
Για την ταινία του Γιοακίμ Τρίερ (Joachim Trier) «Συναισθηματική αξία» (2025).
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδαμε τη «Συναισθηματική αξία» («Affeksjonsverdi», 2025) του Νορβηγού Γιοακίμ Τρίερ, με την εκπληκτική πρωταγωνίστρια Ρενάτε Ρέινσβε. Το θέμα της ταινίας είναι το συναισθηματικό τραύμα που προκύπτει από την πατρική εγκατάλειψη, και πώς αυτό εξελίσσεται στην ψυχή δύο κοριτσιών, ώστε με την πάροδο του χρόνου να οδηγήσει σε μια πιθανή συγχώρηση και συμφιλίωση.
Πρόκειται για την έκτη ταινία του Τρίερ (μετά από τις ταινίες «Reprise», 2006, «Όσλο, 31 Αυγούστου», 2011, «Louder than bombs», 2015, «Thelma», 2017 και «Ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο», 2021), που διαδραματίζεται σε ένα όμορφο κόκκινο σπίτι στο Όσλο. Το παλιό αυτό σπίτι εμψυχώνεται και γίνεται φορέας οικογενειακής ιστορίας, προσωπικής μνήμης και έργο τέχνης – ως μακέτα τελικής αναπαράστασης. Η αφηγήτρια (η μία κόρη, η Νόρα, ως παιδί) έχει αναγάγει το σπίτι σε πρωταγωνιστή της ταινίας, έναν πρωταγωνιστή με σάρκα και οστά και αισθήματα που φέρει αποτυπωμένο το κάθε στάδιο της συγκρότησης της οικογενειακής ιστορίας.

Η αισθαντική Ρενάτε Ρέινσβε υποδύεται τη Νόρα, πρωταγωνίστρια του θεάτρου στο απόγειο της καριέρας της: ο τρόπος με τον οποίο εισάγεται στην ταινία το «Κουκλόσπιτο» («Νόρα») του Ίψεν μοιάζει πολύ με τον τρόπο με τον οποίο ο Μπέργκμαν εισάγει στις ταινίες του την όπερα («Μαγικός αυλός») και το θέατρο («Φάννυ και Αλέξανδρος»). Παθαίνοντας νευρικό κλονισμό λίγο πριν από την είσοδό της στη σκηνή, η Νόρα αποκαλύπτει τις αυτοκαταστροφικές της τάσεις, αποτέλεσμα της στέρησης του πατέρα που έχει υποστεί μαζί με την αδερφή της.
Ο πατέρας
Μετά τον θάνατο της μητέρας επανέρχεται στο προσκήνιο ο πατέρας Γκούσταβ Μποργκ, πετυχημένος σκηνοθέτης κάποιου κοντινού παρελθόντος, που επιθυμεί να αξιοποιήσει αυτό το οικογενειακό σπίτι και να βάλει τη Νόρα να πρωταγωνιστήσει στη νέα, ώριμη ταινία προσωπικής του εκμυστήρευσης. Εκείνη αρνείται, αρνείται γενικώς να απολαύσει την επιτυχία, αρνείται να αγγίξει την ερωτική ευτυχία, αυτομαστιγώνεται (εξού και το αποτυχημένο της ειδύλλιο με τον παντρεμένο συνεργάτη της Γιάκομπ, που τον υποδύεται εκπληκτικά ο Άντερς Ντάνιελσεν Λάι).
Ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ ενσαρκώνει δεξιοτεχνικά τον ρόλο του σκηνοθέτη-alter ego του Τρίερ (μια περσόνα αυταρχική, εγωκεντρική, αγνώμονα, που όμως παραπέμπει ευθέως στο πρόσωπο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν): ο Μποργκ έχει γράψει αυτό το σενάριο για τη Νόρα, ενώ η Νόρα θεωρεί αδύνατη την επικοινωνία μαζί του. Τότε εκείνος πείθει τη γνωστή ηθοποιό Ρέιτσελ Κεμπ (Ελ Φάνινγκ) να πάρει τον ρόλο και αρχίζουν οι πρόβες μέσα στο σπίτι. Σταδιακά, η ηθοποιός Ρέιτσελ μεταμορφώνεται σε μιαν άλλη εκδοχή της Νόρα – μάλιστα, ο Μποργκ τη βάζει να βάψει και τα μαλλιά της έτσι ώστε να μοιάζει στην κόρη του.
