
Για τη θεατρική μεταφορά της «Καρδιάς σκύλου» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ σε διασκευή Άρη Σερβετάλη και Έφης Μπίρμπα και σκηνοθεσία Έφης Μπίρμπα που ανεβαίνει στο θέατρο Κιβωτός. Κεντρική εικόνα: Ο Αντώνης Μυριαγκός στον ρόλο του γιατρού Πρεομπραζένσκι.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Η κοινωνικοφιλοσοφική νουβέλα Καρδιά σκύλου - Μια τερατώδης ιστορία (Sobachye serdtse) του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ (1891-1940) εντάσσεται ειδολογικά στον κλάδο της επιστημονικής φαντασίας, ενώ διατηρεί σημαντικά στοιχεία της γκογκολικής σάτιρας. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου.
Στην αρχική του εκδοχή, του 1925, το βιβλίο ονομαζόταν «Η ευτυχία του σκύλου. Μια τερατώδης ιστορία»: ο καθηγητής Φιλίπ Φιλίπποβιτς Πρεομπραζένσκι, ένας αυτάρεσκος αλλά καινοτόμος επιστήμονας προσεγγίζει ένα σκυλί του δρόμου με το δέλεαρ ενός φτηνού λουκάνικου φτιαγμένου από κρέας γέρικου αλόγου.
Στο θέατρο «Κιβωτός» είδα μια μεταμοντέρνα «Καρδιά του σκύλου» σε μετάφραση Ελένης Μπακοπούλου και δραματουργική επεξεργασία/σκηνοθεσία Έφης Μπίρμπα και Άρη Σερβετάλη.
Ευγονική, κρυονική, ο νέος Φρανκενστάιν με την καρδιά ενός σκύλου
H εναρκτήρια σκηνή δείχνει τη Ρωσία υπό το πρίσμα του Μπουλγκάκοφ: η τεχνική του συγγραφέα είναι ενδιαφέρουσα, καθώς η ζωή παρουσιάζεται μέσα από τα μάτια του σκύλου και τους «σκυλίσιους» στοχασμούς του. Ο τσουρουφλισμένος σκύλος της ιστορίας κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ο ρωσικός λαός, θύμα αιώνων βαναυσότητας και εκμετάλλευσης. Εμμέσως σαρκάζονται τα κρατικά καταστήματα τροφίμων της πρώτης μετεπαναστατικής περιόδου, που πουλούσαν φτηνά κρέατα, όπως και ο εκπρόσωπος της παλιάς bourgeoisie που διατηρεί κάποια από τα προνόμιά του, κατοικώντας σ’ένα οικοδόμημα που έχει παραδοθεί σε προλεταριακή διοίκηση και αντιδρώντας στον εξισωτισμό του καθεστώτος.
Ο δύσπιστος δανδής (τον αποδίδει θαυμάσια ο Αντώνης Μυριαγκός) θεωρεί τον εαυτό του αναμορφωτή, τόσο των όντων, όσο και της κοινωνίας εν γένει.
Ο Πρεομπραζένσκι μαζεύει τον σκύλο Σάρικ από τον δρόμο με σκοπό να τον μεταμορφώσει σε άνθρωπο μεταμοσχεύοντάς του υπόφυση από τον μεθυσμένο και αγενή Κλιμ Τσουγκούνκιν. Στη συνέχεια με ζωοτομία μεταμοσχεύει τους όρχεις του ανθρώπου αυτού στον σκύλο. Ο δύσπιστος δανδής (τον αποδίδει θαυμάσια ο Αντώνης Μυριαγκός) θεωρεί τον εαυτό του αναμορφωτή, τόσο των όντων, όσο και της κοινωνίας εν γένει: παράγεται, έτσι, μια ταραχώδης κωμωδία επιστημονικής φαντασίας που κρίνει αυστηρά την πολιτική/ιστορική δυστοπία αναπλάθοντας το «γκόθικ» λογοτεχνικό πρότυπο του Φρανκενστάιν, αλλά και τον «ανθρωπιδίου» (homunculus) των αλχημιστών του 16ου αιώνα.

