
Για την παράσταση «Κοιμούνται τα ψάρια;» του Γενς Ράσκε (Jens Raschke), σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου στο θέατρο Σταθμός.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Κάποιοι άνθρωποι πεθαίνουν σε τριψήφια ηλικία, υπάρχουν όμως και κάποιοι που πεθαίνουν πριν κλείσουν τα εννέα. Αυτόν τον παραλογισμό πραγματεύεται το έργο του Γερμανού συγγραφέα παιδικού/εφηβικού βιβλίου Γενς Ράσκε «Κοιμούνται τα ψάρια;» που είδαμε στο θέατρο «Σταθμός» του Μάνου Καρατζογιάννη, σε μετάφραση Κατερίνας Θεοδωράτου, σε άψογη σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου και με πρωταγωνίστρια τη θαυμάσια Ευγενία Δημητροπούλου.
Ο Γενς Ράσκε, γνωστός Γερμανός συγγραφέας και δραματουργός, γεννήθηκε στο Ντάρμσταντ της Γερμανίας το 1970. Το έργο του «Τι είδε ο Ρινόκερος όταν κοίταξε από την άλλη πλευρά» κέρδισε το πρώτο βραβείο Παιδικού Θεατρικού έργου στη Γερμανία. Το θέμα του είναι η τυραννία στη ναζιστική Γερμανία: σε έναν ζωολογικό κήπο στο Μπούχενβαλντ τα παιδιά μαζί με τα ζώα σκύβουν πάνω από τον φράχτη και παρατηρούν ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Ένα εφηβικό κείμενο για τον θάνατο
Στο «Κοιμούνται τα ψάρια;» η δεκάχρονη Γέτε προσπαθεί να διαχειριστεί τον θάνατο του μικρού της αδερφού Αιμίλιου σε ηλικία των έξι χρόνων. Ο μονόλογος του Ράσκε είναι τρυφερός, χιουμοριστικός, κατά σημεία γεμίζει από πρωτόλεια μεταφυσική ανησυχία, κυρίως όμως είναι μια εξεικόνιση της παιδικής ματιάς στο μεγάλο μυστήριο του θανάτου και στην αφόρητη απώλεια. Η πρωτοτυπία της σύλληψης σχετίζεται με την ανίχνευση του παλιμπαιδισμού που ενέχεται στο πένθος, μια ψυχαναλυτική παρατήρηση πολύ καλά αξιοποιημένη, στο εύρος της οποίας εμπεριέχονται η θλίψη και η σύγχυση, το βουνό από αναπάντητα ερωτήματα, αλλά και οι μνήμες, οι άμυνες και οι τύψεις, το guilt trip που όλοι περνούμε για τις χαμένες στιγμές τρυφερότητας με αγαπημένα πρόσωπα που χάσαμε. Επίσης, με τη στηλίτευση του «εξυπναδίστικου» τρόπου με τον οποίο οι ενήλικες μεταμφιέζουμε την άγνοιά μας για τον θάνατο, ισχυριζόμενοι ότι υπάρχει κάποιο επέκεινα.

Ένα ιδιότυπο μνημόσυνο με ένα κουτί πίτσα αντί για κόλλυβα: η πρωτότυπη σκηνοθετική προσέγγιση «βγάζει» το κείμενο από το πένθιμο σκηνικό ενός νεκροταφείου και με συγκίνηση το μεταθέτει στις παιγνιώδεις παιδικές αναμνήσεις, με μοναδικό ζοφερό σημείο το κρεβάτι του ετοιμοθάνατου αδελφού και το «παιχνίδι» της κηδείας. Η κηδεία, υπό μορφήν παιγνίου, είναι πράγματι μια πρωτότυπη σύλληψη, στην κατεύθυνση της εξοικείωσης του νεανικού κοινού με το ακατανόητο (αλλά και άφευκτο) συμβάν-βίωμα του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου.
Η εναλλαγή του χιούμορ με το κλάμα αναβαθμίζει το κείμενο, που στις βασικές του γραμμές δεν αφηγείται κάποιο συμβάν, αλλά την ψυχική αντίδραση σε ένα βίωμα κοινό σε όλους τους ανθρώπους. Έτσι εξηγείται και η μεγάλη εκδοτική επιτυχία που σημείωσε το βιβλίο του Ράσκε στη Γερμανία και αλλού (πέραν του ότι υπήρξε best seller, το έργο έλαβε τόσο το Βραβείο Παιδικού Θεάτρου Mülheimer το 2012, το Βραβείο Παιδικού Ραδιοφωνικού Θεάτρου MDR το 2014 και το βραβείο Batchelder Honor το 2019).
Μια εξαιρετική σκηνοθεσία
Η Ζωή Ξανθοπούλου βάζει την παιδική ματιά στο στόμα μιας ενήλικης -πια- γυναίκας που προσπαθεί να ανασυστήσει τις τελευταίες στιγμές με τον χαμένο της αδελφό, με αθωότητα και ειλικρίνεια, με φιλοσοφική διάθεση και συχνά θυμοσοφική αφέλεια, πάντως με μεγάλη ευστροφία να χαρακτηρίζουν τον «παιδικό» λόγο της Γέτε. Μια ειρωνική και παράλληλα αστεία ματιά στην απώλεια και στον παραλογισμό του άωρου (παιδικού ή νεανικού) θανάτου θα μπορούσε να αφορά μαθητές από Γ’ Δημοτικού και πάνω, ως εισαγωγή στο φλέγον αυτό ζήτημα -η επικείμενη απώλεια μιας γιαγιάς ή ενός παππού είναι μια τραυματική εμπειρία (η ελαφρύτερη δυνατή), που εγείρει αναπάντητα ερωτήματα σε παιδιά άνω των 6 ετών-, ιδιαίτερα εφόσον το λεξιλόγιο, η οπτική γωνία και η ασύνδετη παράταξη συνειρμών προσιδιάζουν στο ιδιόλεκτο ενός μικρού κοριτσιού.

