
Για την παράσταση «Ο όρκος της Ευρώπης / Le Serment d' Europe», του Ουαζντί Μουαουάντ (Wajdi Mouawad), με τη Ζιλιέτ Μπινός, που παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στην Επίδαυρο, την Παρασκευή 1 Αυγούστου. Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Ποτέ δεν ξέρουμε ποιον σώζουμε γράφοντας, όπως δεν ξέρουμε ποιος μας έσωσε επειδή έγραψε (…) αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι μετά το Άουσβιτς, μετά τη Ρουάντα, την εποχή της Γάζας, στον θάνατο κάθε παιδιού, όπως στην καρδιά κάθε ομήρου που κρατείται ακόμα σήμερα, το να γράψεις ένα ποίημα όχι μόνο δεν είναι βάρβαρο, αλλά πλέον ό,τι δεν είναι ποίημα συνιστά προδοσία (...)»
Wajdi Mouawad
Στο θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου είδα τον «Όρκο της Ευρώπης» του γαλλολιβανέζου συγγραφέα και σκηνοθέτη Ουαζντί Μουαουάντ. Ο Όρκος της Ευρώπης εξερευνά τη μνήμη ενός εγκλήματος, το βάρος της σιωπής, τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα καλύπτει τους αιώνες. Με αυτή τη νέα παράσταση, που δημιουργήθηκε στην Επίδαυρο, ο Ουαζντί Μουαουάντ συνεχίζει το έργο του για την κληρονομιά της βίας και τη δύναμη του θεάτρου ως χώρου επανόρθωσης.
Η Ευρώπη γίνεται η αρχή μιας γενεαλογίας που, από μύθο σε μύθο, καλύπτεται από τέρατα, κατάρες, απαγχονισμούς. Η Αριάδνη, η Φαίδρα, η Ιοκάστη, η Αντιγόνη, όλες συνδέονται με το ίδιο νήμα, αυτό του λαβύρινθου, της μοίρας, της τραγωδίας...
O προβληματισμός του Μουαουάντ για την αρχαία Τραγωδία δένει απόλυτα με το τοπίο της Επιδαύρου. Μια «κάποια» θηλυκή πρόγονος όλων των γνωστών πολιτισμών, κοριτσάκι ακόμη οκτώ χρονών, παρακολουθεί τη σφαγή ενός πληθυσμού. Αυτό το έγκλημα το διαπράττουν δικοί της άνθρωποι και, χωρίς να το θέλει, γίνεται συνένοχη στο έγκλημα. «Η Ευρώπη έπαιζε σε μια παραλία όταν την πήρε ο ταύρος. Η πριγκίπισσα εξαφανίζεται και πηγαίνει στην Κρήτη, όπου γεννά τον Μίνωα. Και ο πατέρας Μίνωας γεννά με την Πασιφάη τον Μινώταυρο. Η Ευρώπη γίνεται η αρχή μιας γενεαλογίας που, από μύθο σε μύθο, καλύπτεται από τέρατα, κατάρες, απαγχονισμούς. Η Αριάδνη, η Φαίδρα, η Ιοκάστη, η Αντιγόνη, όλες συνδέονται με το ίδιο νήμα, αυτό του λαβύρινθου, της μοίρας, της τραγωδίας (...) Ο Κάδμος, ο Φοίνικας αδελφός της Ευρώπης, μετά την απαγωγή της τελευταίας, ήρθε στους Έλληνες για να την πάρει πίσω. Όλα τελείωσαν με το γάμο του Κάδμου και της Αρμονίας και με το δώρο του Κάδμου προς τους Έλληνες: την πολυπόθητη φοινικική εφεύρεση, την αλφαβητική γραφή. «Θα σπείρουμε αυτά τα μυστηριώδη γράμματα μαζί για να εγγράψουμε τη μνήμη μας στη στήλη του χρόνου», είπε ο Κάδμος. «Από αυτούς τους γάμους, προκύπτει ο ακλόνητος δεσμός στην Ευρώπη, και ευρύτερα στη Δύση, μεταξύ Ιστορίας και Εξορίας». Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, το κορίτσι «Ευρώπη» είναι μια γηραιά κυρία που ψηλαφεί τα ίχνη του παρελθόντος ώστε να φέρει στο φως της δικαιοσύνης όσα φρικτά και αποτρόπαια αποσιωπήθηκαν. Αυτό θα μπορούσε κάποιος να το δει ως πολιτική αλληγορία, όμως ο σκηνοθέτης αποπειράται να φιλοτεχνήσει μια τεράστια μεταφορά καταγγελτικού χαρακτήρα: και αυτό είναι τολμηρό, φιλόδοξο και πρωτοποριακό.
