
Για την παράσταση «Κουαρτέτο» του Χάινερ Μίλερ σε σκηνοθεσία του Θανάση Σαράντου που παίζεται στο Από Μηχανής Θέατρο. Κεντρική εικόνα: © Κωνσταντίνος Λέπουρης.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Το «Κουαρτέτο» του Heiner Müller σκηνοθετεί αριστοτεχνικά ο Θανάσης Σαράντος, με τη μετάφραση της Ελένης Βαροπούλου και τη δραματουργική συμβολή της Εύης Προύσαλη. Ένα κείμενο ωμό, που προεκτείνει γραμματολογικά το επιστολογραφικό μυθιστόρημα Επικίνδυνες Σχέσεις (1782: Les liaisons dangereuses) του Choderlos de Laclos σε ένα κείμενο εξαιρετικό, που πλέον έχει καταστεί κλασικό κείμενο της σύγχρονης δραματουργίας.
Το δύσκολο, αφαιρετικό κείμενο
Ξεκινώντας από ένα κείμενο χωρίς στίξη, γραμμένο σε τηλεγραφικό ύφος και χωρίς σαφείς σκηνικές οδηγίες, το «Κουαρτέτο» προσφέρεται για τεράστια σκηνοθετική παρέμβαση. Οι δύο κύριοι χαρακτήρες παίζουν ένα παιχνίδι θεατρικής αναπαράστασης και εναλλαγής ρόλων: της μοιχού, της έμπειρης κυρίας, του αποπλανητή, του αθώου επισκέπτη, του βιαστή, της αθώας παρθένας, εναλλάσσοντας και τα φύλα με τις κατάλληλες μεταμφιέσεις.
Βία και απόπειρα επιβολής/δεσποτισμός, απουσία ευθύτητας και βυζαντινισμός, συνεχής επιστράτευση ρητορικών σχημάτων και λεξιλαγνία, έντονος πόθος και απροσχημάτιστη λαγνεία, λιμπιντινική κορύφωση και αλληλοσπαραγμός.
Η παράσταση ξεκινά με τη χωροχρονική τοποθέτηση του Müller, που αφ’εαυτής είναι υπερρεαλιστική στη σύλληψη: «Σαλόνι πριν από τη Γαλλική Επανάσταση/καταφύγιο μετά τον Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο».
Κυρίως, όμως, βέβηλη αναφορά στα κοινωνικά, ταξικά δεδομένα και στην υποκρισία της Εκκλησίας και των εκκλησιαστικών ηθών, όπως και όλων των σωτηριολογικών μηνυμάτων του κυρίαρχου δόγματος: αυτά είναι τα κύρια γνωρίσματα της τυπολογίας που φέρνει το έργο του Müller επί σκηνής, μέσα από ένα λαβύρινθο αμοιβαίων μετατοπίσεων, προβολών και μεταμφιέσεων, που επιτρέπουν και ερμηνευτικές κορυφώσεις και δίνουν στους ηθοποιούς το προβάδισμα.
Η παράσταση ξεκινά με τη χωροχρονική τοποθέτηση του Müller, που αφ’εαυτής είναι υπερρεαλιστική στη σύλληψη: «Σαλόνι πριν από τη Γαλλική Επανάσταση/καταφύγιο μετά τον Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο». Η απόλυτη υπαρξιακή φρίκη, η διαρκής υπενθύμιση της απουσίας αξιακού συστήματος και μεταφυσικής στέγασης.

Έξω μαίνεται η ταξική πάλη ή κάποια πυρηνική καταστροφή, υπαινικτικά δοσμένη με κόκκινο φως. Η Μαρκησία ντε Μερτέιγ και ο Υποκόμης ντε Βαλμόν συνδέονται με μια καταστροφική σχέση, όπου κυριαρχούν ο πειραματισμός, η εξαπάτηση και η αναμέτρηση με την εσωτερική βία- που θα φτάσει σε κανιβαλισμό και αλληλοεξολόθρευση των δύο εναπομεινάντων αυτής της «Έρημης Χώρας».
