
Για την παράσταση του Σπυρίδωνος Περεσιάδη «Ο μαγεμένος βοσκός», σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη, στο hood art space.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο hood art space είδα το βουκολικό ερωτικό ειδύλλιο του Σπυρίδωνος Περεσιάδη «Ο μαγεμένος βοσκός», σε σκηνοθεσία bijoux de kant (1909: «Ο μαγεμένος βοσκός δραματικόν ειδύλλιον εις πράξεις τρεις, μετ’ ασμάτων και χορών ελληνικών»). Το έργο είχε χαθεί, έως ότου ο Γιάννης Σκουρλέτης το ανέσκαψε σε παλαιοβιβλιοπωλείο και συνέθεσε, με ελάχιστες παρεμβολές από τη «Γκόλφω» του ίδιου συγγραφέα, μιαν υποβλητική παράσταση αφιερωμένη στη διαχρονική δύναμη του αγνού έρωτα. Γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, το ποιμενικό αυτό ειδύλλιο λειτουργεί ως γέφυρα μετάβασης σε μιαν εποχή περασμένη, χαρίζοντας τη ρυθμική του «ανάσα» στην εκφορά ενός λόγου που αντιμετωπίζεται σε όλο το λυρικό του εύρος, χωρίς τις φολκλορικές αποχρώσεις που προσέλαβε στην πάροδο του χρόνου.
Έχω βασίλειο την ερμιά, για χώρες μου τους λόγγους
Ο Γιάννης Σκουρλέτης στήνει έναν τάφο με την ελληνική σημαία ως ταφόπλακα και πάνω εκεί επιτελεί, για μιαν ακόμη φορά, τη νεκρανάσταση μιας Ελλάδας παρωχημένης, χωρίς να κρύβει τη νοσταλγία του για την αγνότητα της φύσης, για τον άδολο κι ανεπιτήδευτο χαρακτήρα του νεανικού έρωτα, για τη μαγεία της επιστροφής στην επαρχιακή απλότητα. Τα τελετουργικά στοιχεία υπηρετούν μια προσωπική αναζήτηση, κύρια χαρακτηριστικά της οποίας είναι η αναπόληση εποχών πιο «αμόλυντων» από επίκτητα γλωσσικά στοιχεία και προσωπεία κοινωνικών ρόλων, η επιστράτευση στίχων πιο άμεσα δηλωτικών του συναισθήματος. Επίσης, όπως ο ίδιος δηλώνει σε συνεντεύξεις του, στις προθέσεις του εμπίπτει η ανάδειξη της θεματικής συνέχειας ανάμεσα στην «Γκόλφω» και στον «Μαγεμένο βοσκό», σε μια προσπάθεια ανάδειξης των κωμικών στοιχείων. Και αυτά είναι αναπόφευκτα, όταν το θέμα αφορά μια τσελιγκοπούλα που έρχεται από το επέκεινα για να στοιχειώσει κάθε έρωτα που πάει ν’ ανθίσει, σαν μάγισσα του κακού: ο φθόνος του αδικοχαμένου έρχεται απευθείας από τα δημοτικά τραγούδια του Κάτω Κόσμου.

Εκ των πραγμάτων ο Δάφνις και ο Μύρτος της παράστασης του Σκουρλέτη δεν διαφέρουν και πολύ από οποιοδήποτε παράνομο ζευγάρι της επαρχίας: χωρίς δισταγμό, ο Σκουρλέτης εκδιπλώνει όλη την ερωτική στιχουργική στην απεύθυνση προς τον ομόφυλο εραστή, που λάμπει μες στο σκοτάδι «όπως το πετροδιάμαντο στ’ αυτί τ’ αράπη». Στη συγκεκριμένη δραματουργία, ο ογκόλιθος της ομοφοβίας καταρρίπτεται ως δια μαγείας, καθώς με χιούμορ το ένα αγόρι με γκλίτσα στο χέρι μπαίνει «σώγαμπρος» μέσα στο σόι του άλλου βοσκού (και αυτό, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Γρηγόρης Μπέκος σε συζήτησή μας, είναι ένα «τρολάρισμα» για τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας), και με ένα υπομειδίαμα παρακολουθούμε όλη την αναχρονιστική Ελλάδα που γνωρίζουμε να «προικίζει» το νέο γκέι ζευγάρι και να του δίνει και την ευχή της!
