
Για την ταινία της Ανιέσκα Χόλαντ «Φραντς Κάφκα», που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους.
Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας
Όπως αναφέρεται σε πρόσφατο άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινή»1 ο μελετητής του Κάφκα Τζέιμς Χάους στη μελέτη του Ανασκάπτοντας τον Κάφκα (2008) είχε ήδη κάνει την ανατροπή αρκετών στερεοτύπων σχετικά με τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία του Κάφκα, πολύ πριν από την κυκλοφορία του φιλμ της Πολωνέζας Ανιέσκα Χόλαντ, που αυτές τις μέρες παίζεται στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Έρχεται πάντως, σε δεύτερο χρόνο, αυτή η εξαιρετικά υποβλητική και εσωτερική ταινία να επιβεβαιώσει με έμφαση πως ο Κάφκα δεν ήταν απόμακρος στις σχέσεις του με το άλλο φύλο (ιδιαίτερος ναι, αλλά ήδη εμφανίζονται επί οθόνης τρεις ηρωίδες γυναίκες με τις οποίες σχετίζεται ο συγγραφέας· επιπλέον σύχναζε ταχτικά σε οίκους ανοχής της εποχής του), δεν ήταν διόλου αντικοινωνικός (είχε κύκλο φίλων και γνωστών, διάβαζε αποσπάσματα των έργων σε φίλους του κτλ.), δεν ήταν όσο καταθλιπτικός τον παρουσίαζαν οι παλιοί μελετητές του (μέχρι που αυτοσαρκαζόταν, διαβάζοντας με ασυγκράτητα γέλια κομμάτια της Δίκης σε φίλους του), δεν είχε κακοποιητικό ή τόσο αυταρχικό πατέρα όσο θεωρούνταν (ο πατέρας του ήταν ένας τυπικά αυστηρός πατέρας της εποχής του, που απλώς αδιαφορούσε για τη συγγραφική κλίση του γιου του), ενώ και το επάγγελμά του (νομικός σύμβουλος σε ασφαλιστική εταιρεία) μάλλον του προσέδιδε κύρος και οικονομική άνεση παρά του στερούσε χρόνο συγγραφής και τον κατέθλιβε.

Η ματιά της σκηνοθέτιδας Ανιέσκα Χόλαντ, λοιπόν, είναι φρέσκια και δημιουργική, περισσότερο αντικειμενική από παλιότερες βιογραφίες άλλων καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων που κατά καιρούς παίχτηκαν στη μεγάλη οθόνη από άλλους σκηνοθέτες. Όλο το φιλμ, αν και βαθιά εσωτερικό και εστιασμένο στην ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του μεγάλου Τσέχου συγγραφέα, βλέπεται ευχάριστα και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αποτυπώνοντας παράλληλα και μια ολόκληρη εποχή.
Η σκηνοθεσία και η ερμηνεία του Ίνταν Βάις
Η κινηματογραφική αφήγηση της ζωής του Κάφκα δεν είναι γραμμική, αλλά υπάρχουν συνεχή φλας μπακ που ερμηνεύουν τραυματικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας, συνδεόμενα άμεσα με γεγονότα της ενήλικης ζωής του αλλά και με βιβλία που ο ίδιος έγραψε. Προτού φτάσουμε στον θάνατο του Κάφκα από φυματίωση, παρεμβάλλονται στιγμιότυπα από το Μουσείο Κάφκα στην Πράγα, ερχόμαστε δηλαδή στο σήμερα, και μ’ αυτόν τον ευφυή κινηματογραφικό τρόπο η ταινία αποκτά στοιχεία ντοκιμαντέρ (όπως άλλωστε και με τις εξομολογήσεις στενών προσώπων του συγγραφέα μπροστά στον φακό για το τι υπήρξε τελικά ο Κάφκα).
Όλο αυτό το σκηνοθετικό παιχνίδι αφαιρεί από το φιλμ μεροληψία, μονομέρεια και διάθεση αγιοποίησης του συγγραφέα εκ μέρους της σκηνοθέτιδας, ενισχύοντας την αντικειμενική της οπτική και την αναγκαία αποστασιοποίηση που όφειλε εξ αρχής ν’ ακολουθήσει απέναντι σε πρόσωπα και γεγονότα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή η ερμηνεία του ηθοποιού Ίνταν Βάις στον ρόλο του Κάφκα − το βλέμμα του, ο ιδιαίτερος χορός του (κίνηση γύμνασης;), τα λεπταίσθητα χαρακτηριστικά του, η αποτύπωση νευρωτικών συμπεριφορών, τα πεταχτά αυτιά του, η όλη του κίνηση.

