
Για την παράσταση «Αρμπάιτ» των Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, στο θέατρο Σταθμός.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Πρόκειται για μιαν εξαιρετική σπονδυλωτή παράσταση που θέμα της έχει την εργασία. Η λέξη «Arbeit» είναι δανεισμένη ειρωνικά από την επιγραφή «Arbeit macht frei» («Η δουλειά απελευθερώνει») στις πύλες των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι επτά πρωταγωνίστριες υποδύονται πολλούς διαφορετικούς γυναικείους χαρακτήρες που έχουν εξαρτησιακή σχέση με την εργασία τους. Η παράσταση θέτει ερωτήματα σχετικά με το αν ο άνθρωπος ορίζεται από τη δουλειά του, χωρίς αυτό να εκλαμβάνεται ως δεδομένο: αντιθέτως, κυριαρχεί η προσέγγιση της εργασίας ως καταναγκασμού, που επιτείνεται από τον σεξισμό που εμπλέκεται στην αμιγώς γυναικεία εργασία.
Το ζοφερό φάσμα της ανεργίας
Μια νεαρή κοπέλα περνά από audition για κάποιαν απροσδιόριστη δουλειά, επιδεικνύοντας μπροστά στους επίδοξους εργοδότες τις χορευτικές της ικανότητες και απαντώντας αμήχανα σε ερωτήσεις που αφορούν τα χόμπι, τα όνειρά της, τις δεξιότητές της και τις προοπτικές που έχει. Με έντονο σαρκασμό, οι κειμενογράφοι σκιαγραφούν την περιπλάνηση από ημιαπασχόληση σε ημιαπασχόληση, την κατασπατάληση των ικανοτήτων των νέων ανθρώπων, το ζοφερό μέλλον της ανεργίας που επικρέμαται ως δαμόκλειος σπάθη στις ζωές τους.

Στο επόμενο σκετς (δεύτερο και στην προτίμησή μου) αντιπαραβάλλονται οι καταθέσεις τριών γυναικών που εμπλέκονται (η μία ως πελάτις, η άλλη ως σερβιτόρα και η τρίτη ως προϊσταμένη ενός κολωνακιώτικου κέντρου εστίασης) σε μιαν υπόθεση πιθανής κακοποίησης ενός μικρού Ρομά που πουλά λουλούδια σε πελάτες μπαρ και εστιατορίων. Το ρατσιστικό κίνητρο που επισημαίνει η πελάτις στη χειρονομία της σερβιτόρας θέτει σε κίνδυνο το μέλλον της επιχείρησης κι έτσι, η προϊσταμένη -παρά τις ρητές εντολές που της έχει δώσει να απομακρύνει τους Ρομά από το κατάστημα- απολύει τη σερβιτόρα για να διατηρήσει τους μεγαλοαστούς πελάτες της. Εκ των πραγμάτων, ανοίγει η «βεντάλια» ερμηνείας και προσέγγισης της οιονεί ρατσιστικής συμπεριφοράς και το στοχαστικό βλέμμα του δημιουργού εστιάζει σε παράγοντες όπως την κοινωνική τάξη, την ανασφάλεια της αγοράς εργασίας και τον απόλυτο υποκειμενισμό στην προσέγγιση τέτοιων φαινομένων.
Όταν η φαντασία γεφυρώνει το αδιέξοδο
Στο επόμενο σκετς (τρίτο και στη σειρά προτίμησής μου), δύο εργαζόμενες σε σουπερμάρκετ παρακολουθούν στο διάλειμμα εργασίας τις αφηγήσεις μιας τρίτης συναδέλφου τους. Μια τέταρτη παρεμβαίνει για να τη διαψεύσει, να την εκθέσει, να αποδείξει πως είναι φαντασιόπληκτη και πως οι αφηγήσεις της είναι χαλκευμένες. Η ατμόσφαιρα του διαλείμματος δηλητηριάζεται και σ’ αυτό το σημείο εγείρεται το ζήτημα του πόσο επουσιώδης είναι η αλήθεια όταν το ψέμα δεν είναι βλαβερό. Η πρωτότυπη και τόσο αληθινή αυτή τοποθέτηση επιστεγάζεται από μιαν ακόμη εξωφρενική αφήγηση της μυθομανούς υπαλλήλου: για έναν ιππόκαμπο που απογειώνεται από την επιφάνεια της θάλασσας.