Για κόσμο έχω τα πουλιά, τ’ αηδόνια μουσική μου
Στη δεκαετία του 1880 το κωμειδύλλιο και το δραματικό ειδύλλιο (από τον Δημήτριο Κορομηλά ως τον Σπυρίδωνα Περεσιάδη) εκφαίνονται ως οι δύο όψεις (κωμική-δραματική) ενός θεατρικού είδους που αποτυπώνει τη μετακίνηση σημαντικού μέρους του αγροτικού πληθυσμού προς τον αστικό χώρο: μετά από έναν αιώνα, ζούμε ακόμη εκεί, στο βουνό και στον λόγγο, όμως ζούμε εκεί με τη φαντασία μας. Δεν αποποιούμεθα των καταβολών μας, όμως έχουμε πλήρως αστικοποιηθεί. Δεν βιώνουμε τα συναισθήματα με τους τρόπους και τους ρυθμούς του προηγούμενου αιώνα, ωστόσο τα συναισθήματα παραμένουν αμετάβλητα μέσα στον χρόνο και μας στοιχειώνουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δεν μας μένει παρά η αιώνια επανεπίσκεψη των παλιών λυρικών κειμένων.

Όμως, σε τι συνίσταται αυτή η επιστροφή; Αποκλειστικά στην ανάπλαση του τοπίου και στην αναπόληση των ανθρώπινων αντιδράσεων; Ή μήπως στη σύνθεση όλων των παραμέτρων που συνθέτουν το πορτραίτο της πάσχουσας, σύγχρονης Ελλάδας; Η πορεία των bijoux de kant είναι σταθερή: κατάδειξη του στοιχείου της παρωδίας, του στοιχείου του αμφιλεγόμενου, του στοιχείου του επίμεικτου, αυτού που μετεωρίζεται ανάμεσα στην αποδοχή του παρελθόντος και την «ανάσα» που χρειάζεται για να αντέξει κανείς το παρόν. Αν θέλει κανείς να αφουγκρασθεί τις καταγραφές του κειμένου του Περεσιάδη θα σταθεί, οπωσδήποτε, στην ταξική ανισότητα που παρεισφρέει και καθυστερεί την ευόδωση της ευτυχίας του ζευγαριού, ασχέτως του αν μιλάμε για την ιστορία ενός στρέιτ ή ενός γκέι ζευγαριού: ο τσέλιγκας παρωδείται, μαζί με όλο το «βιος» του, ενώ το βλαστάρι του διαφοροποιείται: «Κύρη μ’ δεν είμαι αρνί εγώ».
Τα μάτια μου σε χάνουν, μέσα στα πλάτια τ’ ουρανού
Το σκηνικό (δηλωμένο σκηνογραφικά ως «τσαντήρι» περιοδεύοντος θιάσου, όπου το τοπίο αναπαρίσταται με μια ταπισερί πρόχειρα κρεμασμένη και φωτισμένη με μια σειρά από εννιά λάμπες καφενείου) είναι ένας ιδεατός τόπος, η Ελλάδα του βουνού και του λόγγου, ένας τόπος ηδονής: το κείμενο σχηματίζει το αλώνι του χωριού και στο βάθος μια βρύση. Γύρω από το αλώνι πέτρινα καθίσματα, εκ των οποίων το μεσαίο είναι κάπως πιο ψηλό – εδώ είναι μια σειρά με καρέκλες «θιάσου» αγγελοπουλικού χαρακτήρα. Πίσω από αυτά ο θεατής πρέπει να εικάσει ένα ύψωμα και γύρω γύρω ένα δάσος. Επιπλέον, είναι νύχτα χωρίς φεγγάρι, ό,τι πρέπει για παραισθήσεις και για τη συσκότιση του αληθινού έρωτα. Στις φωτιστικές συνθήκες του Γιώργου Μαρουλάκου επικρατεί το ημίφως, όπου κυριολεκτικά πλέον χάνει η Μάνα το Παιδί και το Παιδί τη Μάνα. Πρόθεση της παράστασης είναι να καταδείξει πώς η δύναμη της αγάπης και η πίστη υπερνικούν και αφανίζουν τις σκοτεινές δυνάμεις: εδώ η σκηνή γεμίζει με φως και επέρχεται η λύτρωση. Η σταθερή ενδυματολογική επιλογή της Βασιλικής Σύρμα, με το ημίγυμνο ανδρικό σώμα και τη μαύρη φούστα τύπου «περιστρεφόμενου δερβίση», διατηρεί ένα συνεχές στην παράδοση των bijoux de kant.

