
Η θρυλική πολιτική σάτιρα «Δάφνες και πικροδάφνες» των Κεχαΐδη/Χαβιαρά, σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη, από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Καλαμάτας.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Καλαμάτας τιμά τη μνήμη του Δημήτρη Κεχαΐδη είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, ανεβάζοντας τη θρυλική πολιτική σάτιρα «Δάφνες και Πικροδάφνες», που έγραψε μαζί με την Ελένη Χαβιαρά. Το έργο παραστάθηκε για πρώτη φορά, αμέσως μετά τη συγγραφή του, από το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, το 1979 - 1980 σε σκηνοθεσία του ίδιου του Κουν και με πρωταγωνιστές τους Βάσο Ανδρονίδη, Μίμη Κουγιουμτζή, Γιάννη Μόρτζο και Γιάννη Δεγαΐτη.
Είναι ξεκάθαρο πως το κείμενο παραμένει διαχρονικό, θαρρείς και βλέπεις καθρεφτισμένη μέσα του τη σημερινή, αδιέξοδη πολιτική κατάσταση: σαν να μην άλλαξε ποτέ τίποτε στον τόπο μας.
Επίσης, είναι σημαντικό ότι τη σκηνοθεσία, ελάχιστα παρεμβατική ως προς την εκφορά του κειμένου, ανέλαβε ένας πιστός θιασώτης του νεοελληνικού θεατρικού έργου, ο Μάνος Καρατζογιάννης. Η διανομή περιλαμβάνει τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕΚ, τον Φίλιππο Σοφιανό, καθώς και τρεις ακόμη εξαιρετικούς ηθοποιούς: τον Θανάση Βλαβιανό, τον Γιώργο Ζιόβα και τον νεότερο Γιάννη Τσουρουνάκη. Είναι ξεκάθαρο πως το κείμενο παραμένει διαχρονικό, θαρρείς και βλέπεις καθρεφτισμένη μέσα του τη σημερινή, αδιέξοδη πολιτική κατάσταση: σαν να μην άλλαξε ποτέ τίποτε στον τόπο μας. Και η σεμνή αυτή παράσταση είναι απόλυτα αντάξια ενός τέτοιου σπουδαίου έργου, τόσο σε επίπεδο άρτιας σκηνοθεσίας, όσο και σε επίπεδο σκευής: τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα άψογα, το σκηνικό της Ναταλίας Αστυπαλίτη επίσης, ο προσωπικός μόχθος του Μάνου Καρατζογιάννη ορατός όπως πάντα. To έργο συνεχίζει την περιοδεία του και είναι πιθανό να ανέβει και πάλι στην Αθήνα το φθινόπωρο.
Κλασικό όσο ποτέ
Το τι μηχανορραφία, μπλόφα και συνωμοσία κάνουν οι τέσσερις χαρακτήρες του έργου δεν λέγεται. Είναι απόλυτα εναρμονισμένοι με το κλίμα των επερχόμενων εκλογών και, βέβαια, έχουν αποτυπωμένα όλα τα γνωρίσματα του Νεοέλληνα: μεταπολιτευτικά τραύματα και το βάρος της μόλις απελθούσας δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974), αλλοιωμένη αίσθηση της πραγματικότητας, ιδεολογική σύγχιση, καχυποψία και ανασφάλεια, ανεδαφικά όνειρα για «βόλεμα», λογική του ρουσφετιού, της εξαγοράς και του «μπαχτσίς», μόνιμη ανάγκη επιβολής πάνω στους άλλους, έως και αρχηγική υστερία. Και, όλα αυτά, με απόλυτη έλλειψη αυτογνωσίας. Πάνω στον «άβακα ζατρικίου» της δημόσιας ζωής, τέσσερις μεσήλικες άνδρες που φέρονται ως «παράγοντες» και ως «εμπλεκόμενοι» επιδιώκουν να κάνουν την κίνηση «ματ» ο ένας εις βάρος του άλλου, επιστρατεύοντας χιμαιρικά τεκμήρια και κάνοντας ουτοπικές προβλέψεις σχετικά με την έκβαση των τοπικών εκλογών. Γενικευόμενο, το κλίμα που αναπτύσσεται μεταξύ τους στην Τρίπολη της Αρκαδίας, μέσα στο δωμάτιο του ενός, μπορεί να εκφράζει τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα τις παραμονές όλων των πολιτικών εκλογών που ακολούθησαν (βλ. σχετικά Γιάννη Βαρβέρη, «Ο εθνικός μας κλαυσίγελως. Λόγος για τα ευτελή κράσπεδα της Δημοκρατίας. Δημήτρης Κεχαΐδης-Ελένη Χαβιαρά, Δάφνες και Πικροδάφνες. Σκηνοθεσία: Γιάννης Μόρτζος. Θέατρο Τζένη Καρέζη», στο: Η κρίση του θεάτρου: κείμενα θεατρικής κριτικής, 2003-2010, τόμο Ε’, Αθήνα, 2010, εκδόσεις «Αλεξάνδρεια»).