Η σκηνή αυτή δίνεται με δηκτικό, βιτριολικό χιούμορ, συμπλέκοντας δημιουργικά τη φαντασίωση με μια προσγειωμένη προσέγγιση της πραγματικότητας.
Σε μιαν άλλη ιστορία εκδιπλώνεται η φρίκη μιας σερβιτόρας για το bullying που υφίσταται καθημερινά στη δουλειά της, παρά την καλή της διάθεση να εξυπηρετήσει τους πελάτες. Η κριτική ματιά τής κατά κανόνα σιωπηρής εργαζόμενης αποκαλύπτει τα πιο χαμερπή, κοινότοπα και συχνά κακοποιητικά κίνητρα των πελατών. Η σκηνή αυτή δίνεται με δηκτικό, βιτριολικό χιούμορ, συμπλέκοντας δημιουργικά τη φαντασίωση με μια προσγειωμένη προσέγγιση της πραγματικότητας.
Το ανάλγητο πρόσωπο της εργοδοσίας
Στο κορυφαίο (κατά την άποψή μου) μονόπρακτο της παράστασης, μια ασκούμενη αρχιτέκτων/πολεοδόμος ξενυχτά στο γραφείο όπου εργάζεται για να ολοκληρώσει ένα τεράστιο σχέδιο. Την επομένη το πρωί παραπονιέται για τις άθλιες συνθήκες εργασίας της και η συνάδελφός της του διπλανού γραφείου την παροτρύνει να ζητήσει ένα οικονομικό bonus από την απεχθή προϊσταμένη. Εξαιρετικές ερμηνείες, καταιγιστικός ρυθμός, συγκινησιακά crescendi και μια απρόσμενη ανατροπή καθιστούν αυτό το μονόπρακτο το πιο ενδιαφέρον, το πιο άμεσα συνδεδεμένο με την απομύζηση, την αφαίμαξη και τη σύνθλιψη του σύγχρονου εργαζόμενου, το πιο ανθρώπινο από όλα, ακριβώς γιατί αποτυπώνει τη δολιότητα και την αδικία σε όλο τους το μεγαλείο.

Στο έκτο μονόπρακτο δυο νηπιαγωγοί ετοιμάζουν το χριστουγεννιάτικο πάρτι των νηπίων, τα δώρα τους, το δεντράκι τους, τον Αη-Βασίλη. Από στιγμή σε στιγμή οι γονείς θα φέρουν τα μικρά στο πάρτι, όταν η ανάρτηση μιας μητέρας στο facebook ανατρέπει όλες τους τις βεβαιότητες και δυναμιτίζει την επιβίωση του ιδιωτικού αυτού νηπιαγωγείου. Έντονη κοινωνική κριτική ασκείται από αυτό το μονόπρακτο, που κατά τη γνώμη μου είναι υπερβολικό ως προς την καταγραφή της ανθρώπινης κακουργίας.
Αγώνας για την επιβίωση: ο θάνατός σου η ζωή μου
Στο τελευταίο σκετς, η θυματοποίηση των εργαζόμενων γυναικών μετατίθεται στην άμεση προϊσταμένη τους (τη «μαλάκω», όπως την αποκαλούν χαρακτηριστικά), που υπήρξε κάποτε και η ίδια καθαρίστρια, όμως η νέα της θέση και η πολιτική συρρίκνωσης του προσωπικού της εταιρείας τής επιβάλλει να απολύσει οπωσδήποτε μια από τις άλλες έξι: αρκετά μελοδραματικά αποδίδεται η κακοποιός επίδραση της επαγγελματικής ανασφάλειας στους χαρακτήρες των ανθρώπων, σε μια προοπτική «homo homini lupus».