Τα ερωτήματα είναι, εκ πρώτης όψεως, αφελή: «Μπορούν τα τυφλά σκουλήκια να φτερνίζονται;», «Γιατί ο ήλιος είναι τόσο ζεστός;», «Τι μας συμβαίνει όταν είμαστε νεκροί;», «Είναι ο θάνατος μια μορφή ύπνου;», και κυρίως: «Κοιμούνται και τα ψάρια;» Και γιατί τα ψάρια; Γιατί τα ψάρια κοιμούνται ακίνητα, χωμένα πίσω από βράχια, ώστε να περνούν απαρατήρητα. Και γιατί ο νεκρός άνθρωπος μοιάζει στην αρχή με άνθρωπο που κοιμάται. Και γιατί όλη η αρχαιοελληνική παράδοση θέλει τον Όνειρο, τον Ύπνο και τον Θάνατο να είναι αδέρφια (βλ. τον γνωστό κρατήρα που αναπαριστά τον Ύπνο και τον Θάνατο να κουβαλούν στον Άδη τον νεκρό Σαρπηδόνα).
«Στον Παράδεισο μπορείς να φας όση πίτσα θέλεις»
Παρά τον ανάλαφρο τόνο του κειμένου, κατά βάθος πρόκειται για ένα ζοφερό έργο, αφενός γιατί θίγει ένα ζήτημα/ταμπού κι αφετέρου γιατί δεν δίνει απαντήσεις και προϋποθέτει τον συμβιβασμό με τον θάνατο. Η Γέτε σκέφτεται πως μεγάλωσε έναν χρόνο για να φτάσει στη διψήφια ηλικία των 10 ετών, ενώ ο κακόμοιρος αδερφούλης της παρέμεινε «μονοψήφιος». Με σχέδια (που η σκηνοθέτις αξιοποιεί με ένα επιδιασκόπιο) κυρίως παιδικά ως προς το ύφος, το κορίτσι ζωγραφίζει μαύρα σύννεφα πάνω από το φέρετρο του αδερφού της, εκφράζοντας την επιθυμία σιγά σιγά το μαύρο να αραιώσει και να αναφανούν κάποιες αναλαμπές ελπίδας. Επίσης, γράφει σε λυρικούς, περιπαθείς τόνους το πόσο της λείπει πάνω στο χαρτί και προσκαλεί το κοινό να γράψει κι εκείνο και να δοκιμάσει κι εκείνο από ένα κουτί πίτσα, το αγαπημένο φαγητό του πρόωρα χαμένου Αιμίλιου.

Το κείμενο αναγνωρίζει ότι τα παιδιά χρειάζονται σοβαρούς τρόπους για να αντιμετωπίσουν τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και στηλιτεύει τους ενήλικες που προσφέρουν επιφανειακές απαντήσεις χωρίς να σέβονται την ικανότητα των παιδιών να κατανοούν την πολυπλοκότητα της ζωής. Είναι αξιοσημείωτο ότι, περισσότερο από τον θάνατο του μικρού αγοριού, το έργο μιλά για τη θλίψη της μεγαλύτερης αδερφής του. Ο ευμετάβολος αυτός κοριτσίστικος λόγος αξιοποιείται θαυμάσια στα χέρια της Ζωής Ξανθοπούλου, που έχει κάνει τη σωστή επιλογή ηθοποιού: η Ευγενία Δημητροπούλου είναι καλά ασκημένη ηθοποιός και έχει μια φρεσκάδα και μια μεταμορφωσιγένεια πολύ χαρακτηριστική – και, φυσικά, απόλυτα αρμόζουσα στον ρόλο αυτόν, που είναι αρκετά επαμφοτερίζων.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου
Σκηνικά - κοστούμι : Γιώργος Λιντζέρης
Μουσική: Σπύρος Γραμμένος
Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώτα Παναγή





