Πολιτικά συνθήματα ή ιδεολογικές καθηλώσεις δεν έχει το έργο. Όλοι μοιάζουν πανομοιότυποι ως προς τις προθέσεις και ως προς το κακό ήθος και το Κόμμα που υπηρετούν είναι ένα και το αυτό.
Σε μιαν άρτια δραματουργική φόρμα βλέπουμε λίστες υποψηφίων να γράφονται και ονόματα να διαγράφονται εν είδει προγραφής. Όλα είναι έωλα και εκκρεμή: η βεβαιότητα των τεσσάρων πολιτικάντηδων της δεκάρας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ψευδαίσθηση, και ένα λεκτικό φληνάφημα αρκεί για να καταρρεύσει. Φυσικά ενδομύχως και οι τέσσερις φαντασιώνονται ότι «δρέπουν δάφνες», αυτές που κατά την άποψή τους τους αναλογούν. Όμως ποτέ αυτές δεν θα είναι δάφνες «πρωταγωνιστή», αλλά θα παραμείνουν (πάντα σε επίπεδο ονείρωξης) «μικροί αστέρες, ετερόφωτοι», δίπλα στον υποψήφιο της αρεσκείας τους (που είτε είναι προϊστάμενος/εργοδότης τους, είτε απλώς ανήκει σε ανώτερη από αυτούς κοινωνική τάξη). Πολιτικά συνθήματα ή ιδεολογικές καθηλώσεις δεν έχει το έργο. Όλοι μοιάζουν πανομοιότυποι ως προς τις προθέσεις και ως προς το κακό ήθος και το Κόμμα που υπηρετούν είναι ένα και το αυτό. Επίσης, ο ταξικός προσδιορισμός τους είναι κοινός -και σαφέστατος.
Διαμοιράζοντας τα ιμάτια του πολιτικού λόγου
Και ο Κώστας και ο Τάσος είναι απλοί εργαζόμενοι στο πολιτικό γραφείο, όμως ισχυρίζονται ότι φέρουν υψηλό βαθμό επιρροής μέσα στο Κόμμα: το μόνο που κάνουν, όμως, είναι να «σπρώχνουν» καθένας τον «δικό του άνθρωπο» στην κατάκτηση της βουλευτικής έδρας. Στα πλαίσια αυτής της κοινότοπης, τετριμμένης και φλύαρης συνάντησής τους, συμπυκνώνονται επικίνδυνα παιχνίδια ανταγωνισμού, που στην ουσία περιγράφουν τον παραγοντισμό στη χώρα μας σε κάθε παρόμοια περίσταση [Μάνια Κοιλάκου, «Το θέατρο του Δημήτρη Κεχαϊδη», σελ. 28 περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ. τεύχος 89, 1984]. Ο Γιώργος Ζιόβας ενσαρκώνει αριστουργηματικά τον Κώστα, τον γηραιότερο της ομήγυρης και ιδιοκτήτη του σπιτιού, που είναι και ο πλέον ιδεοληπτικός, αφοσιωμένος στον «άμεμπτο, ακέραιο Στρατηγό» του και ο πλέον αιθεροβάμων από τους τέσσερις-ως εκ τούτου, δε, και ο πιο συμπαθής. Ο Τάσος, ερμηνευμένος θαυμάσια από τον Θανάση Βλαβιανό, τρέμει μήπως ο Κώστας επιστρατεύσει το πόνημά του: αυτό το τεράστιο αρχείο φωτογραφιών όπου ο υποψήφιος του δικού του κόμματος, ο τέως βουλευτής Καραμήτσος, απεικονίζεται στην ίδια φωτογραφία να ψήνει πασχαλινά αρνιά παρέα με συγκεκριμένους χουντικούς. Ο Τάσος ονειρεύεται την εκλογή του Καραμήτσου ώστε να μετατεθεί, επαρχιώτης στερημένος όπως είναι, στο πολιτικό γραφείο της Αθήνας και να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του ανελισσόμενος κοινωνικά.
