
Για την παράσταση «Αγγελία θανάτου» του Χάινερ Μίλερ (Heiner Müller), σε σκηνοθεσία Ευφροσύνης Μαστρόκαλου, στο θέατρο «Τζάμια Κρύσταλλα».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Όλη η Τέχνη, και η δική μου μαζί, είναι μια ανάμνηση των νεκρών»
-Χάινερ Μίλερ
Η «Αγγελία θανάτου» είναι ένα ερμητικό σύμπλεγμα πρόζας του Χάινερ Μίλερ, τη δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του οποίου παρουσιάζει η Ευφροσύνη Μαστρόκαλου στον χώρο «Τζάμια Κρύσταλλα» στον Κεραμεικό. Πρόκειται για μια καλοδουλεμένη θεατρική διασκευή λογοτεχνίας, που ως θέματά της έχει τη μνήμη, την απουσία, την ενοχή και την επιθυμία για λύτρωση. Πρωταγωνιστούν δύο ηθοποιοί με ξεχωριστή γλώσσα ο καθένας (ο Γκαλ Ρομπίσα και ο Harry Kearton), που δίνουν ερμηνευτικά τον καλύτερο εαυτό τους, με μουσική επί σκηνής συνοδεία κοντραμπάσου από τον Νίκο Λιάσκο, στη θαυμάσια μουσική σύνθεση του Κορνήλιου Σελαμσή, κι όλο μαζί παραπέμπει σε κινηματογραφικό μοντάζ.
Παράλληλες υπάρξεις χωρίς συνάντηση
Όλοι μας ξέρουμε πόσο διαυγής είναι η πρόζα του Χάινερ Μίλερ και όλοι θαυμάζουμε τις πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις του έργου του και την έντονη σωματικότητα των σκηνικών του εκφάνσεων. Ωστόσο, το συγκεκριμένο κείμενό του (όχι στη μετάφραση της Ελένης Βαροπούλου, αλλά σε μια νέα μετάφραση του Νίκου Φλέσσα, της Ευφροσύνης Μαστρόκαλου και του Ιωάννη Σούρη) διακρίνεται για τις αμφιλεγόμενες εικόνες του. Η παράλληλη ύπαρξη δύο ερμηνευτών, εκ των οποίων ο ένας απαγγέλλει το κείμενο στα Ελληνικά και ο άλλος στα Αγγλικά, αποβλέπει (υποθέτω) στην αντιστικτική λειτουργία του λόγου, σε ένα είδος ιδιότυπης προσωδίας ή στην κατάργηση της έννοιας του χωροχρόνου. Ποτέ οι δυο τους δεν διασταυρώνονται, παρά συνυπάρχουν ως φαντάσματα και κινούνται αδιόρατα ο ένας παράλληλα με τον άλλον: εν ολίγοις, ουδέποτε οι δύο άνδρες συνάπτουν πραγματικό διάλογο αλλά, με έναν νεκρόφιλο λογοτεχνικό τρόπο, επαναλαμβάνουν κάποιες séquences κινήσεων – απλώνουν την ενέργειά τους στον χώρο πατώντας σε εύθριπτες, ανατριχιαστικές επιφάνειες από κάρβουνο και θεσπίζοντας ένα είδος «ενεργειακού πεδίου» σκληρότητας, αυτοακύρωσης και ειρωνικής διαχείρισης του θανάτου.

Μακράν του να είναι ρεαλιστική, η παράσταση της κυρίας Μαστρόκαλου φλερτάρει έντονα με τον κόσμο του ονείρου και, κατ’ ουσίαν, περιγράφει εικόνες και αισθήσεις μέσω της συρραφής κάποιων κειμένων. Ένας άντρας βρίσκει νεκρή ή ετοιμοθάνατη μια γυναίκα, η παρουσία της οποίας παραμένει σκιώδης, όπως σκιώδης παραμένει και η έκβαση του έργου, παρά την ενδοκειμενική ένταση που το διέπει. Το ρεαλιστικό πλαίσιο, απ’ ό,τι διαβάζω στο δελτίο τύπου, αναφέρεται στην αυτοκτονία της ποιήτριας Inge Müller -συζύγου του συγγραφέα και λυρικής ποιήτριας-, που έβαλε τέλος στη ζωή της το 1966, μετά από επανειλημμένες απόπειρες «με υδράργυρο από ένα θερμόμετρο που το είχε σπάσει για τον σκοπό αυτό, με χαπάκια, με γκάζι και με απόπειρες άλματος από το μπαλκόνι – αυτό μονάχα όταν εγώ βρισκόμουν σπίτι». Όμως αυτό πρέπει να το υποθέσει κανείς ή να το έχει ήδη υπόψιν του, αλλιώς η προσέγγιση του κειμένου παραμένει γριφώδης και δύσληπτη – έτσι κι αλλιώς, ο ίδιος ο Μίλερ αρνούνταν κάθε αυτοβιογραφική αναφορά στο έργο του.