Το υβριδικό μοντέλο που αποτυγχάνει
Στην άλλη άκρη ενός δραματουργικού διπόλου, ο σκύλος Σάρικ έχει μετατραπεί κατά βεβιασμένο, παρά φύσιν τρόπο στον «νέο άνθρωπο» που αποκτά το παράδοξο όνομα Σάρικοφ Πολυγκράφ Πολυγκράφοβιτς. Αυτό το αλλόκοτο ανθρωποειδές γίνεται αλληγορικό όχημα της κριτικής του Μπουλγκάκοφ, ως κωμικό υβρίδιο αρχετυπικών ενστίκτων και, ταυτόχρονα, φορέας προλεταριακής συνείδησης: για τον ρόλο του «ευγενούς αγρίου» η προσέγγιση της Έφης Μπίρμπα αξιοποιεί το κωμικό ταλέντο του Άρη Σερβετάλη και δίνει καρπούς σε μιαν αξέχαστη ερμηνεία μεγάλης κινητικότητας, μια δύσκολη ενορχήστρωση κινήσεων, ήχων και τεράστιας ερμηνευτικής γκάμας. Ο Σάρικοφ θα αποθρασυνθεί, αφού μελετήσει την αλληλογραφία Ένγκελς και Κάουτσκι και αφού προσαρμόσει τα διδάγματα της νεόκοπης πολιτικής στις ιδιοσυγκρασιακές ιδιαιτερότητες ενός ζώου.
(...) ο κος Σερβετάλης απέδιδε τον εσωτερικό μονόλογο του σκύλου και τις ξεκαρδιστικές εκδηλώσεις λατρείας του προς τον «πατερούλη» Πρεομπραζένσκι, όπως και τη ζωώδη του επιφύλαξη έναντι του χειρουργείου.
Βρήκα πολύ λειτουργική την τεράστια οθόνη big brother στο φόντο της σκηνής. Βρήκα, επίσης, πολύ αποτελεσματική τη χρήση μικροφώνων στα σημεία όπου, με εσωτερικό μονόλογο/γαύγισμα, ο κος Σερβετάλης απέδιδε τον εσωτερικό μονόλογο του σκύλου και τις ξεκαρδιστικές εκδηλώσεις λατρείας του προς τον «πατερούλη» Πρεομπραζένσκι, όπως και τη ζωώδη του επιφύλαξη έναντι του χειρουργείου. Ωστόσο, η κατάχρηση του μικροφώνου καθόλη τη διάρκεια της παράστασης δημιουργεί ένα ηχητικό χάος που κουράζει τον θεατή.
Ο Μιχάλης Θεοφάνους στον ρόλο του Ιβάν Αρνόλντοβιτς Μπορμεντάλ κινείται με άψογο ρυθμό επί σκηνής απαγγέλλοντας το προσωπικό ημερολόγιο ενός βοηθού επιστημονικής κλινικής, ενώ έχει αναλάβει και την όλη κινησιολογία της παράστασης. Η Ηλέκτρα Νικολούζου. εξαιρετική στον ρόλο της βοηθού ιατρικού εργαστηρίου. Ένα ενδιαφέρον τρίο αμφίβολου φύλου κινείται με γεωμετρικές (κάποιοι τις χαρακτήρισαν «κονστρουκτιβιστικές») κινήσεις σαν ένα άτομο, υποδυόμενο το νέο προεδρείο συνέλευσης της πολυκατοικίας: είναι μια κριτική στις αντιλήψεις των μπολσεβίκων, στη λογική της ανώνυμης καταγγελίας και στη βίαιη παρέμβαση στην Ιστορία. Ο Σπύρος Δέτσικας, η Αλεξάνδρα Καζάζου και η Χαρά-Μάτα Γιαννάτου απαρτίζουν το πολύ καλό καστ.
Η σκηνοθέτις επιμελείται, μαζί με τη Βασιλεία Ροζάνα, το αισθητικό σύμπαν της παράστασης, προτείνοντας αλλόκοτα μπαρόκ κοστούμια και ζητώντας χαμηλούς φωτισμούς από τον Σάκη Μπιρμπίλη και υποβλητική μουσική από τον Vangelino Currentzis. Πολύ ενδιαφέρουσα η ζωντανή κινηματογράφηση του Γρηγόρη Πανόπουλου, αν και βρήκα το κυνηγητό της γάτας αρκετά μακροσκελές.
![]() |
|
Ο Άρης Σερβετάλης και η Έφη Μπίρμπα έκαναν τη διασκευή του έργου ενώ η Έφη Μπίρμπα υπογράφει τη σκηνοθεσία. |
Πικρή κωμωδία και πολιτική σάτιρα
Ποια είναι τα όρια της επιστημονικής αυθαιρεσίας; Τίθεται ζήτημα βιοηθικής; Η φύση έχει τον πρωτεύοντα ρόλο ή η διαπαιδαγώγηση; Πού θα’πρεπε να εστιάζει κάθε απόπειρα εκσυγχρονισμού; Μήπως η πρόοδος είναι υπερεκτιμημένη και οδηγεί σε τερατογένεση; Το υβρίδιο Σάρικοφ, χαρακτηριστικής χυδαιότητας και ανεπίδεκτο εκπολιτισμού, είναι η κωμική, καρικατουρίστικη εκδοχή ενός «νέου» τύπου ανθρώπου που επιβάλλει με το έτσι θέλω τα ένστικτά του εν ονόματι του κακώς εννοούμενου δικαιωματισμού. Το θράσος του φτάνει στα άκρα όταν θα ζητήσει να εργαστεί για τις δομές της νέας Σοβιετικής Ένωσης ως υπεύθυνος για την εξάλειψη των αλήτικων τετράποδων (συγκεκριμένα, επιδίδεται με μανία στο κυνηγητό αδέσποτων γατιών: το Κόμμα, λέει, θα τα μετατρέψει σε φτηνά γούνινα πανωφόρια για την εργατική τάξη!).