Η Κερασία Σαμαρά ενσαρκώνει μιαν άχρονη Μαρκησία Ντε Μερτέιγ επιστρατεύοντας ακραία σωματικότητα και το εξαιρετικό μακιγιάζ «poupée» της Ειρήνης Γάτου.
Σε ένα κανονικό «κουαρτέτο» από σκετς, τα δύο πρόσωπα θα αναπαραστήσουν τις μεταξύ τους αναφορές, καθώς και τις αναφορές τους στο πρόσωπο της ανηψιάς Βολάνζ και της συζύγου του Προέδρου ντε Τουρβέλ: δύο πρόσωπα, δηλαδή, θα υποδυθούν τέσσερα.
Οι εξαιρετικές ερμηνείες
Η Κερασία Σαμαρά ενσαρκώνει μιαν άχρονη Μαρκησία Ντε Μερτέιγ επιστρατεύοντας ακραία σωματικότητα και το εξαιρετικό μακιγιάζ «poupée» της Ειρήνης Γάτου, περούκες και ημιτελή leather και μαύρη λύκρα κοστούμια που τη βοηθούν να «βγει» από το πλαίσιο μιας «εποχής» και να απλώσει τις αδηφάγες ορέξεις, τη δολιότητα και τη ρητορική της δεινότητα σε μονοπάτια ασύλληπτα.
Ένα μπουντουάρ παραμένει πάντα στημένο επί σκηνής, για να υπηρετήσει τις αλλεπάλληλες μεταμφιέσεις και μετακινήσεις της ως Βαλμόν και ως Σολάνζ, χωρίς κατ’ουσίαν να καταργεί την ταυτότητα της γαλλίδας ευγενούς που επιδίδεται στην κενόδοξη μάχη της με τον χρόνο («Το μαρτύριο να ζεις και να μην είσαι Θεός», παραπονιέται η Μαρκησία).
Ο Χρήστος Βασιλόπουλος στον ρόλο του Κόμητα Βαλμόν, ακολουθώντας τις κινησιολογικές υποδείξεις του Πλωτίνου Ηλιάδη, κινείται επίσης στα όρια μιας «εκδοράς» του ιστορικού χρόνου.
Η διαφθορά και η απελπισμένη ηδυπάθεια συνυπάρχουν, στη φιγούρα της, με τον εύθραυστο χαρακτήρα της ερωτικής της δοκιμασίας, με τη ζήλεια και με την αναπόφευκτη φθορά της ηλικίας. Το δαιμονικό στοιχείο μπορεί να βαδίζει παράλληλα με τον χειριστικό ρόλο της σε ένα πλέγμα που φτάνει ως τον φόνο, εφόσον το υπαρξιακό της κενό υλοποιείται ως ταξική συμπεριφορά επιβολής και βιασμού των αδυνάμων. Η απουσία αυτοπροσδιορισμού του φύλου της εξισορροπείται, στο έργο του Müller, από τη διαφθορά: η Ιστορία «έγραψε» στο προφίλ της Μαρκησίας ντε Μερτέιγ όλα τα κατηγορήματα του Διαφωτισμού που ποτέ δεν τηρήθηκαν.
Ο Χρήστος Βασιλόπουλος στον ρόλο του Κόμητα Βαλμόν, ακολουθώντας τις κινησιολογικές υποδείξεις του Πλωτίνου Ηλιάδη, κινείται επίσης στα όρια μιας «εκδοράς» του ιστορικού χρόνου. Βαθύτατα ριζωμένη θεωρία machismo επιτρέπει ακόμη και στην εκθηλυσμένη εκδοχή του Βαλμόν να είναι φαλλική ως σύλληψη.