Ποιο αφήγημα είναι απόλυτα ακατάλληλο και ποιο όχι
«Μία από τις χειρότερες τιμωρίες της εποχής μας», λέει ο Μουαουάντ στο College de France, «είναι ότι σε λιγότερο από 50 χρόνια η Ευρώπη πέτυχε, αρνούμενη την έννοια της τραγωδίας, αποστασιοποιώντας την από τη δημοκρατία και εγκαταλείποντας την στις δικτατορίες για να την κάνει συνώνυμο της βαρβαρότητας. Η αίσθηση της τραγωδίας έδωσε τη θέση της στον ηθικισμό, στην ανούσια συμπόνια προς τα θύματα, στο υπερδιογκωμένο Εγώ και Εσύ. Η τραγωδία, που στόχο της είχε να απαλλάξει τον άνθρωπο από την καταπίεση και να του διεγείρει την αγανάκτηση, τώρα καταρρέει, δυναμιτισμένη όπως οι δύο Βούδες του Μπαμιάν δυναμιτίστηκαν από τους Ταλιμπάν».

Και, φυσικά, ο Μουαουάντ εντοπίζει την αιτία της πολιτιστικής κρίσης της Ευρώπης στην κρίση που περνά η αφήγηση. «Αντιμέτωπη με το κυρίαρχο αφήγημά της, η Ευρώπη αρνείται εντελώς να γίνει ένα σώμα. Δεν πρέπει πλέον να αφηγούμεθα ιστορίες γιατί δεν πρέπει πλέον να δημιουργούμε ενότητα. Η ενότητα οδηγεί στην τρέλα, στο παραλήρημα. Η Κάθαρση, που είναι μόνο η εκδήλωση ενός κοινού «άρρητου», ανείπωτου, που μας ενώνει μπροστά στην απουσία παρηγοριάς, απαγορεύεται πλέον. Κάθαρση εντάξει, αλλά ο καθένας κάθαρση για τον εαυτό του: ο καθένας έχει τη δική του ιστορία – μια κοινή τυφλότητα για να τη μοιραστεί με τους άλλους». Εξ ού και η προσωπική του αναζήτηση της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Ανατολής και Δύσης: «Πώς να μαζέψουμε τα συντρίμμια της τραγωδίας στην Ασία και να έρθουμε να τα αφηγηθούμε όλα αυτά στην Ευρώπη, όπου απαγορεύεται η ορθή αφήγηση, και μάλιστα σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική;» Έτσι, το αφήγημα που επινοεί ο Μουαουάντ είναι απλό, στοιχειώδες, ακόμη ανεπεξέργαστο, πρωτότυπο, και –θα μπορούσε να πει κανείς- άμεσα αποκρυπτογραφήσιμο: δεν θέλει το κοινό να μπει σε μιαν ατραπό νοηματοδοτήσεων χωρίς τελειωμό, δεν θέλει να γράψει έναν γρίφο. Θέλει να ειπωθεί η Αλήθεια. Και το κάνει αυτό με μια παράσταση αποστομωτικής ειλικρίνειας, χωρίς βαθύτατη δραματουργική επεξεργασία, αλλά με ευθύ και απροκατάληπτο βλέμμα.
