
Για την παράσταση βασισμένη στα κείμενα «Δεξιά της κοίτης» του Γιάννη Παλαβού και «Συνεδρία πολέμου» του Άρη Αλεξανδρή, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη-bijoux de kant, στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. © για την εικόνα: Karol Jarek
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου δύο ξεχωριστούς γυναικείους μονολόγους συντεθειμένους σε μια παραστασιακή ενότητα από τον Γιάννη Σκουρλέτη-bijoux de kant: το «Δεξιά της κοίτης» του Γιάννη Παλαβού, εμπνευσμένο από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, και τη «Συνεδρία πολέμου» του Άρη Αλεξανδρή, εμπνευσμένο από τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Είναι άθλος η σύνδεση δύο τόσο άνισων μεταξύ τους κειμένων, που θεματολογικά δεν άπτονται το ένα του άλλου: ο Σκουρλέτης τα γεφυρώνει αντιπαραθέτοντας τη γυναίκα μιας παραδοσιακής κοινωνίας προς μια σύγχρονη εκδοχή γυναίκας.
Πιο συγκεκριμένα, η σχέση πατέρα και κόρης αναδεικνύεται στον μονόλογο του κ. Παλαβού, ενώ η σχέση γυναίκας και άντρα είναι το θέμα του μονολόγου του κ. Αλεξανδρή: ψηλαφώντας τον βαθύ πυρήνα μιας σκοτεινής, αρχαίας, διονυσιακής Ελλάδας και απευθυνόμενος στους μοναχικούς, μονίμως ανικανοποίητους και διαρκώς αυτοϊκανοποιούμενους θαμώνες του Tik Tok και του Instagram, ο Γιάννης Σκουρλέτης τηρεί μια «χαλαρή» σύνδεση με τα κείμενα και στήνει διαφορετικά τον δραματουργικό του ιστό. Δεν στέκεται στην έννοια της Μοίρας και στον μεταφυσικό παράγοντα, αλλά ιχνηλατεί το έδαφος της Επιδαύρου, τον τόπο όπου συναντώνται τα στερεότυπά μας για το αρχαίο θέατρο με μια σύγχρονη, ευρυγώνια αντίληψη της τραγικότητας.
«Δεξιά της κοίτης»
Ο Γιάννης Παλαβός εστιάζει στη σχέση πατέρα-κόρης, βάζοντας μια σύγχρονη Αντιγόνη να τελεί ένα τιμητικό μνημόσυνο στον λαϊκό οργανοπαίκτη πατέρα της, ενώ αφηγείται την ιστορία του: η ακροθιγής σχέση του νεκρού πατέρα με τον Οιδίποδα συνίσταται στο ότι αυτός ο πατέρας είναι απόβλητος από την κοινωνία του χωριού και ως μοναδικό στήριγμά του έχει την κόρη/αφηγήτρια, στο ότι έχει χάσει το φως του και στο ότι συναντά τον θάνατο «κατηφορίζοντας» κατά κάποιον τρόπο στα έγκατα της γης. Θεωρώ εξαιρετική την ερμηνεία της Ρένιας Λουιζίδου, που μαζί με τον σκηνοθέτη διασώζουν αυτό το δημώδες ως προς το ύφος και το ιδίωμα κείμενο, που ελάχιστα παραπέμπει στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» και που κατά σημεία ξεφεύγει οριακά από τον μελοδραματισμό.
![]() |
|
© Karol Jarek |
Κατά τα άλλα, οι αναλογίες της πλοκής αποκλίνουν φανερά από την υπόθεση του «Οιδίποδα επί Κολωνώ». Στον μονόλογο του κ. Παλαβού τα μοτίβα της αιμομιξίας και της πατροκτονίας τα υποκαθιστά ένας φόνος «τιμής» ή (σε μιαν ελεύθερη προσέγγιση) ένα μοιραίο ατύχημα, που αναγκάζει τον λαϊκό κλαρινιτζή να αποσυρθεί σε σκοτεινότερες περιοχές. Η μουσική του σταδιακά θα αλλάξει τόνο, ηχόχρωμα (μια κοζανίτικη πατινάδα γάμου, αν παιχτεί πιο αργά, μπορεί να φτάσει έως και να γίνει μοιρολόι) και θα τον καταστήσει κοινωνικά απόκληρο. Θεωρώ μεγάλη αρετή του κειμένου τη σύλληψη της φράσης «δεξιά της κοίτης», που με συγκινητική εικονοπλασία αποδίδει την περιθωριοποίηση των νεκρών που «φέρουν το στίγμα» – και που τα ξεβρασμένα από τα σκυλιά οστά τους θα έρθουν και πάλι σε επαφή με το ζεστό φως του ήλιου.