Η αρνητική, απαξιωτική στάση της Νόρα και ο εσωτερικευμένος θυμός απέναντι στον πατέρα της σταδιακά κάμπτεται, καθώς η ηθοποιός Ρέιτσελ έχει την ειλικρίνεια να παραδεχτεί πως δεν είναι αντάξια του ρόλου και να παραιτηθεί.
Ο σκηνοθέτης θεωρεί ότι με το αυτοβιογραφικό του σενάριο θα εξασφαλίσει την επιστροφή του στο κινηματογραφικό προσκήνιο, όμως απογοητεύεται από την ηθοποιό του και από τη φυσική φθορά που έχει επέλθει στον παλιό του συνεργάτη-κάμεραμαν: εδώ, ο Τρίερ κάνει ένα καυστικό σχόλιο για τη «νέα κατάσταση» του Netflix, που απαιτεί φρέσκα μυαλά και νέους ανθρώπους στην ανταγωνιστικότατη βιομηχανία του κινηματογράφου. Η αρνητική, απαξιωτική στάση της Νόρα και ο εσωτερικευμένος θυμός απέναντι στον πατέρα της σταδιακά κάμπτεται, καθώς η ηθοποιός Ρέιτσελ έχει την ειλικρίνεια να παραδεχτεί πως δεν είναι αντάξια του ρόλου και να παραιτηθεί. Ο απολογητικά ένοχος, αλλά και δεσποτικός πατέρας βιώνει τη ματαίωση και προς στιγμήν καταρρέει.

Το τρίτο πρόσωπο του τριγώνου είναι η αδελφή της Νόρα, η Άγκνες (Ίνγκα Ίμπσντοτερ Λιλέας), που ο Μποργκ τής είχε δώσει παιδικό ρόλο σε παλαιότερη ταινία του. Η εξέλιξη της Άγκνες την έχει οδηγήσει σε θερμό ψυχικό κλίμα: είναι πολιτική επιστήμων, παντρεμένη, ισορροπημένη και έχει παιδί – κάποια στιγμή αυτό το παιδί θα πάρει, με τη σειρά του, τον ρόλο που του αντιστοιχεί στο δίδυμο δημιούργημα του Τρίερ, στο σενάριο της ταινίας του και στο δικό του, προσωπικό σενάριο. Η Άγκνες διεξάγει προσωπική έρευνα για τα βασανιστήρια και τη δίωξη της γιαγιάς της από τους Ναζί, γεγονός που την είχε οδηγήσει στην αυτοκτονία: η αναφορά στην περίοδο της αντίστασης κάποιων Νορβηγών κατά των Ναζί γεφυρώνει το προσωπικό δράμα με το συλλογικό. Αντίστοιχα, το σπίτι έχει καταγράψει «στο πετσί του» την αυτοκτονία της γιαγιάς, την πρώτη αναχώρηση του Γκούσταβ, την επιστροφή του, τον γάμο του, τους πρώτους καυγάδες με τη μητέρα των κοριτσιών, τη δεύτερη αναχώρηση/εγκατάλειψη που κάνει ο Γκούσταβ: η μικρή Νόρα έχει καταγράψει τους ήχους αυτούς ακούγοντας μέσα από το μπουρί μιας σόμπας.
Η τέχνη ως τρόπος επικοινωνίας
Και, ενώ η ταινία την οποία στοχεύει να φτιάξει ο Μποργκ δείχνει να είναι μια ταινία για τη μητέρα του που αυτοκτόνησε, στην ουσία σχεδιάζει μια ταινία για την κόρη του, που κινδυνεύει συναισθηματικά. Ένα εξαγγελθέν μονοπλάνο με την τελική αποκάλυψη του συναισθηματικού αδιεξόδου όντως επιφέρει αντίθεση στο corpus της ταινίας. Η άψογη διεύθυνση φωτογραφίας του Κάσπερ Τούξεν και το μοντάζ με τα συνεχή «σκληρά κοψίματα» του Ολιβιέ Μπαγκ Κουτιέ υπηρετούν απόλυτα το όραμα του Τρίερ, που είναι η πορεία προς την ολοκλήρωση του καλλιτέχνη μέσα από τις φέτες προσωπικών καταθέσεων που κάνει στην ωριμότητά του. Το σενάριο συνυπογράφεται από τον Τρίερ και τον μακροχρόνιο συνεργάτη του στη συγγραφή, Έσκιλ Βογκτ, που δήλωσε σε συνέντευξή του: «Συχνά οι οικογένειες δεν μπορούν να μιλήσουν άμεσα για σημαντικά πράγματα και εμείς βρίσκουμε έμμεσους τρόπους επικοινωνίας. Η τέχνη είναι ένας τρόπος να το εκφράσουμε αυτό, και αυτή είναι η καλύτερη ευκαιρία που έχει αυτή η οικογένεια να επικοινωνεί καλά και να κατανοεί τα προβλήματά της».