Μια καλοδουλεμένη performance
Η δομή της παράστασης είναι μονολογική κι επιστρατεύει βομβαρδισμό μονολόγου καταστροφής και λεξιλόγιο που επιτείνεται από την προβολή, στους δυο τοίχους ενός γοητευτικού industrial χώρου, μονόπλανου από τη συνεχή ροή αυτοκινήτων σε μια λεωφόρο ή κινηματογραφημένη κίνηση των ηθοποιών μέσα στον χώρο του θεάτρου. Ελάχιστες φωτιστικές πηγές υπογραμμίζουν την αφήγηση: ένα φεγγάρι ολόγιομο σαν «οπή προς το Σύμπαν», δυο σιλουέτες, ένας φθαρμένος τοίχος και κάποια spots. Ένα φοβικό κείμενο όλο εικασίες (το πρώτο ήμισυ της παράστασης προϋποθέτει άπταιστη γνώση της Αγγλικής), που θα αποσαφηνίζονταν στο δεύτερο ήμισυ εάν ο ένας ηθοποιός δεν επικάλυπτε με τη φωνή του τον άλλον. Αυτή η αλληλοεπικάλυψη φωνών σε δυο διαφορετικές γλώσσες δημιουργεί μόνο σύγχυση και εκνευρισμό. Επίσης, προσωπικά δεν αντιλήφθηκα γιατί δεν συναντιούνται αυτοί οι δύο άνδρες: το «τείχος» που υψώνεται μεταξύ τους με παραπέμπει μόνο σε κάποιο είδος διχασμένης συνείδησης.

Στο κείμενο υποβάλλεται η απούσα φιγούρα μιας γυναίκας που, μέσω της αυτοχειρίας, «προδίδει» τον άντρα της. Μέσα από εξοντωτική πάλη με τις λέξεις, η παράσταση αποβλέπει στην ανάδειξη ενός βιώματος «κοινού» ανάμεσα στις δύο ανδρικές συνειδήσεις που προβάλλει. Ενός βιώματος υλικού, απτού, οδυνηρού: αυτού της απρόσμενης «αναχώρησης» για το Επέκεινα. Αυτό η κυρία Μαστρόκαλου το έχει επεξεργασθεί τόσο εμπεριστατωμένα που δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί το ποιοτικό υπόβαθρο της δουλειάς που έχει κάνει στην απόπειρα να παραμείνει πιστή στη «ρήξη» του Μίλερ με το θέατρο. Ωστόσο, το ελεύθερο συνειρμικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη πρόζα, αυτό το «άλμα» που διενεργεί στον χώρο της φαντασίας, καθώς και το εφιαλτικό τοπίο μεταβιομηχανικής ποίησης με το οποίο φλερτάρει η σκηνοθέτις, όλα συντείνουν στη δημιουργία μιας παράστασης φορμαλιστικής, ασαφούς ως προς τις συνδηλώσεις, μιας παράστασης που απευθύνεται σε «λίγους και μυημένους», με στοιχεία μεταδραματικού θεάτρου που για τον μέσο θεατή παραμένουν κρυπτικά και δυσερμήνευτα.
