
Για την παράσταση «Hard Pop» σε χορογραφία και σκηνοθεσία του Δημήτρη Μυτιληναίου.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στην αίθουσα Palm Tree, στον Νέο Κόσμο, είδα το «Ηard pop» του Δημήτρη Μυτιληναίου, μια σύνθεση για έξι ρόλους, πέντε χορευτών-τριών και ενός «μη-χορευτή». Το «hard» του τίτλου υπαινίσσεται ότι και η ποπ, μια βιομηχανία παραγωγής «εύκολων» θεαμάτων (από τη σκοπιά της πρόσληψης), μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες σε έναν δημιουργό. Δεδομένου, δε, ότι στις βιντεοκλιπίστικες χορογραφίες είναι έντονο το στοιχείο της σεξουαλικότητας, έχει ως επιπλέον συνυποδήλωση τη σεξουαλικοποίηση της κίνησης («hard porn»: το ναρκισσευόμενο σώμα του χορευτή).
Έρευνα της ποπ κουλτούρας
Η χορογραφία του Δημήτρη Μυτιληναίου δομήθηκε πάνω σε ρυθμικά μοτίβα και μελωδίες από 20 ποπ τραγούδια τα οποία όμως ανακαλούνται αποδομημένα. Η παράσταση αφορά τις πιθανές συγκλίσεις αλλά και τις εμφανείς αποκλίσεις μεταξύ του κλασικού μπαλέτου και του χορού στην ποπ κουλτούρα. Το όλο εγχείρημα θέτει στο στόχαστρο την έννοια της εξωστρέφειας (έννοια σύμφυτη με τις παραστατικές τέχνες) στην οποία εντοπίζονται δύο όψεις: η πρώτη αναφέρεται στον κλασικό χορό, και συγκεκριμένα στο en dehors («προς τα έξω») ως σε βασική τεχνική οδηγία που χαρακτηρίζει το μπαλέτο, και η δεύτερη στην εξωστρέφεια ως σε εργαλείο του επιθετικού marketing (που το χρησιμοποιεί κατ’ εξοχήν η ποπ πολιτιστική βιομηχανία).
Η αντιδιαστολή της ποπ και του μπαλέτου βασίστηκε στην εξωστρέφεια ως σε κοινό χαρακτηριστικό τους, που όμως ανανοηματοδοτείται σε κάθε επιμέρους κινησιολογία: η τεχνική του μπαλέτου δομείται στην βάση της έξω στροφής των κάτω άκρων και από την άλλη, στην ποπ πολιτιστική βιομηχανία, βλέπουμε ως επί των πλείστον χορογραφίες με χορευτές-εύτριες που κοιτάνε τον φακό ή το κοινό «κατάματα»...
Πώς αυτό μεταφράζεται στην κινητική «γλώσσα» των αντίστοιχων χορογράφων και χορευτών; Η αντιδιαστολή της ποπ και του μπαλέτου βασίστηκε στην εξωστρέφεια ως σε κοινό χαρακτηριστικό τους, που όμως ανανοηματοδοτείται σε κάθε επιμέρους κινησιολογία: η τεχνική του μπαλέτου δομείται στην βάση της έξω στροφής των κάτω άκρων και από την άλλη, στην ποπ πολιτιστική βιομηχανία, βλέπουμε ως επί το πλείστον χορογραφίες με χορευτές-εύτριες που κοιτάνε τον φακό ή το κοινό «κατάματα», που στέλνουν και εκτονώνουν την ενέργειά τους προς τα έξω, που σωματοποιούν τις αρχές του aggressive marketing, με άμεση απεύθυνση της κίνησης προς τα έξω. Ο Μυτιληναίος δεν ενέταξε τα κομμάτια αυτά στο πλαίσιο ενός θεάματος ή ενός βίντεο κλιπ. Απλώς αξιοποίησε αποσπασματικά στοιχεία από το καθένα, με στόχο να δομήσει μια χορογραφική παρτιτούρα και ένα κινητικό «λεξιλόγιο» με φόρμες που ενδεχομένως δεν θα χρησιμοποιούσε υπό διαφορετικές συνθήκες.