Εύλογα στο τέλος ο θεατής αναρωτιέται τι ήταν αυτό το ιδιαίτερο που απογείωσε αυτόν τον λογοτέχνη σε δυσθεώρητα ύψη στον παγκόσμιο συγγραφικό στίβο. Το πυκνό, ελλειπτικό, κεντημένο με φιλοσοφικά στοιχεία έργο του; Οι γοητευτικές παραδοξότητες και οι ιδιαίτεροι συμβολισμοί των ιστοριών του; Η γρήγορη προβολή του έργου του στη γερμανική γλώσσα, που μιλιόταν εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον σε όλη την Κεντρική Ευρώπη και η σχετικά γρήγορη μετάφρασή του στα αγγλικά (περίπτωση αντίστοιχη με τον Καβάφη, με τη μετάφραση του δικού του έργου στην αγγλική γλώσσα); Ο θάνατός του σε ηλικία μόλις 41 ετών (κάτι ανάλογο με τον ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που έφυγε στα 38 του χρόνια, δολοφονημένος στον Ισπανικό εμφύλιο, και έγινε σύμβολο νεότητας); Η ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του και το δημιουργικά «λοξό» του μυαλό; Η ανηλεής εμπορευματοποίηση της εικόνας του από το παλιό καθεστώς της Τσεχοσλοβακίας έως το σημερινό καθεστώς της Τσεχίας; Όλα τα παραπάνω μαζί ή μήπως και κάποια άλλη παράμετρος που μας διαφεύγει συνηγόρησαν στη συγγραφική απογείωση του Κάφκα;

Όπως και να έχει, η αναλογία του πρωτογενούς έργου του Φρανς Κάφκα (που ο Φίλιπ Ροθ και άλλοι μεγάλοι Αμερικανοί −και όχι μόνο− συγγραφείς θεωρούσαν δάσκαλό τους) και της δευτερογενούς βιβλιογραφίας (κριτικές, αναλύσεις, μελέτες) που έχει γραφτεί γι’ αυτόν είναι εντυπωσιακά δυσανάλογη. Σε κανέναν άλλο λογοτέχνη οποιασδήποτε εποχής το «σχόλιο» δεν ξεπερνά σε όγκο το «κείμενο» τόσο εντυπωσιακά. Το γεγονός σχολιάστηκε και στο φιλμ της Χόλαντ από ξεναγό του Μουσείου Κάφκα της Πράγας, σε μια από τις σκηνές όπου η ταινία «πηδάει» στο παρόν, για να δείξει την εμπορευματοποίηση της κληρονομιάς του. Σύμφωνα, λοιπόν, με το σενάριο, για κάθε μία λέξη που έγραψε ο ίδιος ο Κάφκα, έχουν γραφτεί 10 εκατομμύρια λέξεις. Ασύλληπτη κλασματική μονάδα, με έναν παρονομαστή που, στο μέλλον, ολοένα θα αυξάνεται.
*Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο η συλλογή διηγημάτων «Ένα δικό του δωμάτιο» (εκδ. Ρώμη).
1Ηλίας Μαγκλίνης, «Ανασκάπτοντας μύθους για τη ζωή του», τέχνες και γράμματα της εφημ. Καθημερινή, τεύχ. της 22 Μαρτίου 2026






















