
Για την παράσταση «Ο χρυσός δράκος» του Ρόλαντ Σίμελπφένιχ στο Θέατρο Χώρος. Ένα ταϊλανδέζικο εστιατόριο μετατρέπεται σε μικρογραφία των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών με παράνομους μετανάστες, βία, ξενοφοβία και ένα... δόντι–σύμβολο. Κεντρική εικόνα: (© Φ. Μάσχα).
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Έζησα στην Τουρκία. Έχω δουλέψει στην Αμερική. Η γυναίκα μου έχει μεξικάνικο διαβατήριο και οι φίλοι των παιδιών μου έχουν ρίζες από την Ινδία, την Κούβα, το Περού, το Βιετνάμ. Τα έργα μου δεν νοιάζονται για τους διανοούμενους στις γκαλερί, αλλά για τους εμπόρους φρούτων και τους ταμίες, τα θορυβώδη κορίτσια το πρωί στο μετρό. Το Βερολίνο δεν είναι πια μια πνευματική πόλη. Είναι μια ανοιχτή πόλη, μια διεθνής μητρόπολη. Αυτή είναι η πόλη για την οποία γράφω».
Ρόλαντ Σίμελπφένιχ
Στο θέατρο «Χώρος» παρακολούθησα το έργο του Ρόλαντ Σίμελπφένιχ «Ο Χρυσός Δράκος» (“Der goldene Drache»), που θίγει το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού, καθώς και του τράφικινγκ και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης στη Γερμανία.
Ο συγγραφέας σκηνοθέτησε την παγκόσμια πρώτη του έργου στο Akademietheater της Βιέννης, κερδίζοντας διεθνή αναγνώριση. Έκτοτε, το έργο ανέβηκε στο Εδιμβούργο, στη Νέα Υόρκη, στην Ουάσιγκτον, στο Τορόντο, στο Παρίσι, στο Σαντιάγο, στην Κωνσταντινούπολη, στο Τόκυο και στο Χονγκ Κονγκ, έχει μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες και κάνει διεθνή καριέρα ως κλασικό έργο, πλέον, του ευρωπαϊκού ρεπερτορίου.
Ένα έργο προβληματισμού πάνω στην παγκοσμιοποίηση
Δεκαεπτά διαφορετικοί χαρακτήρες ερμηνεύονται από πέντε ηθοποιούς, που συχνά μιλούν για τον εαυτό τους σε τρίτο πρόσωπο ως solo αφηγητές, υποδύονται άτομα του αντίθετου φύλου, απευθύνονται στο κοινό και εκφωνούν μεγαλόφωνα τις σιωπές και τις παύσεις, διατηρώντας μια μπρεχτική αποστασιοποίηση και υποδηλώνοντας την πλήρη αλλοτρίωση (Verfremdung).
Στη στενόχωρη κουζίνα του ταϋλανδοκινεζοβιετναμέζικου εστιατορίου «Golden Dragon» φιλοξενεί πέντε σκληρά εργαζόμενους μαγείρους. Με ιδιαίτερα καυστικό χιούμορ ένας από τους μαγείρους περιορίζεται στο να εκφωνεί τις καυτερές παραγγελίες: «Νούμερο 31: Γκάι Γκρομπ Πριο Βαν, τραγανό στήθος κοτόπουλου με ανανά και ροδάκινο σε γλυκόξινη σάλτσα» και «Νούμερο 6: σούπα Τάι με κοτόπουλο, γάλα καρύδας, ταϊλανδέζικη τζίντζερ, ντομάτες, μανιτάρια και λεμονόφυλλα. Ένας άλλος ετοιμάζει νουντλς μέσα στο ουόκ του, κραυγάζοντας με χαρακτηριστικό τρόπο (ο συγγραφέας τον θέλει να εκφωνεί τις συνταγές με μια “Pan-East Asian” προφορά, ώστε να πετύχει αυτό το κοσμοπολίτικο «pastiche» της Άπω Ανατολής που υπηρετεί το έργο του).
Ο θόρυβος
Όμως, μέσα στη θορυβώδη παραγωγικότητα που γίνεται εμβληματική, ένας συγκεκριμένος θόρυβος (διαμαρτυρίας, αυτός) δεν γίνεται ανεκτός και πρέπει να κατασιγασθεί: ο πιο πρόσφατα προσληφθείς (που θα μπορούσε να είναι και ο νεώτερος ανάμεσά τους) υποφέρει από οξύ πονόδοντο, όμως ως παράνομος μετανάστης δεν δικαιούται οδοντιατρική περίθαλψη κι έτσι υφίσταται μια βίαιη εξαγωγή δοντιού με τανάλια για να πάψει να φωνάζει.

Φόβος, υποταγή, βία, όλα παράγωγα της κακοπληρωμένης, παράνομης εργασίας, ένα σκηνικό που παραπέμπει στο κινηματογραφικό «Amores perros» του Ινιαρίτου. Το δόντι εκτινάσσεται μέσα σε μια σούπα που είναι παραγγελία «για έξω» και στην ουσία «εξαφανίζει» οριστικά την ύπαρξη από την οποία προέρχεται: ένα μη-ρεαλιστικό στοιχείο (ας πούμε: «μαγικού ρεαλισμού»), που όμως λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις ιστορίες.
