
Για την παράσταση του Ανδρέα Κεντζού «Άνθρωπος του Θεού», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γεωργαλά, στο Θέατρο 104-Black Box.
Γράφει η Αγγελική Δημουλή
Επώδυνη η παράσταση της οποίας το κείμενο υπογράφει ο Ανδρέας Κεντζός και την οποία σκηνοθετεί ο Δημήτρης Γεωργαλάς. Οι ηθοποιοί Αυγουστίνος Ρεμούνδος (στον ρόλο του Γιάννη), Δήμητρα Σύρου (στον ρόλο της Ράνιας) και η Έλενα Τυρέα (στον ρόλο της Μαρίας) συνθέτουν ένα δραματικό γαϊτανάκι που δεν σου επιτρέπει να πάρεις τα μάτια σου από τη σκηνή καθόλη τη διάρκεια του έργου.
Η ιστορία αφορά δύο γυναίκες κι έναν άντρα. Μια μητέρα και μια μη-μητέρα. Μια πρώην πιστή μητέρα μονογονεϊκής οικογένειας και μια ακραία πιστή μη-μητέρα αλλά σύζυγο. Γειτόνισσες που συναντήθηκαν τυχαία (;) σ’ ένα μπαρ και συνέχισαν την ευχάριστη αρχικά κουβέντα στο σπίτι της Ράνιας. Εκεί, η Ράνια αποκαλύπτει την ακλόνητη πίστη της ότι ο άντρας της είναι κάτι σαν εκλεκτός του Θεού που τον έχει επιλέξει ώστε ν’ αποδείξει ότι είναι Παντοδύναμος.

Η αποκάλυψη αυτή ταράζει τη Μαρία (το γιατί θ’ αποκαλυφθεί αργότερα και θα καθορίσει το τέλος) η οποία ευθαρσώς δηλώνει τη μη-θρησκευτική πίστη της. Πάνω σε αυτή τη δραματική κορύφωση η εμφάνιση του Γιάννη διαρρηγνύει τη μέχρι τότε καθιερωμένη ατμόσφαιρα. Ο Γιάννης, ανθυπαστυνόμος των ΥΑΤ, φέρνει το έξω μέσα κυριολεκτικά καθώς μόλις έχει επιστρέψει από την καταστολή αναρχικών στα πλαίσια επεισοδίων γύρω από το Πολυτεχνείο (οπότε υποθέτουμε πως είναι φθινόπωρο, κοντά στη 17 Νοέμβρη, μια οποιαδήποτε χρονολογία), όσο και μεταφορικά, καθώς η άξαφνη παρουσία του λειτουργεί ως λυδία λίθος της πλοκής.
Ομολογουμένως, ο Γιάννης είναι έξοχο παράδειγμα της στενότητας της σκέψης ενός αστυνομικού της ΥΑΠ. Αντιπαθεί το πλήθος που καλείται να ελέγξει και να συμμορφώσει και θεωρεί τη δουλειά του κάτι το ιερό. Για κάθε έναν από τους ήρωες το ιερό σηματοδοτείται κι από διαφορετική αναπαράσταση. Για τη Μαρία είναι η απώλειά της, για τον Γιάννη η δουλειά του και για τη Ράνια η πίστη της. Αυτή η τριμερής διάκριση του «ιερού» υπογραμμίζει τη μετανεωτερική οπτική του συγγραφέα.
Το σκηνικό
Η αίσθηση που αποκομίζει κανείς από την σκηνογραφία του χώρου, ένα διαμέρισμα, είναι μεν η αίσθηση του βιωμένου χώρου: ένας χαλαρός τόπος, με εύκολη πρόσβαση των ηρωίδων σε αλκοόλ, με μια επαρκώς μεγάλη οθόνη τηλεόρασης. Όμως το σπιτικό αυτό δεν αντανακλά σε καμία περίπτωση την τοπογραφία του εσώτερου εγώ των κατοίκων του. Υπάρχει ένα είδος «αισθητικής του κρυμμένου» που αποκαλύπτεται σταδιακά και αυτό δεν είναι άλλο από την παράλογη (;) θρησκευτική πίστη της μιας από τις ηρωίδες. Ούτε κάποια σύμβολα, ούτε η διακόσμηση, ούτε η εξωτερική εμφάνιση της Ράνιας παραπέμπουν σ’ αυτό που πιστεύει. Ούτε σ’ αυτό που πρόκειται να συμβεί.