Όλοι ένα σώμα και καθένας ξεχωριστά
Η χορογραφία «Ηard pop» είναι ένα ανακατασκευασμένο «unison», μια συντονισμένη, συνεχόμενη ομαδική χορογραφία που αποτυπώνεται με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε χορευτή και χορεύτρια (το «unison», είναι το στυλ όπου όλοι οι χορευτές ακολουθούν μια πανομοιότυπη, συντονισμένη και ομαδική κίνηση). Προσθέτοντας επιπλέον επίπεδα πέραν του φορμαλιστικού στη συνθήκη του unison, ο χορογράφος το προσεγγίζει περισσότερο ως νοητική κατάσταση παρά ως οπτικό αποτέλεσμα. Προεκτείνει έτσι τη χορογραφική εμπειρία του «Repair», του προηγούμενου έργου του, εντάσσοντας ακούσματα που αγάπησε και τον καθόρισαν ως ένα βαθμό, άσχετα αν αυτά προέρχονται από την «υψηλή» ή την πιο «ποπ» εκδοχή της Τέχνης.
Ο Έκτορας Λυγίζος, αξιοποιώντας τις μουσικές/ρυθμολογικές του αναζητήσεις: κρατά προβολέα και τους φωτίζει, σιγοτραγουδά, μετρά τα οκτάρια, βάζει μετρονόμο, χειρίζεται την κλαβινόβα και λειτουργεί γενικά ως συνδετικός κρίκος του συνόλου με φυσική απόρροια να ενταχθεί, τέλος, και με υβριδικό τρόπο «μπαίνει στον χορό», ώστε τελικά ένα σώμα χωρίς την ακαδημαϊκή εκπαίδευση χορού έρχεται επί σκηνής και χορεύει.
Κύριος προβληματισμός του Μυτιληναίου είναι το τι αποφασίζει κανείς να κρύψει και τι να αποκαλύψει. Για παράδειγμα, στο «Repair» είχε εντάξει μια σκηνή με χορογραφημένες ασκήσεις κοιλιακών υπό τη μουσική μιας κλασικής variation, με τη λογική ότι η γυμναστική και το ζέσταμα είναι κάτι απαραίτητο για τον χορό, κάτι που ωστόσο η κλασική αισθητική αποκρύπτει και, με αυτό το σκεπτικό, επιχείρησε να φτιάξει μια χορογραφική εκδοχή τους. Σε συνέχεια της παραπάνω λογικής, μιας λογικής συμπερίληψης στην σκηνική δράση αυτών που συνήθως αποκρύπτονται, προέκυψε η ιδέα να να χρησιμοποιήσει στην παράστασή του εμφανές ηλεκτρολογείο, να αποκαλύψει όλα τα φώτα, τα καλώδια και το ηχοσύστημα και να χορογραφήσει και τον χειριστή τους: αυτόν τον ρόλο διαδραμάτισε ο Έκτορας Λυγίζος, αξιοποιώντας τις μουσικές/ρυθμολογικές του αναζητήσεις: κρατά προβολέα και τους φωτίζει, σιγοτραγουδά, μετρά τα οκτάρια, βάζει μετρονόμο, χειρίζεται την κλαβινόβα και λειτουργεί γενικά ως συνδετικός κρίκος του συνόλου με φυσική απόρροια να ενταχθεί, τέλος, και με υβριδικό τρόπο «μπαίνει στον χορό», ώστε τελικά ένα σώμα χωρίς την ακαδημαϊκή εκπαίδευση χορού έρχεται επί σκηνής και χορεύει.
