
Για την παράσταση του Suyako (Βασίλη Μαγουλιώτη) «Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» στο Θέατρο Προσκήνιο.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Θέατρο Προσκήνιο, τη «Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» του Suyako (Βασίλη Μαγουλιώτη), σε σκηνοθεσία του ιδίου. Το έργο διαδραματίζεται στη δεκαετία του 2010 στην Αργεντινή (που είναι ένας locus εναλλακτικός για την Ελλάδα).
Ένας μεσήλικας περφόρμερ, ποιητής και visual artist που έχει αφήσει εποχή με την αναρχική πολιτική του δράση, έχει φυλακιστεί και έχει δημιουργήσει έναν θρύλο γύρω από το όνομά του, καλείται σε ώριμη ηλικία να συνεργαστεί καλλιτεχνικά στην τελετή των εγκαινίων ενός νέου ιδιωτικού θεσμού του Μπουένος Άιρες, που πρόκειται να στεγάσει, να χρηματοδοτήσει και να υποστηρίξει με κάθε τρόπο την πρωτοπορία στην Τέχνη: το νεόδμητο Ίδρυμα Πολιτισμού Sanchez στήνεται πάνω στην εκμετάλλευση της εργασίας των άλλων (ο Σάντσεζ είναι ένας απ’ αυτούς τους επιτυχημένους επιχειρηματίες που έφτιαξαν την αμύθητη περιουσία τους βυθίζοντας αύτανδρα καράβια και παίρνοντας τις ασφάλειες).

Ο Χούλιο Τόγκα κοινοποιεί στην ομάδα του τα διλήμματά του για τη συνεργασία μ’ έναν θεσμό που στα μάτια του εκπροσωπεί τη χειρότερη εκδοχή του κατεστημένου: θέτει ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο της Τέχνης, με την ευθύνη του καλλιτέχνη και με την ειλικρίνεια των δηλώσεών του. Νιώθει ότι η ανάληψη αυτής της θέσης τον εντάσσει στη χορεία εκείνων που ως ακτιβιστής πολεμά σε όλη του τη ζωή. Με χιούμορ, σαρκαστική διάθεση και ανατρεπτικές εκφράσεις υποδύεται τον «βολεμένο», παρά τις αντιρρήσεις της πρώην συντρόφου και τώρα φίλης του Άλμα (alma είναι η «ψυχή» του καλλιτέχνη), παρά τα ειρωνικά σχόλια των νεώτερων ομοϊδεατών του, που ανήκουν σε μια γενιά πιο προσγειωμένη – χαρακτηριστικός είναι ο χλευασμός του Χούλιο προς τις νεανικές «πρωτοπορίες» που δρουν και ενεργοποιούνται «στην άκρη της πόλης», καθώς και οι αντιδράσεις που προκαλεί αυτός ο χλευασμός.
«Με ποιανού τα λεφτά θα κάνεις εσύ Τέχνη;»
Όλο το έργο του Μαγουλιώτη κινείται σ’ αυτό το μήκος κύματος: θέτει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μια γενιά νέων δημιουργών που αναζητούν στέγη σε θεσμικά σχήματα, που αναζητούν χρηματοδότηση και υποστήριξη, που παλεύουν να επιβιώσουν στη ζούγκλα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, και στη γενιά των ακραίων, ριζοσπαστών καλλιτεχνών του χθες, που τώρα, στη φάση του όψιμου καπιταλισμού, φαντάζουν ανεδαφικοί, χιμαιρικά ονειροπόλοι, κάτι σαν απολιθώματα μιας άλλοτε ένδοξης εποχής. «Με ποιανού τα λεφτά θα κάνεις εσύ Τέχνη;» τον ρωτούν ευλόγως οι νέοι καλλιτέχνες, που τον θεωρούν πλέον συμβιβασμένο και γηρασμένο.