Υποδόρια ένταση, έντονα βλέμματα, λίγα που λέγονται και πολλά περισσότερα που εννοούνται, προσεγμένη κινηματογράφηση, δεξιοτεχνικό παιχνίδι με το φως και το σκοτάδι, «αρχιτεκτονική» δόμηση του πλάνου (...)
Η ρευστότητα των σχέσεων, η εκκρεμότητα που μετατρέπεται σε σταθερά και η ευτυχής έκβαση της ταινίας (καθώς ο αποξενωμένος πατέρας αποκαθιστά τις σχέσεις του με τις δυο του κόρες) είναι χαρακτηριστικά της ταινίας. Υποδόρια ένταση, έντονα βλέμματα, λίγα που λέγονται και πολλά περισσότερα που εννοούνται, προσεγμένη κινηματογράφηση, δεξιοτεχνικό παιχνίδι με το φως και το σκοτάδι, «αρχιτεκτονική» δόμηση του πλάνου: αυτά είναι τα βασικά προτερήματα αυτής της βαθύτατα συγκινητικής ταινίας, που αποκαθιστά τη σχέση της Τέχνης με την ανθρώπινη ζωή επιτρέποντας στο φάσμα του Θανάτου να πλανάται σε όλη της τη διάρκεια. Όχι τόσο λόγω σκανδιναβικής παράδοσης και ιδιοσυγκρασίας, όσο λόγω μακρόχρονης κινηματογραφικής παρακαταθήκης που ξεκινά από την «Persona» του Μπέργκμαν και φτάνει ως τον πειραματικό κινηματογράφο δωματίου, και σταθερά πιστός στην τεχνική του gros plan, ο Τρίερ εστιάζει στον συναισθηματικό πυρήνα των γεγονότων, επιλέγοντας την «κοφτή» αφήγηση, το fondu au noir και πλήθος υπαινιγμών, έτσι ώστε η ματιά των ηρώων να συμπληρώνει τα ευκόλως εννοούμενα: «Έχουμε αυτή τη μη πραγματοποιήσιμη σχέση μεταξύ μιας κόρης και ενός πατέρα, σχεδόν σαν μια θλιβερή ιστορία αγάπης. Αλλά οι δυο τους είναι τόσο παρόμοιοι μεταξύ τους. Μέσα στο σπίτι της δημιουργικής ζωής, μπορούν πραγματικά να συναντηθούν», δηλώνει ο σκηνοθέτης στο Vanity Fair.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Joachim Trier
Σενάριο: Joachim Trier, Eskil Vogt
Φωτογραφία: Casper Tuxen
Μοντάζ: Olivier Buil Cutté
Μουσική: Hania Rani
Η Renate Reinsve στον ρόλο της Νόρα Μποργκ
Ο Stellan Skarsgård στον ρόλο του Γκούσταβ Μποργκ
Η Inga Ibsdotter Lilleaas στον ρόλο της Άγκνες Μποργκ
Η Elle Fanning στον ρόλο της Ρέιτσελ Κεμπ
Ο Anders Danielsen Lie στον ρόλο του Γιάκομπ
Ο Cory Michael Smith στον ρόλο του Σαμ
Η Catherine Cohen στον ρόλο της Νίκι
Ο Andreas Stoltenberg Granerud στον ρόλο του Ήβεν
Ο Øyvind Hesjedal Loven στον ρόλο του Έρικ






