Τα «τεκμήρια» πότε αναφύονται και πότε δύουν, με μιαν ευκολία λεκτικών πομφολύγων, όμως οι τέσσερις πολιτικάντηδες της κακιάς ώρας κρίνουν πως εύκολα έχουν «στο χέρι» ο ένας τον άλλον.
Τον ρόλο του ηλικιακά ώριμου αλλά ψυχοσυναισθηματικά ανώριμου Βασίλη ερμηνεύει εξαιρετικά ο Φίλιππος Σοφιανός: ο πάντα ελισσόμενος, μαλαγάνας Βασίλης συνάπτει διαρκώς και νέες συμμαχίες, προσεταιριζόμενος κάθε φορά εκείνον προς το μέρος του οποίου γέρνει η πλάστιγγα. Είναι ο κλασικός οπορτουνιστής, που μετέρχεται όλων των μέσων εγκαταλείποντας την υποψηφιότητα Καραμήτσου και επαγγελλόμενος την υποψηφιότητα ενός νεαρού αστού ονόματι Δροσόπουλος στην τελική λίστα του Κόμματος. Όσο για τον Αλέκο (στην ισορροπημένη ερμηνευτική προσέγγιση του Γιάννη Τσουρουνάκη), αν και νεότερος, αυτός φέρει τη λογική την παλαιοκομματική του πειθήνιου «κομματόσκυλου», πρόσκειται στον Κώστα και υπηρετεί την υποψηφιότητα του Στρατηγού. Ο Κώστας, μοχθηρός κι επιθετικός, σκοπεύει να εκθέσει την αχίλλειο πτέρνα όλων των ξεπουλημένων υποψηφίων και να ανοίξει τον δρόμο για τον Στρατηγό: «Κρατάω στα χέρια μου όλη την Τρίπολη. Ιδιωτικές παρελάσεις, δεξιώσεις, επίσημα γεύματα, τρακόσιοι φάκελοι αντεθνικής συμπεριφοράς», λέει ενώ ετοιμάζεται να αναχωρήσει με ταξί για την Αθήνα ώστε να δώσει τις ενοχοποιητικές φωτογραφίες στις εφημερίδες. Και οι τέσσερις θέλουν πρόσβαση σε αυτά τα «αδιάσειστα» (καθώς νομίζουν) στοιχεία, γι’αυτό και μπαίνει επί τάπητος η λύση της σύναψης ενός κωμικού «τραστ», ώστε να έχουν κι αυτοί (οι άμοιροι) ένα μέρισμα στις τελικές δάφνες των εκλογικών αποτελεσμάτων. Τα «τεκμήρια» πότε αναφύονται και πότε δύουν, με μιαν ευκολία λεκτικών πομφολύγων, όμως οι τέσσερις πολιτικάντηδες της κακιάς ώρας κρίνουν πως εύκολα έχουν «στο χέρι» ο ένας τον άλλον. Τη σκηνή του νικητή επιθυμούν πάνω απ’όλα, αλλά τελικά αρκούνται στο παρασκήνιο.