Είναι απογοητευτικό να βλέπεις την αναδρομή στις ηρωϊκές πρώτες δράσεις του Χούλιο Τόγκα, μετά τη μεταπολίτευση (1978–1989), δοσμένες στα vintage χρώματα της Agfa, τις εκρηκτικές ενέργειες υπονόμευσης του «συστήματος», κι έπειτα να τις συγκρίνεις με τη συμφωνία συνεργασίας με το λαμπρό ίδρυμα του παρόντος. Η παράσταση έχει ευδιάκριτες κινηματογραφικές ποιότητες-séquences, που λειτουργούν με τον τρόπο του σινεμά και ακολουθίες που παραπέμπουν στα πιο επιτυχημένα μιούζικαλ, ενώ σταθερά ανακαλεί τα κοινά πολιτικοκοινωνικά ζητήματα που συνδέουν την Ελλάδα με τη Λατινική Αμερική. Το τότε status quo ήταν, προφανώς, πιο ευδιάκριτο, πιο αντιληπτό ως στόχος, ενώ το σημερινό κρύβεται πίσω από την επίφαση του προοδευτισμού και πίσω από απρόσωπους θεσμικούς τίτλους: «Δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά του. Project Manager τον λένε!» λέει χαρακτηριστικά ο Χούλιο Τόγκα στη συνέντευξη με ένα ίδρυμα το οποίο κατά βάθος περιφρονεί βαθύτατα. Είναι χαρακτηριστική η ανάρτηση, στον χώρο εργασίας του, της ρήσης του Μαγιακόβσκι: «Όλη μου τη δύναμη του ποιητή στη χαρίζω. Ετοιμάσου για επίθεση».
Η νέα βιομηχανία της κουλτούρας
Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εξαιρετικές. Ο Δημήτρης Δρόσος παίζει τον ρόλο του Χούλιο, που είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. Με τη γοητευτική, ημι-παρακμιακή, εξαντρίκ και ρέμπελη στάση του γοητεύει τον φίλο και συνεργάτη του Οράτιο, που τον υποδύεται ο Άρης Μπαλής, και οι δυο τους συνάπτουν ένα αχτύπητο δίδυμο στην απόπειρα εξαπάτησης των θεσμικών παραγόντων του Ιδρύματος Sanchez. Συγκεκριμένα, της καλλιτεχνικής διευθύντριας Ρόζενμπάου -που παραπέμπει σαφέστατα σε καλλιτεχνικές διευθύντριες αντίστοιχων ελληνικών θεσμών-, που την υποδύεται πολύ επιτυχημένα η Μαρία Αποστολακέα. Εξίσου επιτυχημένα, η Μαρία Αποστολακέα υποδύεται την πρώην σύντροφό του Άλμα, καθώς και τον πατέρα του σε μια πολύ συγκινητική σκηνή τετ-α-τετ γιου και πατέρα. Η Μελίνα Πολυζώνη και ο Μικές Γλύκας, που έχει γράψει και την υπέροχη μουσική της παράστασης, υποδύονται με άρτιο επαγγελματισμό ένα νεαρό ζευγάρι καλλιτεχνών, που έχοντας άγνοια κινδύνου βρίσκουν χρηματική κάλυψη για να δημιουργήσουν στους κόλπους του νέου θεσμού – αυτό που και ο ίδιος ο Μαγουλιώτης έχει κάνει στο πρόσφατο παρελθόν, και για το οποίο αυτολογοκρίνεται.

Πέντε υπέροχοι νέοι καλλιτέχνες χορεύουν, τραγουδούν και δημιουργούν ένα σκηνικό σύμπαν που, κάτω από τους εξαιρετικούς φωτισμούς του Δημήτρη Κασιμάτη και μέσα στο λειτουργικό, πολυμορφικό σκηνικό «εργασίας» της Εύας Γουλάκου και της Άρτεμης Σγούρου-Δροσοπούλου, γοητεύει τους θεατές από την πρώτη στιγμή. Το μυστηριώδες, αινιγματικό χαμόγελο του Άρη Μπαλή και η καταλυτική ειρωνεία του Δημήτρη Δρόσου είναι οι δύο κύριοι πυλώνες αυτού του δημιουργήματος. Δεν μπορώ να μην αναφέρω πόσο γοητευτικό είναι το τραγούδι του Δημήτρη Δρόσου και πόσο χαριτωμένη η κινησιολογία και των πέντε στις χορευτικές σκηνές. Η συμβολή όλης της ομάδας είναι καθοριστική και είναι αξιοθαύμαστο το πώς αυτοί οι νέοι καλλιτέχνες συνεργάζονται και κάνουν μια τόσο ρηξικέλευθη δήλωση. Το έργο στηλιτεύει, φυσικά, το γεγονός ότι τα μεγάλα ιδρύματα, οι γκαλερί τέχνης και άλλοι ιδιωτικοί θεσμοί που έχουν ταξικό χαρακτήρα, με την απουσία ενός κράτους που υποστηρίζει την Τέχνη, έρχονται να υποκαταστήσουν αυτό το κράτος, υποδυόμενα ότι προωθούν αντικομφορμιστικές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης: το αποτέλεσμα είναι πως οτιδήποτε δραστικό ή επαναστατικό, «ρουφηγμένο» από την ιδιωτική χρηματοδότηση, εξελίσσεται σε ένα απολύτως ακίνδυνο πυροτέχνημα.