Πάνω από το εστιατόριο, κάθε διαμέρισμα γίνεται μάρτυρας μιας διαφορετικής προσωπικής ιστορίας: οι ένοικοι της πολυκατοικίας συνθέτουν μια μικρογραφία της παγκοσμιοποιημένης δυτικής μεγαλούπολης. Ένας ηλικιωμένος «άντρας με τιράντες» δεν μπορεί να αποδεχτεί την ηλικία του, δύο θηλυκοί χαρακτήρες είναι αεροσυνοδοί που μόλις έχουν προσγειωθεί και είναι και αυτές «νόμιμα» αντικείμενα εκμετάλλευσης, κοκ.
Όποιοι και αν είναι, οι δεκαεπτά αυτοί διαφορετικοί χαρακτήρες σίγουρα βρίσκονται σε έναν τόπο όπου δεν επιθυμούν να βρίσκονται: οι ζωές τους είναι αλλοτριωμένες και τους απωθούν.
Όποιοι και αν είναι, οι δεκαεπτά αυτοί διαφορετικοί χαρακτήρες σίγουρα βρίσκονται σε έναν τόπο όπου δεν επιθυμούν να βρίσκονται: οι ζωές τους είναι αλλοτριωμένες και τους απωθούν. Η ματαιωμένη γυναίκα ενός διαμερίσματος φτάνει στο σημείο να γλείφει το δόντι με την τερηδόνα που έχει παραπέσει, προσπαθώντας να «μπει» στη ζωή ενός άλλου για να αντέξει την πραγματικότητα. Η ανθρώπινη ταυτότητα και βούληση γίνονται σκιώδεις, με αποτέλεσμα τα παραγκωνισμένα, περιθωριοποιημένα πρόσωπα του έργου να μετατρέπονται σε αλληγορίες της εκμετάλλευσης που ασκεί ο ύστερος καπιταλισμός.
Η σκηνοθετική προσέγγιση
Εισβολή της Ετερότητας στο συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, τυχαιότητα στη σύναψη ανθρώπινων σχέσεων, «συρρίκνωση» του κόσμου σε ένα πλανητικό χωριό με στερεοτυπικές συμπεριφορές που αντικρύζονται μέσα από ένα καλειδοσκοπικό πρίσμα, με κινητήριο δύναμη τον Πόνο. Κατά τον ίδιο τον συγγραφέα, ο «Χρυσός Δράκος» αντλεί την έμπνευσή του από μια υπαρκτή ομάδα νεαρών παράνομων μεταναστών, χωρίς αυτό να το κατηγοριοποιεί στο «θέατρο/ντοκουμέντο»: αντίθετα, εμπλέκει το κοινό σε μια «περιπέτεια αφήγησης» όπου εναλλάσσονται πολλές τεχνικές ώστε ν’αποδοθούν πολλές διαφορετικές διαθέσεις (λυρισμός, βία, πένθος, ονειροπόληση, κοκ) και όπου εμπλέκονται πολλοί αφηγητές των οποίων οι ζωές συχνά συνδέονται λειτουργικά μεταξύ τους.
Ο Γιώργος Ματζιάρης παίζει με τους πυρετικούς ρυθμούς του κειμένου και βάζει τους πέντε πρωταγωνιστές να «περνούν» από περσόνα σε περσόνα και να αλλάζουν χρονική στιγμή στις επιμέρους αφηγήσεις τους, χωρίς αυτό να μπερδεύει τον θεατή.
Ο Γιώργος Ματζιάρης παίζει με τους πυρετικούς ρυθμούς του κειμένου και βάζει τους πέντε πρωταγωνιστές (εξαιρετικοί οι Γιώργος Ματζιάρης, Δημήτρης Μηλιώτης, Θάλεια Σταματέλου, Αρετή Τίλη και Στρατής Χατζησταματίου) να «περνούν» από περσόνα σε περσόνα και να αλλάζουν χρονική στιγμή στις επιμέρους αφηγήσεις τους, χωρίς αυτό να μπερδεύει τον θεατή: πρόκειται για μια επιβεβλημένη «cross-performance», που παραπέμπει στη ρευστότητα των ταυτοτήτων και στην απουσία διαφοροποίησης και ηθικής ελευθερίας.

Ο «Χρυσός Δράκος» συνοψίζει συμβολικά την επαναληπτικότητα της ζωής όλων, διαδραματίζοντας παράλληλα και τον ρόλο του συνδετικού ιστού ανάμεσα στις διαφορετικές τους ιστορίες. Αφαιρετικό σκηνικό και υποβλητικοί φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα, καθώς και κατάλληλη μουσική από τον Λευτέρη Βενιάδη, όλα συνθέτουν μια νεανική, σφριγηλή παράσταση με υπολογισμένες σεκάνς και με τη θαυμάσια κινησιολογική δουλειά της Βρισηίδας Σολωμού, όπου συντελείται μια αποκάλυψη: όλη η ιστορία του ξενιτεμένου «κιτρινιάρικου» έθνους των Κινέζων ανακτά την πολιτισμική της βαρύτητα και αναδημιουργείται φαντασιακά στο μυαλό του θεατή.