Η Ασία δίνει ραντεβού με την Ευρώπη στη σκηνή του δράματος
Η Επίδαυρος είναι τεράστια, χωρίς άμεσο παρασκήνιο, ώστε χρειάζεται όλοι οι ηθοποιοί να παραμένουν εξαρχής πάνω στη σκηνή. Το απλό και πολυσήμαντο σκηνικό του Emmanuel Clolus συνοδεύουν οι εξαιρετικοί εξπρεσιονιστικοί φωτισμοί του Laurent Schneegans, η μουσική σύνθεση του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη και το ηχητικό τοπίο της Annabelle Maillard: εναλλαγή φωτός και σκιάς, εστίαση σε συγκεκριμένα σημεία της σκηνής, κόκκινο φως στις εορταστικές σκηνές συνεύρεσης των τριών αδελφών και λευκό στην παρουσία της Ευρώπης, μουσικά cuts άψογα συνδυασμένα με την κίνηση των ηθοποιών, γνωστά ποπ γαλλικά τραγούδια (“Caramelles, bonbons et chocolats”) που κάνουν ειρωνική αντίστιξη προς τον ζόφο της εξιστόρησης. Η κορυφαία ισραηλινή ηθοποιός και τραγουδίστρια Λεόρα Ρίβλιν υποδύεται την Ευρώπη, αυτήν τη γηραιά γυναίκα που αναγκάζεται να κοιτάξει στα μάτια τον πιο σκοτεινό εαυτό της καλώντας σε συνάντηση τις χαμένες κόρες της σ’ ένα τραπέζι και σ’ ένα ιδιότυπο δικαστήριο. Μπαίνει νύχτα σ’ ένα σπίτι με καρέκλες μαζεμένες πίσω από ένα παλιό τραπέζι, θρανία σκεπασμένα και παλιά χαλιά τυλιγμένα, όπου κρύβεται ο εαυτός της ως κοριτσάκι. «Μπορείς να κρυφτείς όσο θες, αλλά ήρθε η ώρα να εμφανιστείς, κοριτσάκι», λέει η Ευρώπη. «Δώσαμε έναν όρκο. Θυμάσαι, Ευρώπη, σε ποιον δώσαμε τον όρκο;» (η μετάφραση του εν εξελίξει έργου είναι του Βασίλη Δογάνη).Το κοριτσάκι αρνείται, ξεσπά πετώντας καρέκλες αριστερά και δεξιά (την Ευρώπη-ως-παιδί οκτώ χρονών υποδύεται η Réto-Lefort): «Εγώ θα διηγηθώ αυτά που είδες εσύ», λέει η γηραιά Ευρώπη συντετριμμένη, διατηρώντας ωστόσο έναν τόνο φωνής επίπεδο, κυνικό, σκόπιμα αχρωμάτιστο. Η ερμηνευτική επιλογή είναι σαφής: δεν υπάρχει συντριβή ανάλογη ενός εγκλήματος τέτοιου μεγέθους!
«Σου μιλώ σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις και εσύ σωπαίνεις σ’α υτήν τη γλώσσα που δεν τη μιλώ. Τα χρόνια έχουν περάσει κι εσύ είσαι ακόμα αυτό το μαχαίρι το καρφωμένο στον λαιμό μου...».
Η εξαιρετική ρωσο-ουκρανή ηθοποιός Ντάρια Πισάρεβα υποδύεται την Άσσια Φαντιάγκχα, μια διπλωμάτισσα των Ηνωμένων Εθνών (ο χαρακτήρας είναι εμπνευσμένος από τη σύμβουλο της προεδρίας της δημοκρατίας για τη Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή Anne-Claire Legendre) έχει επωμισθεί την ευθύνη της έρευνας. Το σώμα της, η φωνή της, ακόμα και η κίνησή της στα ψηλοτάκουνα Louboutin — τώρα θα πρέπει να ανασυνθέσει μια ιστορία ισχύος, τρωτότητας και αποφασιστικότητας, ένα γυναικείο σώμα που πασχίζει να διαπραγματευθεί την ειρήνη με έναν κόσμο ανδρών: «Σερβιέτες, κραγιόν, βερνίκι νυχιών, μολύβια, τρία κινητά, εφεδρικό καλσόν, βούρτσα και τσιμπιδάκι των φρυδιών, όλα σκορπισμένα στο πεζοδρόμιο μαζί με τις φωτογραφίες των ομαδικών τάφων του Ακσάι-Τζάλι-Χαντάν, με τους παιδικούς σκελετούς και τα ανθρώπινα λείψανα». H Άσσια, απόγονος των θυμάτων της σφαγής του Ακσάι Τζάλι Χαντάν, όπου μικρά παιδιά κατασπαράχτηκαν από σκυλιά: έχει, λοιπόν, αναπτύξει δυσανεξία με τους σκύλους, μια φοβία που επιτείνεται από την εμφαντική παρουσία, επί σκηνής, ενός κινούμενου ομοιώματος σκύλου, μιας ζωόμορφης Γοργώς που υπενθυμίζει τον ζόφο του παρελθόντος: «Σου μιλώ σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις και εσύ σωπαίνεις σ’α υτήν τη γλώσσα που δεν τη μιλώ. Τα χρόνια έχουν περάσει κι εσύ είσαι ακόμα αυτό το μαχαίρι το καρφωμένο στον λαιμό μου...».