Ο καθηγητής και ο βοηθός του Μπόρμενταλ προσπαθούν υπομονετικά να διδάξουν σ’αυτόν τον άνθρωπο-σκύλο θεμελιώδεις κανόνες συμπεριφοράς, ξεχνώντας πως έχουν φτιάξει έναν «άνθρωπο με καρδιά σκύλου». Η ρωσική ιντελιτζέντσια τώρα έρχεται αντιμέτωπη με την ωμή, ασταθή και βάναυση φυλή των homo sovieticus που μόνη της δημιούργησε. Με τη βίαιη επαναφορά του σκύλου στη σκυλίσια του υπόσταση ασκείται κριτική στη βεβιασμένη «αναμόρφωση» του σοβιετικού ανθρώπου και στην επιβίωση αστικών καταλοίπων στη σοβιετική κοινωνία. Πρόκειται, επίσης, για ένα από σκηνής δοκίμιο που αφορά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία επιλογής, έτσι όπως το συνέλαβε και το υλοποίησε θαυμάσια η Έφη Μπίρμπα.
Ο Μπουλγκάκοφ και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός
Ο συγγραφέας πρωτοδιάβασε την ιστορία του στη λογοτεχνική συνάντηση "Nikitinsky Subbotniks". Το διαμέρισμά του ερευνήθηκε αμέσως μετά και το χειρόγραφο κατασχέθηκε. Αν και του επεστράφη τέσσερα χρόνια αργότερα, και διαβάστηκε ευρέως, δεν επρόκειτο να δημοσιευθεί στα ρωσικά παρά το 1986: ως τότε παρέμεινε ανέκδοτο και απλώς δημοσιεύθηκε στις σελίδες του περιοδικού Zvezda, κι επίσης στο περιοδικό «Student», που εξέδιδε ο Άλεκ Φλέγκον στο Λονδίνο. Η σάτιρα ανέκαθεν διωκόταν από τα αυταρχικά καθεστώτα, και τα επίχειρα της παρρησίας του συγγραφέως δεν τα υπέστη μόνο ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, αλλά ομοίως και ο Γεβγκένι Ζαμιάτιν και ο Αντρέι Πλατόνοφ.
Η υπερρεαλιστική δόμηση της «Καρδιάς σκύλου» αντέκειτο στα συνθλιπτικά χαρακτηριστικά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ο Μπουλγκάκοφ κατηγορήθηκε από τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του για αντισοβιετισμό. Μάλιστα, το 1930 σκεφτόταν να εγκαταλείψει την ΕΣΣΔ και να μεταναστεύσει στη Γαλλία. Όμως τα αιχμηρά και οξυδερκή έργα του είχαν εντυπωσιάσει σημαντικούς κυβερνητικούς κύκλους, ακόμα κι αν δεν εντυπωσίαζαν τη Ρωσική Ένωση Προλετάριων Συγγραφέων: “Η λευκή φρουρά” (1925), “Καρδιά σκύλου” (1925), “Το διαμέρισμα της Ζόικας”(1926), “Ο καλπασμός” (1928) “Το πορφυρό νησί” (1928) “Ο Μολιέρος” (1936), “Οι τελευταίες ημέρες” (θεατρική διασκευή 1940), “Μαύρο χιόνι” (ανολοκλήρωτο) και “Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα” (από το 1928 ως τον θάνατό του). Ο συγγραφέας απασχολήθηκε στο Κεντρικό Θέατρο Εργαζόμενης Νεολαίας, από το 1930 έως το 1936, στη θέση του βοηθού σκηνοθέτη. Αργότερα, ως βοηθός σκηνοθέτη στο Θέατρο Τεχνών Μόσχας Τσέχωφ και από το 1936 και μετά εργάστηκε στο Θέατρο Μπολσόι ως συγγραφέας λιμπρέτων και μεταφραστής.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.
Πληροφορίες παράστασης
Σκηνοθεσία-Δραματουργία-Σκηνογραφία : Έφη Μπίρμπα






