Η γυναικεία φύση που φιλοτεχνείται μέσα από τη διάπλαση διακριτών γυναικείων τύπων είναι το κύριο προσόν των επτά μονόπρακτων. Επίσης, ο σκηνοθετικός ελιγμός «περάσματος» από το ένα στο άλλο: μέσα από συγχρονισμένες ή ασύγχρονες κινήσεις και αλλαγές στάσης και αντικειμένων στον χώρο γίνεται η μετάβαση από τον έναν σπόνδυλο της παράστασης στον άλλον. Χωρίς να μετατρέπεται σε μουσικοχορευτική, η παράσταση των Παλούμπη-Τσιοτσιόπουλου έχει έναν ελευθεριάζοντα ρυθμικό τόνο που της προσδίδει δυναμισμό και αμεσότητα. Για παράδειγμα, κάποια χτυπήματα στον κουβά της σφουγγαρίστρας ή στο τραπέζι δίνουν τον ρυθμό μιας «ραπ» μετάβασης – οι στίχοι ενός ραπ τραγουδιού αποτυπώνουν την επαγγελματική απελπισία και το αδιέξοδο. Προς το τέλος, μάλιστα, ο ρυθμός παραπέμπει έντονα σε σπιρίτσουαλ.
Ένας ρεαλισμός πιο βαθύς από τους άλλους
Είναι ξεκάθαρο πως, για μιαν ακόμη φορά, η παράσταση των Παλούμπη/Τσιοτσιόπουλου προέκυψε από δημιουργική συνεργασία με τους ηθοποιούς, χωρίς αυτό να τη μετακινεί από τον αδιάσειστο θεματικό της άξονα και χωρίς να της στερεί τη σφραγίδα της σκηνοθεσίας. Πρόκειται για ένα αγαστό πάντρεμα της ξεκάθαρης ιδεολογικής τοποθέτησης με τους ευρείς ορίζοντες προσωπικής έκφρασης της κάθε ηθοποιού. Η δήλωση του έργου είναι σαφής: βιώνουμε κοινωνικές συνθήκες βαρβαρότητας και κανιβαλισμού και η αποθέωση του αξιακού συστήματος της αποδοτικότητας και του κέρδους καθιστούν το πορτραίτο της σύγχρονης αγοράς εργασίας στον τόπο μας εφιαλτικό.

Με μια ποιητική νότα ο συγγραφέας αποδίδει τις λεπτές αποχρώσεις της καθημερινότητας υπερτονίζοντας τον αλλοτριωτικό, συνθλιπτικό ρόλο της ιεραρχίας στον χώρο της δουλειάς που, σε συνδυασμό με τις δύσκολες συνθήκες ζωής του εργαζόμενου, οδηγεί σε ακραία καταθλιπτικά σύνδρομα και συχνά και σε βία. Θα ’λεγε κανείς πως, παρά τον βαθύ ρομαντισμό που το διαπνέει, το θέατρο του Παλούμπη είναι ένα «θέατρο της σκληρότητας». Επειδή, όμως, η πραγματικότητα είναι πάντοτε μια βαθμίδα πιο σκληρή από την Τέχνη, ο δημιουργός κινείται από προσωπικούς οραματισμούς και εκφράζει απερίφραστα τον αποτροπιασμό του για την ανισότητα, την έλλειψη ευκαιριών, την εκμετάλλευση της εργαζόμενης γυναίκας και τις αφόρητες επαγγελματικές προοπτικές που επιφυλάσσει ο στυγνός καπιταλισμός στους αυριανούς εργαζόμενους. Είμαι, λοιπόν, βέβαιος πως ένα τόσο ρεαλιστικό θέατρο που στηλιτεύει την πραγματικότητα χωρίς περιστροφές, εκτός του ότι επιχειρεί μια ρεαλιστική και προσγειωμένη ανάγνωση της ζωής του καθημερινού βιοπαλαιστή, νομιμοποιεί τον αντίλογο, γίνεται παντιέρα για μαχητικές ενστάσεις και διανοίγει την προοπτική σε δυναμικές διεκδικήσεις.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Κείμενο, σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος
Σκηνικά: Ναταλία Αστυπαλίτη
Φωτισμοί, ηχητικός σχεδιασμός: Γιώργος Αντωνόπουλος
Φωτογραφίες: Στάθης Πορονίδης
Βίντεο προώθησης: Ερμής Περιστέρης
Ερμηνεύουν: Σοφία Ακασοπούλου, Ελευθερία Αράκη, Θεοδώρα Βαλομάνδρα, Βίκυ Εδιάρογλου, Εύα Θεολόγη, Άννα Μαρίνου, Μαρίτσα Φωτιάδου






