Το φαινόμενο της αναπαραστατικής εικόνας που θέλει να δημιουργήσει ο σκηνοθέτης αναδύεται μέσα στη συνείδηση του θεατή σαν άμεσος καρπός της καρδιάς, της ψυχής και της ύπαρξης του ανθρώπου στη δεδομένη στιγμή.
Όλα συμβαίνουν μέσα ένα λιτό μικρο-αστικό σκηνικό στο οποίο αναπόφευκτα δεσπόζει η οθόνη της τηλεόρασης, η οποία χρησιμοποιείται ευρηματικά στη διάρκεια της παράστασης ώστε να μεταφέρει καίριες πληροφορίες στον θεατή. Το φαινόμενο της αναπαραστατικής εικόνας που θέλει να δημιουργήσει ο σκηνοθέτης αναδύεται μέσα στη συνείδηση του θεατή σαν άμεσος καρπός της καρδιάς, της ψυχής και της ύπαρξης του ανθρώπου στη δεδομένη στιγμή. Η διυποκειμενικότητα του χώρου κατορθώνει να αποδεσμεύσει τη μεταλλακτική ενέργεια της φαντασίας στη λεπτομέρεια των παραλλαγών των εικόνων. Ο θεατής πρέπει να αντιληφθεί τον καρπό της οπτικής αντίληψης της θεατρικής αναπαράστασης με την παράσταση της αφηρημένης εικόνας η οποία πραγματοποιείται με τη φαντασιακή απεικόνιση των ταραχών που συμβαίνουν έξω από το διαμέρισμα.
Και κάπου στη μέση, η Μαρία με την τρομερή απώλεια που την έχει κάνει να απορρίψει οποιαδήποτε μορφή πίστης.
Παρόλο που ο χώρος είναι οικείος, οι στιγμές που κυλάνε δεν είναι οικείες. Ο κάθε ήρωας είναι κάτι άλλο από αυτό που αφήνει να πρωτοφανεί. Η Ράνια φαίνεται μοντέρνα, λογική σε μια γκαουσιανή κατανομή, όμως, πιστεύει στο θαύμα, στο ιδανικό θαύμα, στο βαθύ θρησκευτικό θαύμα. Πιστεύει στην υπερφυσική επιλογή του αντρός της από τον Θεό. Από την άλλη πλευρά, ο Γιάννης, καθόλου σκεπτικιστής, με μηδαμινές υπαρξιακές αναζητήσεις, δεν πιστεύει στη μοναδικότητά του ως εκλεκτού. Και κάπου στη μέση, η Μαρία με την τρομερή απώλεια που την έχει κάνει να απορρίψει οποιαδήποτε μορφή πίστης. Και όμως, κάπου βαθιά μέσα της πιστεύει πως μπορεί και να υπάρχει εκλεκτός του Θεού, κι αν υπάρχει Θεός, τότε θα μπορούσε να αντιστρέψει την απώλειά της. Και δοκιμάζει. Τον Θεό ή τον Γιάννη; Ιδού η απορία.

Στην παράσταση, «Άνθρωπος του Θεού», συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιοί έχουν βρει αυτό που αγγίζει τους ανθρώπους καθώς κατορθώνουν να τους συγ-κινήσουν και να τους κινητοποιήσουν εσωτερικά. Στο θέατρο, κατά τον Ντελέζ, η παραμικρή κίνηση μπορεί δυνητικά να παραγάγει μια ψυχική κίνηση μέσα στο πνεύμα του θεατή και η παράσταση ετούτη το πετυχαίνει. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται, πράγματι, για μια από τις πιο δυνατές παραστάσεις για φέτος.
*Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ είναι ποιήτρια και φιλόλογος.






