Η Μεγάρα, η Ουεντίχα και η Ζοβέτ, όπως αναδύονται από τον Μύθο/Αφήγημα της μοίρας τους και συμφιλιώνονται με αυτόν
Η Δανάη Επιθυμιάδη –που έδωσε μια από τις δύο καλύτερες ερμηνείες της παράστασης, ακολουθώντας μιαν ανοδική καριέρα που πέρασε και από το «Σ’ εσάς που με ακούτε» του Μάνου Καρατζογιάννη– υποδύεται τη Μεγάρα (το όνομα μυθολογικά αναφέρεται στη σύζυγο του Ηρακλή), μια γυναίκα βαριά φορτωμένη με το προσωπικό της τραύμα, που καλείται να παραστεί ως μάρτυρας στο δικαστήριο αυτής της παλαιάς σφαγής – μιας σφαγής που δεν είναι απλώς ιστορία, αλλά ζωντανό τραύμα που διαπερνά γενεές ολόκληρες: «Κάνω ό,τι μπορώ για να μην καταρρεύσει ο Παρθενώνας κι εσύ με πρήζεις ότι πέθανε ο μπαμπάς. Μην μου το ξαναπείς, δεν πρόκειται να το ακούσω καλύτερα, τελείωνε! Και όσο και αν το άκουγα, όσο κι αν μου το ξαναέλεγε ο έρωτάς μου Μεγάρα, αγάπη μου, πέθανε ο πατέρας σου!, εγώ έλεγα ο Παρθενώνας δεν πρέπει να καταρρεύσει, τα ερείπια δεν πρέπει να εξαφανιστούν, τα ίχνη δεν πρέπει να χαθούν». Η διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης όπως απορρέει από την αρχαιοελληνική παράδοση και το κτήριο/σύμβολο της Δημοκρατίας, αυτό είναι ό,τι προλαβαίνει να διασώσει αυτή η ημι-μυθική, ημι-συμβολική Μεγάρα από την εκατόμβη πολιτισμών που διενεργήθηκε στη Δύση, στον Νέο Κόσμο.
To οικογενειακό στίγμα και η επανάληψή του θυμίζει την κατάρα των Ατρειδών, την κατάρα των Λαβδακιδών, ένα είδος συμβεβλημένης εκδοχής όλων των αρχετυπικών μύθων ενοχής που θεμελιώνουν τη δυτική πολιτιστική παράδοση και την τέχνη του θεάτρου.
Και μετά έρχεται η Ανατολή: η Ζιλιέτ Μπινός εφαρμόζει μιαν απόλυτα εσωτερική ερμηνεία υποδυόμενη την Wadiha, μια πριγκίπισσα της Φοινίκης, μια μορφή που φτάνει από το Λεβάντε. Είναι μια αδερφή, μια πρόγονος που έπεσε θύμα απαγωγής και τελικά γέννησε έναν εγκληματία. Ο Καναδός ηθοποιός και θεατρικός συγγραφέας Εμανουέλ Σβαρτς ερμηνεύει τον δύσκολο ρόλο του Zacharie, του γιου της Ουεντίχα, που έχει δολοφονήσει μια γυναίκα και που προσπαθεί να βρει μέσα του την απάντηση γιατί προχώρησε σε αυτήν τη φρικτά βίαιη πράξη: «Είναι σαν ένα στίγμα εκ γενετής. Είναι εκεί και γύρω στα πέντε που συνειδητοποιείς την παρουσία του. Παίζεις σ’έναν κήπο, σταματάς και ξαφνικά έχεις την πεποίθηση ότι ο ουρανός είναι άδειος, ότι δεν υπάρχει μαγεία, ότι τίποτα δεν είναι αληθινό. Είναι σαν ένα σημάδι εκ γενετής η κατάρα. Δεν ξέρεις από πού προέρχεται, αλλά ξέρεις ότι είσαι καταραμένος, το πιστεύεις ακράδαντα». To οικογενειακό στίγμα και η επανάληψή του θυμίζει την κατάρα των Ατρειδών, την κατάρα των Λαβδακιδών, ένα είδος συμβεβλημένης εκδοχής όλων των αρχετυπικών μύθων ενοχής που θεμελιώνουν τη δυτική πολιτιστική παράδοση και την τέχνη του θεάτρου. «Υπάρχει ένα μέρος της παρηγοριάς που προέρχεται από την αφήγηση ιστοριών», λέει ο Εμανουέλ Σβαρτς σε συνέντευξή του.