Πώς προκύπτουν η Νόρα και οι Πικροδάφνες της
Όλους τους βαραίνει, όπως είναι ολοφάνερο, το άδοξο, βρωμερό παρελθόν της δικτατορίας. Όλοι ελπίζουν να καταστήσουν τους άλλους υπόλογους γι’αυτό το παρελθόν, θαρρείς και η χώρα έχει «καθαρθεί» από τις ενοχές της και θαρρείς και οι χαρακτηρολογικές σταθερές των ανθρώπων άλλαξαν με την αλλαγή της πολιτικής κατάστασης. Στην πλοκή του θεατρικού αυτού έργου είναι πολύ καθοριστική η «σκιά» της Δικτατορίας, συμβολοποιημένη σε λέξεις όπως «κηλίδα», «πηλίκιο», «λάσπη», «στολή», και στην ξεκαρδιστική έκφραση «το βρέφος είναι χουντικό!». Ισχνή ιστορική μνήμη και εκβιασμός αντί εκβιασμού. Υπάρχουν σκάνδαλα με τραίνα, υπάρχουν σκάνδαλα με αγρότες που χρηματοδοτήθηκαν και με λιπάσματα που ποτέ δεν αγοράστηκαν (sic!) Ποιο χαρτί θα βγει στην τσόχα τελευταίο, αυτό μετράει τελικά. Και όλα αυτά σε καθαρά λεκτικό επίπεδο-γιατί επί σκηνής δεν λαμβάνει χώραν η παραμικρή δράση! Το παρελθόν του Στρατηγού, αντίθετα από το παρελθόν των άλλων υποψηφίων, παρίσταται ως ακίβδηλο: τι Γράμμος, τι Βίτσι,τι Ελ Αλαμέιν, όλο το παρελθόν του Στρατηγού τον καθιστά αδιάβλητο στα μάτια του Κώστα (πρώτα) και όλων των υπολοίπων! Η ψυχική τους κατάσταση είναι που πρωταγωνιστεί, και για την ψυχική ισορροπία του Κώστα υπάρχει ένα τρωτό σημείο διασάλευσης, μια αχίλλειος πτέρνα που οι άλλοι έντεχνα θα επιστρατεύσουν την τελευταία στιγμή, ανασύροντας ένα ακόμη απρόσμενο σημείο από το εν γένει ενοχοποιητικό παρελθόν: η Νόρα. Η Νόρα, το «τελικό χαρτί» σ’αυτό το είδος «πόκας» που παίζουν οι τέσσερις πρωταγωνιστές του έργου (έκφραση του Κώστα Γεωργουσόπουλου), είναι το πρόσωπο που ουδέποτε εμφανίζεται επί σκηνής, πλανάται όμως διαρκώς στην ατμόσφαιρα και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαγραφή των χαρακτήρων.
Ρεαλιστικό, όμως μακράν της απλής ηθογραφίας, το έργο των Κεχαΐδη/Χαβιαρά μεταπλάθει δημιουργικά το ερωτικό τρίο μιας «νουβέλας» του αρχαίου ιστορικού Ηρόδοτου, αυτής του Κανδαύλη, της γυναίκας του και του Γύγη [όπως γράφει ο Νίκος Καγγελάρης (2019-01-01) στη μελέτη του: «Η ηροδότεια νουβέλα του Κανδαύλη (Ἡρόδ. 1.7-13) στις Δάφνες και Πικροδάφνες των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά]: ο Κώστας, που στο σπίτι του συλλέγει κιβώτια ολόκληρα με ενοχοποιητικά τεκμήρια για τους υποψηφίους του αντίπαλου κόμματος, φαίνεται πανικόβλητος ακόμη και στη σκέψη ότι ο «άνθρωπός του», ο περίφημος «Στρατηγός» δεν θα καταφέρει να κερδίσει τις εκλογές: βρίσκεται σε τέτοιαν ένταση που φτάνει στο σημείο να εκσφενδονίσει ένα φλιντζάνι με καυτό τσάι στο πρόσωπο του δεύτερου προσώπου του έργου, του Τάσου. Ο Κώστας επ’ουδενί δέχεται ότι η υγεία του Στρατηγού είναι κλονισμένη, παρά το γεγονός ότι στο τέλος θα το παραδεχτεί: «Άνθρωπος ογδόντα δύο ετών, με έμφραγμα-θες γρίπη, πες το γρίπη- με ζάχαρο εις άνοδον, συν λίγη ουρία, συν το ένα, συν το άλλο», θα του επαπειλήσει ο Τάσος ειρωνικά. Η Νόρα, που κάποια στιγμή στο παρελθόν επιχείρησε να απατήσει τον Στρατηγό, όμως τα βήματά του ακούστηκαν στο βάθος και τη λύση την έδωσαν οι...πικροδάφνες, κρύβοντας για πάντα την ταυτότητα του παρ’ολίγον εραστή Κώστα. «Κοιμόμουνα, ξυπνούσα,τη Νόρα έβλεπα μπροστά μου!» θα ομολογήσει συντετριμμένος ο Κώστας, τόσα χρόνια μετά. Η ήττα του ως εραστή και η τελική διαφυγή του μέσα στους θάμνους από πικροδάφνες είναι το πιο σκαμπρόζικο, το πιο ευφυές αλλά και το πιο περίπλοκο σημείο της υπόθεσης, τώρα που πια η αφανής Νόρα κινεί τα ηνία του πολιτικού παιχνιδιού.