Υπάρχει ένας έξοχος υπαινιγμός βιασμού πίσω από τον αισώπειο μύθο του τζίτζικα και του μέρμηγκα (για την ακρίβεια: πίσω από το παραμύθι του τρυζονιού του Jules-Joseph Lefebvre) , που κατά την άποψή μου θέτει επί τάπητος το δίπολο θύτης-θύμα.
Υπάρχει ένας έξοχος υπαινιγμός βιασμού πίσω από τον αισώπειο μύθο του τζίτζικα και του μέρμηγκα (για την ακρίβεια: πίσω από το παραμύθι του τρυζονιού του Jules-Joseph Lefebvre), που κατά την άποψή μου θέτει επί τάπητος το δίπολο θύτης-θύμα, για πρώτη φορά απαλλαγμένο από τα στερεότυπα του φύλου, της φυλής, της ηλικίας και της σωματικής διάπλασης: κατ’ουσίαν, αυτό το μοτίβο εκτείνεται και πέραν της σεξουαλικής εκμετάλλευσης για να καλύψει όλη τη γκάμα των σχέσεων που συνάπτονται ανάμεσα στα ανθρώπινα υποκείμενα.
Τι χρώμα έχει ο ίσκιος του νεκρού Κινέζου; Το ποτάμι μπορεί να μαρτυρήσει για τη μοίρα του; Υπάρχει ένα βαθύτερο, σκοτεινό στοιχείο πίσω από όλη αυτήν τη ρηχότητα και την κακουργία; Αυτά τα ερωτήματα είναι που φέρνουν τον «Χρυσό Δράκο» στην κορυφή της δραματουργικής παραγωγής των τελευταίων χρόνων και καθιερώνουν οριστικά τον σαραντατετράχρονο Σίμελπφένιγκ στο πάνθεον των κλασικών συγγραφέων.
Ο Ρόλαντ Σίμελπφένιχ και η νέα γερμανική σκηνή
Θαυμαστής της αγγλοσαξονικής προσέγγισης στο θέατρο και ενάντιος στη σκηνοθετο-κεντρική προσέγγιση (regietheater), ο Ρόλαντ Σίμελπφένιχ ξεκίνησε την καριέρα του ως freelance δημοσιογράφος στην Τουρκία και το 1990 σπούδασε σκηνοθεσία στη Σχολή Otto-Falckenberg του Μονάχου, ενώ εργάσθηκε ως βοηθός σκηνοθέτη σε παραγωγές της Kammerspiele. Βρέθηκε στις Η.Π.Α. όπου για ένα χρόνο μετέφραζε θεατρικά έργα από τα Αγγλικά, προορίζοντάς τα για τη σκηνή του Deutsches Schauspielhaus του Αμβούργου.
Πήρε το Nestroy Theaterpreis (2002 and 2009), το Else-Laske-Schüler-Dramatikerpreis (2010) και το κορυφαίο γερμανικό βραβείο Mülheimer Dramatikerpreis (2010). Ζει στο Βερολίνο, είναι παντρεμένος με τη θεατρική συγγραφέα Justine del Corte (με την οποία έχει δυο παιδιά) και έχει γράψει ραδιοφωνικό θέατρο, ένα μυθιστόρημα και επτά θεατρικά έργα, σε συνεργασίες με τη Schaubühne και με πολλά άλλα σημαντικά θέατρα της Ευρώπης, ενώ διακρίθηκε και ως σκηνοθέτης κάποιων δικών του έργων: “Keine Arbeit für die junge Frau im Fühlingskleid” (1996), "Push-up" (2001), "Fisch um Fisch" (1999), "Die ewige Maria" (1995), "Vor Ianger Zeit im Mai" (1996), MEZ (2000), "Arabische Nacht" και “Push-Up 1-3” (2001), "Vorher/Nachher" (2002), "Die Frau von früher” (2004), “Angebot und Nachfrage” και “Calypso” (2008), “ Peggy Pickit sieht das Gesicht Gottes" (2010), κ.ά. Στις αθηναϊκές αίθουσες έχουν ανέβει το «Push–up», η «Αραβική νύχτα», ο «Χρυσός δράκος» (την πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου), ο «Ιδομενέας» και η «Γυναίκα απ’τα παλιά», το 2015, στην έξοχη σκηνοθεσία της Έλενας Καρακούλη.
Ο χρυσός δράκος
Κείμενο: Roland Schimmelpfennig
Σκηνοθεσία / Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Ματζιάρης
Ερμηνεύουν: Γιώργος Ματζιάρης, Δημήτρης Μηλιώτης, Θάλεια Σταματέλου, Αρετή Τίλη, Στρατής Χατζησταματίου
⌖ Θέατρο: Χώρος
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.






















