓν παραθυρόφυλλον ἀνοικτόν, ἦτο ἡ ἑστία, μὲ ἀσθενὲς πῦρ καῖον, μὲ ἕνα δαυλὸν σπινθηρίζοντα, μὲ τὸ κανδήλι ἀνημμένον πρὸ τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἐκεῖ ὑψηλά. Παρὰ τὴν ἑστίαν ἐκάθητο γυνή τις, νέα ἀκόμη, ὡς ἐφαίνετο, στηρίζουσα τὴν κεφαλήν της ἐπὶ τῆς χειρός, συλλογισμένη, θλιμμένη. Ἐκίνει δὲ τὰ χείλη, καὶ ἡ φωνή της ἐψιθύριζε κάτι, καὶ ὁ ψίθυρος ἀπετέλει ἐλαφρὸν μινύρισμα ᾄσματος, μὲ ἀσθενῆ φωνήν, καθαρὰν μὲν καὶ παρθενικήν, ἀλλὰ μαραμμένην».

Ο τρίτος λόγος για τον οποίον το κείμενο αυτό συγκινεί και θα συγκινεί στο διηνεκές είναι η έντονη εικονοπλασία του: οι μυρωδιές, οι ήχοι, το τοπίο, συμμετέχουν στο συναίσθημα του ήρωα. Το πιο κινηματογραφικό/εικαστικό μέρος της δραματουργίας, με τη συνδρομή των ατμοσφαιρικών φωτισμών του σκηνοθέτη, είναι πως τα παιδιά του νησιού ψάλλουν τα κάλαντα κρατώντας φανάρι:
«τὰ διασταυρούμενα καὶ φεύγοντα κατὰ διαφόρους διευθύνσεις, ὡς λάλημα χειμερινῶν στρουθίων, ᾄσματα τῶν παίδων τῆς γειτονιᾶς, οἵτινες ἐπισκεπτόμενοι τὰς οἰκίας, ἔψαλλον τὰ Χριστούγεννα: φωναὶ ἀθῷαι, ἄχροοι, χαρωπαί, φωναὶ παιδικῆς χαρᾶς καὶ εὐθυμίας».
Η γοητευτική ατμόσφαιρα της παράστασης δεν αφορά μόνο τα τραγούδια των παιδιών, τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα με τα φρεσκοπλυμένα, απαστράπτοντα τζάμια και τα φανάρια στον εξώστη, τα κεριά που στάζουν, τις καμπάνες της χαρμόσυνης ημέρας, τα τσουγκρίσματα των ποτηριών και τον κρότο των κερμάτων στον πάγκο του καπηλειού. Αφορά και ένα νεφελώδες, σκοτεινό συναίσθημα, γνωστό σε όλους τους Έλληνες: τη νοσταλγία του ανθρώπου που έχει ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, δεν έχει στείλει ούτε ένα γράμμα και τώρα πατάει τα πάτρια χώματα. Και, παράλληλα, έναν νόστο ευρύτερο, υπαρξιακό, καθώς η Ελλάδα δεν είναι τυχαία η πατρίδα της Οδύσσειας.

Ο λαός μας ανέκαθεν μετανάστευε, εντός και εκτός της χώρας, αντιμετώπιζε πάντα το ενδεχόμενο της επιστροφής και τη δυσκολία επαναπροσαρμογής στον γενέθλιο τόπο, βίωνε μια Ελλάδα που τον έδιωχνε, αλλά παράλληλα τον μάγευε κιόλας. Αυτό το αμφιθυμικό συναίσθημα το απέδωσε επί σκηνής ο Θανάσης Σαράντος αφηγούμενος, τραγουδώντας, χορεύοντας, γελώντας και κλαίγοντας, φορώντας καπαρντίνα και καπέλο και κουβαλώντας μια βαλίτσα και λίγα «ντόλαρς», πάνω σε μιαν άδεια σκηνή και με μοναδική συνοδεία ενός πιάνου, που μεταμορφώνεται και σε σαντούρι.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία-Ερμηνεία-Φωτισμοί: Θανάσης Σαράντος
Μουσική σύνθεση: Λάμπρος Πηγούνης
Μουσικός επί σκηνής: Αλέξανδρος Αβδελιώδης
Σκηνική επιμέλεια-video-κοστούμι: Λίνα Μότσιου
Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου, Τάσος Θώμογλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοφάνης Μιλλεούνης
Παραγωγή: εταιρεία θεάτρου Ηθικόν Ακμαιότατον
