Εργοβιογραφικά στοιχεία για τον Χάινερ Μίλερ
Γεννημένος στη Σαξονία, ο Χάινερ Μίλερ (9 Ιανουαρίου 1929-30 Δεκεμβρίου 1995) αναδείχθηκε σε κορυφαίο Γερμανό δραματουργό της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Υπήρξε, επίσης, ποιητής, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, καθώς και θεατρικός σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής και πρόεδρος της Ακαδημίας Τεχνών στο Ανατολικό Βερολίνο. Το 1990 η Experimenta της Φρανκφούρτης αφιέρωσε μεγάλο θεατρικό φεστιβάλ στον Μίλερ με αναδρομή στο έργο του.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο Μίλερ αναδεικνύεται σε περιζήτητο σχολιαστή της πολιτικής επικαιρότητας. Τα πρώτα του έργα («Die Korrektur»-«Η Διόρθωση», «Der Lohndrucker»-«Ο Αργυραμοιβός», «Ο σταχανοβίτης», «Η μέτοικος» και η «Εξοχή») είναι έργα κοινωνικού ρεαλισμού τύπου Μπρεχτ. Παραμένει αμφιλεγόμενη η νεανική του σχέση με το ναζιστικό καθεστώς και τη Stazi. Ωστόσο, μετά από σύγκρουσή του με το σοσιαλιστικό καθεστώς, η σχέση του με το ανατολικογερμανικό κράτος επιδεινώνεται: το θεατρικό έργο του «Η μετεγκατάσταση ή Η αγροτική ζωή» λογοκρίνεται το 1961 και το ίδιο συμβαίνει το 1965 με το έργο του «Der Bau» («Εργοτάξιο»).
Ο «Φιλοκτήτης» του αναγνωρίζεται στο Μόναχο το 1958 και το Berliner Ensemble ανεβάζει το έργο του «Zement» («Τσιμέντο») το 1972/3, γεγονός που εγκαινιάζει μια ισόβια συνεργασία με τον Μίλερ. Ακολούθησαν τα έργα «Germania Tod in Berlin» («Γερμανία-Θάνατος στο Βερολίνο»), «Die Schlacht» («Η μάχη»), «Traktor» («Τρακτέρ»), «Leben Gundlings Friedrich von Preußen, Lessings Schlaf, Traum, Schrei. Ein Greuelmärchen» («Η ζωή του Γκούντλινγκ Φρειδερίκου της Πρωσίας, Ο ύπνος του Λέσινγκ, Όνειρο, Κραυγή. Μια φρικτή ιστορία»), «Bertolt Brecht/Der Untergang des Egoisten Johann Fatzer» («Η πτώση του εγωιστή Γιόχαν Φάτσερ, ημιτελές έργο του Μπρεχτ»), «Der Auftrag» («Η αποστολή»), «Quartett» (Κουαρτέτο, κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μτφρ. Ελένης Βαροπούλου, από τις εκδ. Άγρα, 2009), «Die HamletMachine» (Η μηχανή Άμλετ, μτφρ. Ελένη Βαροπούλου, εκδ. Άγρα, 2013), «Verkommenes Ufer Medeamaterial Landschaft mit Argonauten» (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα με τον τίτλο Μορφές από τον Ευριπίδη), «Bildbeschreibung» (Περιγραφή εικόνας, κυκλοφορεί στα ελληνικά από την «Οδό Πανός»), «Anatomie Titus Fall of Rome Ein Shakespearecommentar» («Ανατομία Τίτος Πτώση της Ρώμης Σχόλιο του Σαίξπηρ»), «Schlaf Traum Schrei» («Κραυγή Ύπνου Ονείρου»), η αυτοβιογραφία του «Krieg ohne Schlacht» («Πόλεμος χωρίς μάχη»), «Ο θάνατος του Σενέκα», «Το μπλοκάρισμα του Μόμσεν» και «Wolokolamsker Chaussee I-V» («Ο δρόμος των τανκς: Τέσσερα θεατρικά έργα»). Στα ελληνικά κυκλοφορεί, επίσης, μια επιλογή κειμένων του από την Ελένη Βαροπούλου, με τίτλο Δύστηνος άγγελος (εκδ. Άγρα, 2013).
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Μετάφραση: Νίκος Φλέσσας, Ευφροσύνη Μαστρόκαλου, Ιωάννης Σούρης
Σκηνοθεσία-Δραματουργία: Ευφροσύνη Μαστρόκαλου
Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής
Σκηνικά: Δημήτρης Ταμπάκης
Κοστούμια: Μαρία Πανουργιά
Visual Artist: Διονύσης Σιδηροκαστρίτης
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Bοηθός σκηνοθέτη: Ζωή Λιανοστάθη
Τρέιλερ: Γρηγόρης Πανόπουλος
Επικοινωνία: Νατάσα Παππά
Ηθοποιοί/Eρμηνευτές: Γκαλ Ρομπίσα, Harry Kearton
Μουσικός επί σκηνής Κοντραμπάσο/Μπάσο: Nίκος Λιάσκος






