Ο μύθος καλά κρατεί
Το κατά βάσιν ιστορικό αφήγημα που υποδόρια «περνά» η παράσταση του Μαγουλιώτη διακρίνει τις εκφράσεις της Τέχνης σε «επίσημες»-θεσμικές και «ανεπίσημες»-εξωθεσμικές: το θέατρο καλείται σήμερα να θέσει εκ νέου τις ιδεολογικές του βάσεις, να αντισταθεί στους μηχανισμούς χειραγώγησής του, να κάνει τη θεαματική του έξοδο από τον καλά στρωμένο δρόμο των μεγάλων παραγωγών και των διακοσμητικών τελετών που υποδύονται τις εικονοκλαστικές χωρίς να είναι. Εκ φύσεως, το κείμενο τείνει να γίνει μια μαύρη κωμωδία. Κι αυτό, γιατί υπάρχει πάντα ένα σθεναρό όραμα αντίστασης που, για να μην ακολουθήσει φθίνουσα πορεία, για να μην γίνει γραφικό, πρέπει να περιέλθει στα χέρια ανθρώπων διατεθειμένων να θυσιάσουν τουλάχιστον το βόλεμα και τις φιλοδοξίες τους – ίσως και κάτι παραπάνω. Και αυτή η θυσία είναι ειρωνικά τοποθετημένη στο κέντρο του προβληματισμού του συγγραφέα.
Ο Χούλιο Τόγκα θα βρει τη λύση, αφού θέσει ερωτήματα υπαρξιακής ιεράρχησης των πραγμάτων: έχω κάτι να χάσω αν παραμείνω απείθαρχος; Έχω πράγματα να θυσιάσω;
Πώς να μετατρέψεις έναν κατεστημένο, καλά ριζωμένο θεσμό σε σημείο αντίστασης, εξέγερσης και ανατροπής; Ο Χούλιο Τόγκα θα βρει τη λύση, αφού θέσει ερωτήματα υπαρξιακής ιεράρχησης των πραγμάτων: έχω κάτι να χάσω αν παραμείνω απείθαρχος; Έχω πράγματα να θυσιάσω; Μπορώ να βαδίσω μόνος μου στον δρόμο της επιλογής μου; Ποια είναι η πιο θαυμαστή performance που μπορώ να κάνω στη ζωή μου; Ποια θα είναι η τελευταία μου performance προτού με απομυζήσει το σύστημα παραγωγής της Τέχνης; Ποιο είναι το κορυφαίο επαναστατικό Έργο Τέχνης μιας ολόκληρης ζωής; Και, αφού βρει τη λύση, ο ήρωας του Μαγουλιώτη θα μετατραπεί σε σύμβολο για μιαν ακόμα φορά, αφήνοντας την τελευταία, βαθύτατα ανθρώπινη δήλωσή του στον τηλεφωνητή του φίλου του.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Κείμενο: Suyako
Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαγουλιώτης
Παίζουν: Δημήτρης Δρόσος, Άρης Μπαλής, Μαρία Αποστολακέα, Μελίνα Πολυζώνη, Μικές Γλύκας
Βοηθός Σκηνοθέτη: Στρατής Νταλαγιώργος
Σκηνικά/Κοστούμια: Εύα Γουλάκου
Βοηθός σκηνογράφου/ενδυματολόγου: Άρτεμις Σγούρου-Δροσοπούλου
Μουσική: Μικές Γλύκας
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης
Σχεδιασμός Επικοινωνίας: Γιώργος Γαρεφαλάκης
Επικοινωνία-Προβολή στα Μ.Μ.Ε.: Ανζέλικα Καψαμπέλη
Social Media: Glokonnex Agency
Γραφιστικά: Αμβρόσιος Παλαμίδης
Προωθητικές φωτογραφίες: Ύρια Τάμαρη
Φωτογραφία αφίσας: Μάριος Σαγιάς





