Άνδρες αμήχανοι μπροστά στον έρωτα
Στα μάτια του Κώστα η φιγούρα της Νόρας -που ποτέ δεν του δόθηκε ολοκληρωτικά- χαίρει μιας αίγλης απίστευτης, γίνεται σχεδόν τοτέμ (βλ. σχετικά: Γ.Καλαϊτζή, «Στρατηγικές ζωής και τακτικές επιβίωσης στη δραματουργία του Δημήτρη Κεχαΐδη και της Ελένης Χαβιαρά»,περιοδικό «Θεατρικά Τετράδια» νο 36, σελ. 29-39). Η αινιγματική Νόρα ευνουχίζει απόλυτα κάθε διεκδικητή της εξουσίας, γιατί τα κάλλη της παραμένουν ανέγγιχτα, κι ας επιστράτευσε ο Στρατηγός χειροδικία πάνω στη σύζυγό του (που φαντάζει λογική για τα δεδομένα εκείνης της εποχής), κι ας ένιωσε απατημένος. Η Νόρα εξακολουθεί να λειτουργεί, παρασκηνιακά πλέον, διατηρώντας τον μύθο της ακμαίο. Το αποτέλεσμα είναι η πλήρης απραξία των ανδρών, η αποδυνάμωσή τους. Τέσσερα αρσενικά πρόσωπα διαμορφώνονται από ένα πλέγμα αιωρούμενων, ασαφών ιδεολογημάτων, πάνω απ’όλα όμως έχουν θεοποιήσει την έννοια της εξουσίας και της κοινωνικής ανόδου: η αδυνατότητά τους να προβούν σε πράξη είναι η ενδιάθετη αμηχανία που φέρουν μπροστά στο φάσμα ενός μεγάλου έρωτα- πόσω μάλλον που είναι ένας έρωτας ανεκπλήρωτος.
Η διαχείριση των σχέσεων ανάμεσα στους τέσσερις άνδρες παραμένει στη σφαίρα της φαντασίας όσο πλανάται το φάσμα της Νόρας. Και στα λόγια του Τάσου διαφαίνεται η δύναμη της Νόρας να «δώσει τη χαριστική βολή» στον Στρατηγό και να πάρει το αίμα της πίσω, καθώς ετοιμάζεται να προωθήσει στη λίστα τον ανηψιό της Σάκη Δροσόπουλο, «για να βγει ο Σάκης και ν’αλωνίζει και ο Στρατηγός να μείνει απέξω». Η «ιστορία» της οποίας ο Σάκης Δροσόπουλος είναι το τελευταίο κεφάλαιο έχει γραφεί με νεποτικό τρόπο «πίσω από τον Σάκη». Μια πολιτική δυναστεία κυοφορείται και, τώρα, θα δώσει τους καρπούς της: όπως γινόταν πάντα στην Ελλάδα. Σας θυμίζει κάτι το όνομα «Νόρα»; Η Νόρα θα κινεί τα νήματα, ο Σάκης θα φαίνεται στις γιγαντοαφίσες, τους υπόλοιπους «θα τους πάρει και θα τους σηκώσει». Και, μαζί με τους προδικασμένους σε αποτυχία υπόλοιπους υποψηφίους της λίστας, θα καταρρεύσει μέσα στη μοναξιά και την ανεπάρκειά του και ο αιωνίως ερωτευμένος Κώστας.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης
Πρωταγωνιστούν: Θανάσης Βλαβιανός, Γιώργος Ζιόβας, Φίλιππος Σοφιανός, Γιάννης Τσουρουνάκης
Σκηνικά: Ναταλία Αστυπαλίτη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Μάνος Καρατζογιάννης
Ηχολήπτης: Κώστας Αγγελόπουλος






