«Συνεδρία πολέμου»
Η έννοια του «Πολέμου» -σύμφωνα με τη σκηνοθετική προσέγγιση- διασώζει κάπως τη χαλαρότητα της σύνθεσης με μια παρερμηνεία του γνωστού χορικού του Έρωτα από την «Αντιγόνη»: «Κάποτε η Αντιγόνη πίστεψε πως ο Έρωτας θα νικούσε τον Πόλεμο!» Το «Έρως ανίκατε μάχαν» μεταφράζεται διαφορετικά: από «Έρωτα που νικάς στον πόλεμο» γίνεται «Έρωτα που νικάς τον πόλεμο». Ο Σκουρλέτης συνδέει τις παραστάσεις της Τραγωδίας με τις παραστάσεις της Κωμωδίας, συνοδεύοντας τον θάνατο του Οιδίποδα με έναν χορό συγκαθιστό και με τα «μπρατίμια»: έναν εθιμοτυπικό χορό που προέρχεται από τους βλάχικους γάμους της περιοχής της Κοζάνης και αναφέρεται στους στενούς φίλους του γαμπρού, που πραγματοποιούν αποχαιρετιστήρια τελετουργία κοντά στην όχθη του ποταμού. Ο Διονύσης Νικολόπουλος και ο Δημήτρης Οικονομίδης βρίσκονται εξαρχής πάνω στη σκηνή με μαύρη φουστανέλα και ημίγυμνοι, πότε εκτελώντας βηματισμό τσολιά ανακτορικής φρουράς, πότε αναπτυσσόμενοι σε σχηματισμό μετωπικό, πότε εναγκαλιζόμενοι, πάντως ως σταθερό σημείο αισθησιακής αναφοράς των bijoux de kant.
Στην ψυχαναλυτική «συνεδρία» του Αλεξανδρή, πεδίο μάχης είναι το ανθρώπινο κορμί και αιτία του κακού είναι ο ναρκισσισμός του ανθρώπου που δεν γυρίζει καν να δει τον/την σύντροφό του στο σεξ
«Κάποτε η Λυσιστράτη πίστεψε πως η αποχή από το σεξ θα καταργούσε τον Πόλεμο, όμως ο Πόλεμος είναι εδώ!» Κοινός τόπος των δύο μονολόγων είναι, λοιπόν, ο Πόλεμος (ο «πόλεμος πατήρ πάντων», του Ηράκλειτου). Στην ψυχαναλυτική «συνεδρία» του Αλεξανδρή, πεδίο μάχης είναι το ανθρώπινο κορμί και αιτία του κακού είναι ο ναρκισσισμός του ανθρώπου που δεν γυρίζει καν να δει τον/την σύντροφό του στο σεξ, μεμψιμοιρώντας διαρκώς για τα κακώς κείμενα των εφήμερων, ηδονοθηρικών, ρηχών σχέσεων που του τυχαίνουν.
Το σεξ είναι ο πόλεμος!
Το δεύτερο μέρος είναι υφολογικά το ακριβώς αντίθετο από το πρώτο: ένας ξεκαρδιστικός μονόλογος εκφωνείται από μια παρακμασμένη μεσήλικα ψυχολόγο με υπερτονισμένη θηλυκότητα, που σκόπιμα αγγίζει τα όρια του τραβεστισμού παλαιού τύπου. Αντλημένη αισθητικά από στερεότυπα της δεκαετίας του ‘70, η κατά Σκουρλέτη αφηγήτρια είναι μια νέα «Μπλανς Επιφανί», ένας άλλος Σωτήρης Μουστάκας, μια άλλη εκδοχή της περσόνας του «Relic» του Ευριπίδη Λασκαρίδη, μια παρωδία τροφαντής, μεσήλικα ψυχολόγου που επιλέγει την αγαμία, ενώ ταυτόχρονα ποθεί τα αγόρια.
Ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης, αυτό το πολύτιμο απόκτημα του θεάτρου μας, όχι μόνον αναβαθμίζει ερμηνευτικά μια persona που μας είναι ήδη γνωστή, αλλά και της προσδίδει μιαν απόλυτα ανθρώπινη (και ξεκαρδιστική) διάσταση: η ψυχολόγος, που παρά την εξωφρενική της εμφάνιση τα έχει τετρακόσια, έχει βαρεθεί την απουσία αυτογνωσίας των πελατών του «ντιβανιού» της, και ως άλλος Ματθαίος Γιωσαφάτ προτείνει ως μόνη λύση την αποχή από το σεξ, ενώ την ίδια στιγμή λιγώνεται και χάνει την ψυχραιμία της μπροστά στη θέα των δύο ημίγυμνων χορευτών.