Ο καθένας μας θα μπορούσε να γίνει θύμα, αλλά θα μπορούσε να γίνει μια μέρα και δήμιος. Ωστόσο, θα επέλθει η συμφιλίωση.
Η γαλλο-καναδή Βαϊολέτ Σοβό ερμηνεύει τον ρόλο της διπλωμάτου ερευνήτριας Ζοβέτ (το όνομα Jovette προκύπτει από το Zeus/Δίας), που καλείται στο δικαστήριο προκειμένου να διερευνήσει τι έχει συμβεί με τη σφαγή: «Βρίσκομαι εδώ εξαιτίας μιας αναγκαιότητας. Τη νιώθω βαθιά στον κώλο μου τη γαμημένη αναγκαιότητα!» Πρόκειται για ένα ακόμη εγκαταλελειμμένο παιδί, μιλά σε διάλεκτο québécoise (του Κεμπέκ) και κατηγορεί την Ευρώπη γιατί την εγκατέλειψε στις όχθες ενός ποταμού. Τότε η Ουεντίχα γυρνά και της λέει: "Η εγκατάλειψη δεν αποδεικνύει τίποτα Ζοβέτ! Το αντίθετο! Για να με οδηγήσει στο Μαύρο Ποτάμι και να με εγκαταλείψει χρειάστηκε να με πάρει στην αγκαλιά της, έτσι δεν είναι; Δεν θα σε αφήσω λοιπόν να πεις ότι δεν υπήρξε αγάπη! Ίσα ίσα! Πρέπει να με κουβάλησε και για να με κουβαλήσει πρέπει να με έσφιξε πάνω της, έτσι δεν είναι; Δεν υπήρξε παρά μόνο τρυφερότητα σ’αυτήν τη διαδρομή και μερικές φορές αυτό αρκεί!". Όπως η Ευρώπη, ο χαρακτήρας αυτής της ιστορίας είναι κληρονόμος και ταυτόχρονα θύμα. Καθένας από εμάς προέρχεται ίσως από αυτούς που μια μέρα σφαγιάστηκαν ή θα μπορούσαν μια μέρα να είναι μέρος τους. Ο καθένας μας θα μπορούσε να γίνει θύμα, αλλά θα μπορούσε να γίνει μια μέρα και δήμιος. Ωστόσο, θα επέλθει η συμφιλίωση. Όλες οι ήπειροι, φορώντας δύσκολα στη χρήση ψηλοτάκουνα παπούτσια, θα επιχειρήσουν να βρουν τη θαυμαστή ισορροπία στο τέλος, με τη συνοδεία του υπέροχου τραγουδιού «Yukali».

Η θυσία και το ανέφικτο μιας πιθανής εξιλέωσης
Η αρχική σύλληψη οφείλεται στην ηθοποιό Αντρέ Λασαπέλ, για την οποία ο Μουαουάντ έτρεφε τεράστιο θαυμασμό. Μετά την περιοδεία των Incendies το 2003, η σπουδαία ηθοποιός ζήτησε από τη συγγραφέα να της γράψει έναν μονόλογο για τα 80ά της γενέθλια. Η Λασαπέλ του είπε ότι υπήρχε πάρα πολλή δυστυχία στον κόσμο και ότι έπρεπε να γράψει ένα έργο για την αγάπη. Ο Μουαουάντ τότε έφτιαξε προς χάριν της ένα σκαρίφημα μονολόγου, που θα έφερε τον τίτλο «Αγάπη» (“Amour”), λέει σε συνέντευξή του, και συνεχίζει: «Με τα χρόνια δημιουργήθηκαν και άλλες παραστάσεις: All Birds, Mother, Fauves, Square Root of the Verb to Be, και αυτή η τελευταία ανέτρεψε τα πάντα, έσπασε την αφήγηση όπως την είχα εξασκήσει μέχρι τότε, και εισήγαγε μια νέα επιθυμία. Όταν έφτασε το κάλεσμα από την Επίδαυρο, αυτή η τόσο ζωηρή επιθυμία ήρθε να συναντήσει αυτό το παλιό έργο, αυτόν τον μονόλογο, που άρχισε να δονείται διαφορετικά. Κάτι έχει μετακινηθεί. Και γεννήθηκε ο Όρκος της Ευρώπης (...) Διατηρούσα πάντα μια σχέση έντασης με την αφήγηση. Επειδή είναι τόσο φυσικό για μένα, ξέρω ότι διατρέχω πάντα τον κίνδυνο να το κάνω πολύ ρευστό. Τα πρώτα μου κείμενα, όπως το Journe de noces chez les Cromagnons, ακολούθησαν μια γραμμική αφήγηση. Η Littoral εισήγαγε τις πρώτες κινήσεις, με παρεκβάσεις, και την εμφάνιση άλλων επιπέδων κατανόησης. Στις Incendies εμφανίζονται αναδρομικές αφηγήσεις και ένα σημείο καμπής στη γλώσσα - απλές, άμεσες προτάσεις, που δεν θα τολμούσα ποτέ να