
Για την ταινία «Ταιριάζουμε;» / «Materialists» (2025) της Σελίν Σονγκ (Celine Song).
Γράφει ο Φίλιππος Χατζίκος
Το «Ταιριάζουμε;» / «Materialists» απέχει πολύ από τη φόρμα της ρομαντικής κομεντί. Δεν επιχειρεί μία επικαιροποιημένη ανάγνωση πάνω σε μία δοξασμένη συνταγή του παρελθόντος, ούτε περιφέρει τον κυνισμό του πάνω από τα συντρίμμια ενός είδους που κάποτε έσκιζε στα ταμεία και αποτελούσε σχεδόν υποχρέωση για κάθε σταρ πρώτου μεγέθους. Δανείζεται απλώς κάτι από την ελαφρότητά του για να αποδώσει σύγχρονους προβληματισμούς για τις ερωτικές σχέσεις σε ένα περιβάλλον όπου τα πάντα είναι μετρήσιμα και συνιστούν πρώτη ύλη για μαθηματικές αναλύσεις.
Το σύγχρονο dating ως συναλλαγή
Στην κοσμική πλευρά του Μανχάταν, το dating μοιάζει όλο και περισσότερο με συναλλαγή και μάλιστα πολυτελείας, μία αναζήτηση συντρόφου που αδρανοποιεί καθετί το πηγαίο και επικεντρώνεται σε απτά μεγέθη. Η Λούσι δουλεύει σε ένα μοντέρνο γραφείο συνοικεσίων και είναι μια λαμπρή επαγγελματίας. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα, αφού ακούσει δύο ή τρεις φράσεις, δύναται να ταξινομήσει υποψήφιους πελάτες και πελάτισσες που προστρέχουν στις υπηρεσίες της με απώτερο σκοπό μία σύσταση που συγκεντρώνει σοβαρές πιθανότητες να καταλήξει σε ειδύλλιο. Η δουλειά της, όμως, δε σταματά εκεί· είναι παρούσα μέχρι την ύστατη ώρα, δηλαδή τη στιγμή που η σύμβαση καταρτίζεται νομότυπα, τη γαμήλια τελετή. Στο ιδιότυπο σκορ που κρατούν στο γραφείο, άλλωστε, μετρούν οι γάμοι, και η Λούσι έχει να επιδείξει ήδη εννέα τέτοιους στο ενεργητικό της.

Κάποια στιγμή θα χρειαστεί να επιστρατεύσει το ταλέντο της στη διαχείριση κρίσεων και εκεί ακριβώς η Σελίν Σονγκ θα συνθέσει μία σεκάνς που φωτίζει πολύπλευρα τον χαρακτήρα της. Η Λούσι τη μία στιγμή μπορεί να αποθεώνει τον έρωτα που οδηγεί δύο ανθρώπους στην πατενταρισμένη «πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους» και την επόμενη να επικροτεί τα πιο ταπεινά και εγωιστικά αίτια πίσω από κάθε ερωτική επιλογή, οδηγώντας μία απεγνωσμένη μέλλουσα σύζυγο στην παραδοχή της πιο μύχιας αλήθειας και, τελικά, στην απελευθέρωση από τα δεσμά της ντροπής. Αυτό, όμως, δεν την καθιστά υποκρίτρια. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που υπηρετεί από το δικό του πόστο τη συναλλαγή, τη σύμβαση του ζευγαρώματος, και οφείλει να έχει την προσαρμοστικότητα να αντιμετωπίσει κάθε κίνδυνο που απειλεί να ματαιώσει τη συμφωνία των συμβαλλομένων. Μία καθοδηγήτρια της ελεύθερης βούλησης όσων την εμπιστεύονται, απαλλαγμένη από επικριτικές σκέψεις για τους συνομιλητές και τις συνομιλήτριές της, προσανατολισμένη πάντοτε στο αποτέλεσμα. Ένας αλγόριθμος με σάρκα και οστά.
Οι ανδρικοί χαρακτήρες ως καρικατούρες
Η ταινία, πάντως, εμφανίζει τις αδυναμίες της στον τρόπο με τον οποίο εκτυλίσσεται η βασική της ιστορία. Ο Πέδρο Πασκάλ πασχίζει να δώσει πνοή σε έναν χαρακτήρα για τον οποίον το μόνο που έχει πραγματικά σημασία να γνωρίζουμε είναι ο πλούτος και οι καλοί τρόποι του, ενώ αντίπερα αυτού, ο χαρακτήρας του Κρις Έβανς ενσωματώνει όλα τα στερεότυπα του φτωχόπαιδου και βιοπαλαιστή. Η Σονγκ υπογραμμίζει συνεχώς και άγαρμπα την αντίθεση μεταξύ των δύο κόσμων, με αποτέλεσμα το δίλημμα της ηρωίδας να παρουσιάζεται σαν ένα εντελώς σχηματικό σταυροδρόμι. Εν αντιθέσει με την πρώτη ταινία της δημιουργού, στην οποία ο διχασμός της πρωταγωνίστριας ξεδιπλωνόταν πολυδιάστατα, σε αυτήν μοιάζει να εκπίπτει σε ένα απλοϊκό δίπολο.