![]() |
|
Ο Δημήτρης Μυτιληναίος δραστηριοποιείται στον τομέα του σύγχρονου χορού και της χορογραφίας από το 2012. Έχει αποφοιτήσει από την Κ.Σ.Ο.Τ. (2015) και το «master exerce» (UPV III, 2018, με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση). Έχει συνεργαστεί μεταξύ άλλων με χορογράφους όπως Yvonne Rainer και Ίρις Καραγιάν και είναι σταθερός συνεργάτης της Λενιώς Κακλέα από το 2019. Το 2019 ανέβασε το «hardly the same: a dance guide to mess up body&mind» το οποίο, το 2021, οδήγησε στο χορογραφικό βιντεοπαιχνίδι «hardly virtual». Το 2020, στο πλαίσιο του βραβείου Artworks του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, ξεκίνησε το «INSEQS» το οποίο έκανε πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 2021. Το 2022, συν-επιμελείται την πολυμεσική έκθεση «terri(s)tories» στο Flux Laboratory Athens με την υποστήριξη του Συνδέσμου Υποτρόφων Ιδρύματος Ωνάση. Τον Ιούλιο του 2023 συμμετέχει στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το «Repair». Είναι εμπνευστής του hardly virtual: https://hardlyvirtual.dance/ |
Μαζική κουλτούρα («pop culture») και μπαλέτο
Παρά τον ομαδικό χαρακτήρα της χορογραφίας, θα εντόπιζα υψηλό βαθμό δυσκολίας στον έλεγχο των επιμέρους «μικρών» κινήσεων κάθε ερμηνευτή, καθώς οι ρόλοι μού θύμισαν βαθμίδες της μουσικής κλίμακας: είδα τον ίδιο τον Δημήτρη Μυτιληναίο στην τονική βαθμίδα, μια έμπειρη, μεστή κίνηση (η Μαρκέλλα Μανωλιάδη περνούσε πότε στην επιτονική και πότε στην τρίτη βαθμίδα), μια ρυθμιστική παρουσία υψηλής δυσκολίας (η Νεφέλη Αστερίου στην υποδεσπόζουσα), μια διάσταση μουσικού θεάτρου (Τάσος Καραχάλιος στην δεσπόζουσα), μια λυρική κορύφωση (Μάρω Σταυρινού στην επιδεσπόζουσα), ενώ στη βαθμίδα του προσαγωγέα θα τοποθετούσα τον ρόλο του Λυγίζου, εφόσον εκείνος επανέφερε διαρκώς το σύνολο στη βασική ρυθμική αγωγή.
Είδα συντονισμό, μετρημένη κίνηση, διαρκή παραμονή επί σκηνής με αποκάλυψη όλων των τεχνικών διεργασιών υποστήριξης της χορογραφίας, αισθάνθηκα τη μετάβαση από την καθαρή ποπ σε πιο κλασικές φόρμες...
Είδα συντονισμό, μετρημένη κίνηση, διαρκή παραμονή επί σκηνής με αποκάλυψη όλων των τεχνικών διεργασιών υποστήριξης της χορογραφίας, αισθάνθηκα τη μετάβαση από την καθαρή ποπ σε πιο κλασικές φόρμες (με τις δυσκολίες που αυτή περιλαμβάνει όταν ο χορευτής περνά από κινήσεις γειωμένες σε κινήσεις αυστηρές), είδα οριζόντιους άξονες να «σπάνε» σε υποσύνολα αφήνοντας τον κάθε χορευτή σχετικά εκτεθειμένο καθώς η κίνησή του εξατομικευόταν.
Συνομιλώντας με την ομάδα διαπίστωσα μια κυρίαρχη ευφορική διάθεση, καθώς και την ανάγκη όλα να διεξαχθούν με χιούμορ και λυρισμό: για παράδειγμα, τo απόσπασμα όπου η Μαρκέλα Μανωλιάδη χορεύει παίζοντας το νέι, αναπαράγοντας μια κλασική χορογραφική φόρμα και παραπέμποντας σε κάποιο ιντερμέτζο σαιξπηρικό. Το «Ηard pop» πρωτοτυπεί ως προς τη διαδοχή των κινήσεων, που ποικίλλουν υφολογικά και προσλαμβάνουν, αίφνης, εορταστικό χαρακτήρα, σαν να αποτίουν φόρο τιμής σε αγαπημένα κομμάτια και να τα εντάσσουν στο κινησιολογικό οπλοστάσιο ενός κλασικού χορευτή. Το αποτέλεσμα εκ των πραγμάτων είναι συναρπαστικό: ακόμη και όταν ο θεατής δεν είναι σε θέση να κατανοήσει διανοητικά τις αναφορές, μπορεί να το κάνει αισθαντικά.
*Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.