γράψω πριν, όπως και μια ανοιχτή δομή, το Inflammation of the Verb to Live. Το All Birds ανέσυρε πολλές γλώσσες στην επιφάνεια, το Notre Innocence και το Fauves συνέθλιψε την αφήγηση. Τώρα, με τον «Όρκο», φέρνω στην ύπαρξη πέντε χαρακτήρες γυναικών, που καθένας έχει τη δική του ιστορία: στο τέλος είναι και οι πέντε ταυτόχρονα παρούσες στη σκηνή, χωρίς αξεσουάρ, χωρίς σαφείς χρονικούς δείκτες. Πρόκειται για ένα είδος ολικού παρόντος, όπου οι εποχές, οι μνήμες, τα μέλλοντα αντιπαρατίθενται, διεισδύουν το ένα στο άλλο. Αυτό δεν είναι ούτε αναδρομή ούτε προσμονή. Είναι ένα σύνθετο παρόν, φορτισμένο με αυτό που ήμασταν και αυτό που θα είμαστε», λέει σε συνέντευξή του ο Μουαουάντ. «Όλοι είμαστε απόγονοι παλαιότερων θυσιαστικών θυμάτων, όπως και όλοι οι χαρακτήρες της παράστασης, που καθένας τους προέρχεται και από διαφορετικό τόπο. Οι ιστορίες τους, οι χειρονομίες τους, η παρουσία τους θρέφουν τη φαντασία της παράστασης. Η παράσταση σχολιάζει την αξία του αίματος, τον συμβολισμό των τελετουργιών στην ελληνική Τραγωδία υπό μιαν ανθρωπολογική οπτική. Σχολιάζει την έννοια του απηνούς και της ατιμωρησίας και την πολιτικά πυκνή έννοια του Δικαίου».
Και μόνο αυτή η σύλληψη, τη στιγμή που διενεργείται η εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης, κατατάσσει τον «Όρκο της Ευρώπης» στη χορεία των σημαντικότερων παραστάσεων του σύγχρονου δραματολογίου...
Παρά το ατελές της δραματουργικής δόμησης κάποιων ρόλων (κυρίως της καναδής διπλωμάτη Ζοβέτ) που προκαλεί απορίες και αφήνει τον θεατή εκκρεμή για τα πρώτα είκοσι λεπτά, παρά τα χρονικά πήγαιν’έλα που περιπλέκουν την κατανόηση έως ότου διασαφηθεί ότι ο χρόνος της εξιστόρησης είναι ρευστός, η παράσταση του Μουαουάντ βάζει τον θεμέλιο λίθο για μια νέα εποχή στην τέχνη του θεάτρου. Για πρώτη φορά στην ιστορία των θεατρικών παραστάσεων ένας δημιουργός καταγγέλλει ευθέως την Ευρώπη ως την ηθική αυτουργό όλων των εγκλημάτων που έχουν διενεργηθεί εις βάρος της ανθρωπότητας. Τη βάζει σε μετωπική αντιπαράθεση με το κοίλον, να απαριθμεί τα εξωφρενικά, ακραία, ανατριχιαστικά εγκλήματά της. Τη βάζει να συγκαλεί οικογενειακή συνέλευση με όλες τις υπόλοιπες ηπείρους, ώστε να τους διευκρινίσει πόσο ανάλγητη και ασυγχώρητη υπήρξε στην πάροδο των αιώνων (ρωμαϊκή αυτοκρατορία, Βυζάντιο, μεσαιωνικός Καθολικισμός, αιρέσεις, ισοπέδωση των νέων χωρών με τους conquistadores και τη γενοκτονία στην Αμερική, δουλεμπόριο και απομύζηση της Αφρικής, ακόμη και καπιταλισμός και εφαρμοσμένος σοσιαλισμός, όλα με όργανο την ωμή, ανεπεξάργαστη βία). Tο πλέγμα συνείδησης και αδυναμίας δεν θα μπορούσε να αποδοθεί με γραμμική αφήγηση, παρά μόνον με μια «διαμελισμένη» Γεωγραφία και Ιστορία ενός τόπου που δεν κατονομάζεται, και όπου πραγματοποιείται μια σφαγή. Και μόνο αυτή η σύλληψη, τη στιγμή που διενεργείται η εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης, κατατάσσει τον «Όρκο της Ευρώπης» στη χορεία των σημαντικότερων παραστάσεων του σύγχρονου δραματολογίου και την πρεμιέρα που παρακολούθησα στην Επίδαυρο την καλύτερη παράσταση της φετινής θερινής σαιζόν.