Η διαδοχική του μεταμφίεση σε κλόουν (τύπου κινηματογραφικού Joker), σε γυμνό αντικείμενο σαδομαζοχιστικού σεξ και σε ηδυπαθή κυρία Τουρβέλ είναι συγκλονιστική, τολμηρή, πολύ καλοδουλεμένη. Ως αντίστιξη στο προφίλ του επιβήτορα/γυναικοκατακτητή, η drag εμφάνισή του φέρει δυνάμει όλα τα μεταμορφωσιγενή χαρακτηριστικά της «μετάβασης» από έναν παλιό κόσμο στερεοτυπικών συλλήψεων του ερωτισμού σ' αυτόν τον απόλυτα εγκαταλελειμμένο, κενό νοήματος χώρο σαγήνης και αυτοκαταστροφής όπου θα κινηθεί ο θλιμμένος Βαλμόν, υποτασσόμενος στις διαταγές της dominatrix Μαρκησίας.
Έρχεται κι αυτός, χλευαστικά, σαν «κομμάτι του παρελθόντος» (όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει η θεατρολόγος και μεταφράστρια Ελένη Βαροπούλου), ώστε να επιδοθεί σε μια σειρά σεξουαλικών παραβάσεων και βρομιάς, μεθοδεύσεων αδιανόητης πανουργίας, σε μια φλεγόμενη κατάργηση κάθε ορίου ηθικής.
Το σκηνικό
Καλαίσθητο, ζοφερό σκηνικό της Θάλειας Ιστικοπούλου που διακρίνεται για την αφαίρεση και τη σκοτεινότητά του, εξαιρετικά κοστούμια του Μάριου Καραβασίλη, σε μια σκηνική σύνθεση που επιτρέπει στους δύο πρωταγωνιστές να εκδιπλώσουν απίστευτες ερμηνευτικές δυνατότητες. Δεν ενθουσιάστηκα με τις μουσικές επιλογές της παράστασης, ούτε με τη μέτρια χορογραφία του αργεντίνικου τανγκό.
Με μαύρο χιούμορ, κυνισμό και αίσθηση ερείπωσης και ολοκληρωτικής χειραγώγησης εκ μέρους της Μαρκησίας και πλήρους παράδοσης στο σεξ, ο Βαλμόν του κύριου Σαράντου έρχεται να υπογραμμίσει τη σωματικότητα της αρχικής σύλληψης αυτού του χαρακτήρα.
Oι χρωματικές εναλλαγές σε φωτισμούς tableaux vivants της Στέβης Κουτσοθανάση υπογραμμίζουν την ηδονοβλεπτική εικονοποιία που ο συγγραφέας επιδιώκει να υπονομεύσει, τόσο σε επίπεδο λίμπιντο όσο και σε επίπεδο κοινωνικού σαρκασμού και στηλίτευσης της αδικίας και της ανισότητας. Το έργο, από τη φύση του επαναστατικό, δυναμιτίζει κάθε στερεότυπη αντίληψη περί ερωτικής αξιοπρέπειας, διανοίγοντας το έδαφος για ολοκληρωτική καταστροφή των σχέσεων και των θεσμών.

Με μαύρο χιούμορ, κυνισμό και αίσθηση ερείπωσης και ολοκληρωτικής χειραγώγησης εκ μέρους της Μαρκησίας και πλήρους παράδοσης στο σεξ, ο Βαλμόν του κύριου Σαράντου έρχεται να υπογραμμίσει τη σωματικότητα της αρχικής σύλληψης αυτού του χαρακτήρα, όπως και την αδυνατότητα επιβίωσής του.Mια παράσταση αισθησιακή, τολμηρή, ακριβόλογη, μια σπάνια προσέγγιση του κειμένου του Müller.
Πληροφορίες παράστασης
Σκηνοθεσία: Θανάσης Σαράντος
Μετάφραση: Ελένη Βαροπούλου
Σύνθεση μουσικής: Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης
Σκηνικά: Θάλεια Ιστικοπούλου
Ερμηνεύουν: Κερασία Σαμαρά, Χρήστος Βασιλόπουλος
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.






