![]() |
|
© Karol Jarek |
Σκηνικά, τα περιγράμματα ενοποιούνται με κομψό τρόπο χάρη στην εκφορά των δημοτικών τραγουδιών του γάμου από τη Μαριάμ Ρουχάτζε και στη συνεχή παρουσία των δύο χορευτών επί σκηνής. Επίσης, σαν κομπανία πανηγυριού, υπάρχει ένας σταθερός Χορός (στο πάνω μέρος της σκηνής που τόσο άψογα φιλοτέχνησε ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης) προς τον οποίον η «ψυχολόγος-Λυσιστράτη-drag queen» του σήμερα θα απευθύνει μέρος του «μπαϊλντισμένου» μονολόγου της: ένα λαϊκό καφενείο εποχής φέρει την επιγραφή «Παναγούλα» (δεν είναι τυχαίος ο συνειρμός με την «αναγούλα»), και εκεί περιμένει τη σειρά της, σε όλη τη διάρκεια του πρώτου μονολόγου, η πρωταγωνίστρια του δεύτερου μονολόγου, η σύγχρονη εκδοχή της Λυσιστράτης. «Ακούγομαι;» θέτει το υπαρξιακό ερώτημα η «καλλίπυγος», αποκαλυπτικά παρενδυσιακή ψυχολόγος που συναντά το τραύμα, καθώς βαδίζει παραπατώντας ανάμεσα στους αποχωρούντες νεκρούς ενός μαγικού ρεαλισμού του πρώτου μέρους, και απαντά μόνη της: «Ακούγομαι!».
Η παλιά Επίδαυρος ως συγκινησιακό ερέθισμα
Οι δύο μονόλογοι δεν είναι ισότιμοι, ούτε είναι εύκολη δουλειά το να συνομιλήσουν σε μια και μόνη παράσταση. Η πρώτη διαπίστωση είναι πως μπορεί κανείς να προσεγγίσει τον αρχαίο μύθο με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, μέχρι πλήρους παραποιήσεώς του. Η δεύτερη διαπίστωση είναι πως μια παράσταση, ως σκηνικό γεγονός που είναι, μπορεί να αποκομίσει τα θετικά στοιχεία οποιουδήποτε κειμένου και να τα ανασυνθέσει σε μια νέα αισθητική μορφή που συνάδει προς το καίριο αίτημα του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, στην επέτειο των 70 χρόνων του: ο «τόπος» του αρχαίου δράματος να γίνει «κοινός τόπος» του σήμερα. Επ’ ουδενί διακρίνω σύγχρονες πτυχές του παλαιού μύθου στο έργο, όμως μέσα από την παρωδία διακρίνω τη σύσταση ενός νέου, απόλυτα σύγχρονου μύθου: στη «Συνεδρία πολέμου» ο μύθος αυτός παρωδείται λεπταίσθητα, παραμένοντας ευφυώς προσηλωμένος στο αξιακό σύστημα της εποχής μας και διανθιζόμενος εύστοχα με ορολογία που απευθύνεται στους σύγχρονους χρήστες των ψηφιακών μέσων, τα θύματα, δηλαδή, της πορνογραφικής διάστασης του σεξ.
Γιατί, όπως όλοι ξέρουμε πολύ καλά, το αισθητικό στίγμα του νεοελληνικού πολιτισμού φέρει έντονα το trans στοιχείο, είναι απόλυτα νοθευμένο από πλειάδα επείσακτων γλωσσικών στοιχείων, είναι αναρχικό ως προς τον προσανατολισμό και χαοτικό ως προς τη σύνθεση.
Ο Σκουρλέτης οργανώνει ένα σκηνικό γλέντι όπου νεκροί και ζωντανοί χορεύουν μαζί, παράλληλα με ένα είδος ψυχοστασίας που υποδύεται ότι είναι ψυχανάλυση: ο πόλεμος του σύγχρονου ανθρώπου είναι ένας πόλεμος εσωτερικός, ένας αγώνας ανεύρεσης ταυτότητας και υπέρβασης του ιστορικού τραύματος. Γιατί, όπως όλοι ξέρουμε πολύ καλά, το αισθητικό στίγμα του νεοελληνικού πολιτισμού φέρει έντονα το trans στοιχείο, είναι απόλυτα νοθευμένο από πλειάδα επείσακτων γλωσσικών στοιχείων, είναι αναρχικό ως προς τον προσανατολισμό και χαοτικό ως προς τη σύνθεση. Και, επιπλέον, φέρει δυνάμει το μεταμορφωσιγενές, πρωτεϊκό, βακχικό στοιχείο, πράγμα που επιτρέπει μεγάλο βαθμό διακωμώδησης. Μια δύσκολη στην προσέγγισή της παράσταση, που με συγκίνησε βαθύτατα.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Εκτέλεση παραγωγής: bijoux de kant
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια-Props: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, Βενετία Λονγκ
Βοηθός σκηνοθέτη: Έλενα Παληγιάννη
Κίνηση: Διονύσης Νικολόπουλος
Φωτισμοί: Γιώργος Μαρουλάκος
Παίζουν: Ρένια Λουιζίδου, Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης, Μαριάμ Ρουχάτζε, Διονύσης Νικολόπουλος, Δημήτρης Οικονομίδης, Άρτεμις Κωνσταντίνου (νταούλι), Γιάννης Τσιπλακούλης (κλαρίνο)
Διεύθυνση παραγωγής: Γιώργος Παπαδάκης
