Με πολύ πετυχημένες ακροάσεις, ο Γιάννης Σκουρλέτης συνθέτει έναν νεανικό θίασο που υποστηρίζει σθεναρά την παράστασή του και την καθιστά ένα λαοφιλές θέαμα. O Άγγελος Αλαφογιάννης είναι απίστευτα λυρικός στον ρόλο του Δάφνι, πετυχαίνει την αμφίφυλη κίνηση που του διδάσκει ο Διονύσης Νικολόπουλος, ενώ «ενσωματώνει» πολύ δημιουργικά τη γητειά της Γκόλφως. Στον ρόλο του Μύρτου ο Αλέξανδρος Πιεχόβιακ είναι χαμηλότερων τόνων, ωστόσο χειρίζεται όμορφα το σώμα του και εναρμονίζεται με τον σύντροφό του στις δύσκολες σκηνές. Η Μελίνα Πολυζώνη διεκπεραιώνει με αξιοθαύμαστη φυσικότητα τον ρόλο της Μάνας, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Εκφραστικότατη και υποβλητική η παρουσία και της Άνια Λεμπεντένκο, στον ρόλο της Γκόλφως, που θα παραμείνει αδικημένη όπως την ξέραμε. Όμως, θα ήταν άδικο να μην τονίσω πως την εξέλιξη της παράστασης κυριολεκτικά καθορίζει -τόσο ως παρουσία, με δύο δύσκολους ρόλους, του «αοιδού» και του Πατέρα, όσο και ως τραγούδι a capella- η αρρενωπή παρουσία του Κωνσταντίνου Γιουρνά: αυτή η φιγούρα με τεντωμένες φλέβες στον λαιμό θρηνεί την απώλεια σαν βραχνοπούλι που κρώζει πάνω απ ’την άδεια φωλιά των στρουθιών (εδώ ανακαλεί κανείς τη σοφόκλεια Αντιγόνη).
Ο αγγελοκρουσμένος ήρωας και η σωτηρία της πίστης
Σε βουκολικό σκηνικό εκτυλίσσεται μια κάπως ευρύτερη της ειθισμένης εξιστόρηση, που συνθέτει την αγνότητα των νεανικών ερώτων, το ηρωικό/πατριωτικό στοιχείο (καθώς το κείμενο γράφτηκε σε μιαν εποχή εθνικών δοκιμασιών με τον ατυχή πόλεμο του 1897 και τους Βαλκανικούς πολέμους), την καταγραφή της ομορφιάς του φυσικού τοπίου σε αντίθεση με την «ασχήμια» της ανθρώπινης ζωής, τις δεισιδαιμονίες και τη λαϊκή μαγεία που στοιχειώνουν τον ερωτευμένο ήρωα και τον εκσφενδονίζουν σε μια βαλπούργεια νύχτα παραισθήσεων:
Θαρρώ πως από λίγο λίγο φεύγεις μακρυά από τα με,
σηκώνεσαι στο χάος, βυθίζεσαι στην άβυσσο
Η illusion στην οποία περιέρχεται ο Δάφνις δεν είναι παρά ο «δάκτυλος» σκοτεινών δυνάμεων, από το δίχτυ των οποίων θα επέλθει παραδόξως η λύτρωση με τη χάρη της Παναγιάς και την ευλογία της κοινότητας. Το μουσικό τοπίο του Πάνου Ηλιόπουλου απανθίζει μια σειρά γνωστών παραδοσιακών μοτίβων που καλύπτουν εύρος γεωγραφικών περιοχών της Ελλάδας και θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν μια πλήρη θεωρητική τοποθέτηση: τέτοια μουσικολογικά σχόλια τα αποζητούμε εμείς που ελάχιστα γνωρίζουμε για την ελληνική μουσική παράδοση. Πολύ εντυπωσιακό είναι το πατρικό τοτέμ που εγείρεται απειλητικό υπό την ψιμυθιώση μάσκα του Προσώπου (Νίκος Παπαδόπουλος, στην παράδοση του θεάτρου σκιών), προσωπείο που απειλεί και καθηλώνει, παγιώνει τις αντιλήψεις και είναι και φορέας όλων των περιουσιακών στοιχείων. Όλα αυτά σε μια γκροτέσκα σύνθεση, που φλερτάρει με το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ, με το «Θεώρημα» του Παζολίνι και με μια παρακαταθήκη ολόκληρη από αρχέτυπα του έρωτα, του θανάτου και του θαύματος που έχει καταγράψει η ιστορική μας μνήμη.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Κείμενο: Σπυρίδων Περεσιάδης
Σύλληψη, σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Δραματουργία: Ασημένια Ευθυμίου
Σκηνικά: bijoux de kant
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Πάνος Ηλιόπουλος
Κινησιολογία: Διονύσης Νικολόπουλος
Σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Μαρουλάκος
Βοηθός σκηνοθέτη: Έλενα Παληγιάννη
Βοηθός σκηνογράφου: Χρήστος Βακιρτζής
Σχέδιο και κατασκευή μάσκας: Νίκος Παπαδόπουλος
Ερμηνεύουν: Άγγελος Αλαφογιάννης, Κωνσταντίνος Γιουρνάς, Μελίνα Πολυζώνη, Αλέξανδρος Πιεχόβιακ, Άννια Λεμπεντένκο, Πάνος Ηλιόπουλος (μουσικός)
Διεύθυνση παραγωγής: Γιώργος Παπαδάκης






