Μουαουάντ
Ο Ουαζντί Μουαουάντ, καλλιτεχνικός διευθυντής του Théâtre National de la Colline, ήταν ο σεναριογράφος του υποψήφιου για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας Μέσα από τις φλόγες (Denis Villeneuve, Incendies, 2010). Το σκοτεινό αυτό οδοιπορικό στον Λίβανο του εμφυλίου, που ξετυλίγεται μέσα από μια τραυματική οικογενειακή ιστορία, έχει στη ρίζα του μια βαθιά σύνδεση με την αρχαία τραγωδία, η οποία αποτελεί την κυριότερη πηγή έμπνευσης του Μουαουάντ: ο διχασμός στην καρδιά της οικογένειας, η πάλη των δύο φύλων, ο ξεριζωμός, η ολέθρια κληρονομιά της προηγούμενης γενιάς στις επόμενες και η αναζήτηση κάθαρσης είναι θέματα που επανέρχονται στα θεατρικά του έργα, τα περισσότερα σε διάλογο με ήρωες του Αρχαίου Δράματος. Θέατρο πολιτικό σε συνομιλία με τη σύγχρονη Ιστορία, εμβαθύνει ταυτόχρονα στον Μύθο επιδιώκοντας να αναδείξει τις αρχετυπικές διαστάσεις της ανθρώπινης περιπέτειας, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου. Από την άλλη, εστιάζει στην αναζήτηση ταυτότητας πέρα από φυλετικά, θρησκευτικά, οικογενειακά όρια, και ο φωτισμός των προσώπων μ’ έναν έντονα λυρικό λόγο προσδιορίζει μια ιδιαίτερα σύγχρονη προσέγγιση, όπως το είδαμε και στο τελευταίο του έργο Όλοι εμείς πουλιά, που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο πέρσι. Ο Μουαουάντ είχε έρθει στο Ηρώδειο το 2011 με τον κύκλο Γυναίκες, μια σπονδυλωτή σκηνοθεσία των έργων του Σοφοκλή Αντιγόνη, Ηλέκτρα και Τραχίνιαι, με γαλλοκαναδικό θίασο σε μια διεθνή συμπαραγωγή.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Κείμενο και σκηνοθεσία: Wajdi Mouawad
Juliette Binoche: Wediha
Violette Chauveau: Jovette
Δανάη Επιθυμιάδη: Mégara
Daria Pisareva: Assia
Leora Rivlin: Europe
Emmanuel Schwartz : Zacharie
Réto-Lefort : Europe enfant
Σκηνικά: Emmanuel Clolus
Δραματουργία: Charlotte Farcet
Σχεδιασμός φωτισμού: Laurent Schneegans
Μουσική σύνθεση: Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης
Σχεδιασμός ήχου: Annabelle Maillard
Κοστούμια: Isabelle Flosi
Μακιγιάζ-κομμώσεις: Cécile Kretschmar
Βοηθός σκηνοθέτη: Cyril Anrep
Παραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών/Επιδαύρου
Συμπαραγωγή: La Colline – Théâtre National






