Ευτυχώς, τα πράγματα είναι καλύτερα ως προς τη Λούσι της Ντακότα Τζόνσον, καθώς ως αμφίσημος χαρακτήρας με έντονες ψυχικές αναταράξεις, διατηρεί ανοιχτό χώρο για εσωτερική αμφισβήτηση και προβληματισμό ως προς τη θέση της στον κόσμο. Ακόμα και έτσι, όμως, αυτό το κατ’ επίφαση μόνο ερωτικό τρίγωνο παραείναι ισόπλευρο, οι συγκρούσεις του σεναρίου υπερβολικά μετρημένες, η φυσικότητα είναι εκτοπισμένη από τις επιμέρους επαφές χωρίς αυτό να είναι ζήτημα χημείας των ηθοποιών, οι οποίοι πραγματικά κοσμούν με την αψεγάδιαστη όψη τους το φιλμ.
Σελίν Σονγκ: μια δεξιοτέχνισσα
Παρά τις αστοχίες του σεναρίου, δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε σχεδόν σε κάθε κάδρο του «Ταιριάζουμε;» την επιμέλεια μίας δημιουργού που γνωρίζει πώς να αξιοποιήσει τον κινηματογραφικό χώρο στην εντέλεια. Η Σονγκ παράγει στιγμιότυπα που εγγράφονται στον νου χωρίς να εκδηλώνει δημιουργική μεγαλομανία. Λόγου χάρη, στην πρώτη από τις ελάχιστες στιγμές που συνυπάρχουν οι τρεις ήρωες, η γοητευμένη Λούσι ανταποκρίνεται στα πρώτα αναγνωριστικά βήματα του φλερτ εκ μέρους του πλούσιου μνηστήρα Χάρι ώσπου ξαφνικά συναντά ως σερβιτόρο τον παλιό της έρωτα, Τζον. Σε αυτή τη στιγμή, με μία μόνο ματιά στο μακρινό πλάνο της Σονγκ, αντιλαμβάνεται κανείς την εναλλαγή της ισχύος ανάμεσα στους δύο άνδρες, ενώ η δημιουργός αφήνει πολύ κενό χώρο στο κάδρο, σαν μια υπόσχεση ενός μέλλοντος που ξανοίγεται.

Σε επίπεδο κινηματογραφικής γραμματικής, λοιπόν, η Σονγκ αποδεικνύεται και πάλι (μετά το πανέμορφο «Past lives») δεξιοτέχνισσα, και τέτοιες μικρές στιγμές υπάρχουν δεκάδες στο φιλμ. Τις βρίσκουμε στον τρόπο που ο θόρυβος της πολύβουης μεγαλούπολης εισχωρεί στο ηχοτοπίο της ταινίας, στις μελαγχολικές νότες της φωτογραφίας, στην υπέροχη ενδυματολογία που εισφέρει τα μέγιστα στη χαρακτηρολογία, στα δημιουργικά μοντάζ και τις σεκάνς στις οποίες εναλλάσσονται οι πελάτες απέναντι στη Λούσι και παραθέτει ο καθένας τη στρεβλή εικόνα που έχει για τον εαυτό του και για το κεφάλαιο που διαθέτει στην ερωτική αγορά.
Ο αλγόριθμος αποτυγχάνει
Η Λούσι πορεύεται στους δρόμους της πανάκριβης Νέας Υόρκης σαν μία σύγχρονη Έμμα με τη σιγουριά ενός «material girl» που ζει σε έναν «material world», σε σύμπνοια με την ολοκληρωτική επικράτηση του υλισμού έναντι του ρομαντισμού. Η αρμονία της με τον κόσμο υφίσταται ένα πλήγμα όταν βρίσκεται η ίδια ενώπιον ενός διλήμματος που εκθέτει τις βασικές της αρχές προ μιας συναισθηματικής αναθεώρησης. Μια επιλογή συντρόφου που στα χαρτιά φαντάζει ιδανική, τόσο μάλιστα που ο εν λόγω προσδιορίζεται ως «μονόκερος», δείχνει όλο και περισσότερο ως ένας επίπονος συμβιβασμός.

Αυτή η αρμονία θα διαρραγεί οριστικά, όμως, όταν τα μαθηματικά δε θα φανούν απλώς ανεπαρκή, αλλά και επικίνδυνα, όπως και η όλη αναγωγή του dating σε θετική επιστήμη με απτά αποτελέσματα, μέσα από την ιστορία μίας πελάτισσας της Λούσι που θα γνωρίσει το πλέον άσχημο πρόσωπο της συναναστροφής με άγνωστο υποψήφιο σύντροφο. Η σεναριακή επιλογή που θέτει τη βία ως όρο του δράματος είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη. Αποτελεσματική μεν για το τόξο του χαρακτήρα της Λούσι, πλην όμως πρόκειται για ένα ζήτημα υπερβολικά σημαντικό για να τεθεί σαν περιορισμένη υποσημείωση που εξυπηρετεί την εξέλιξη κάποιου άλλου ήρωα της ταινίας.
Ρομαντικό φινάλε
Εντέλει, όπως υποδεικνύει και μέσω της κατάληξης της ιστορίας, η Σελίν Σονγκ δεν ενδίδει στην παντοκρατορία του κυνισμού, δεν λησμονεί ότι η «αγάπη πρέπει να βρίσκεται κι αυτή στο τραπέζι». Μόνο που επιφορτίζει την ταινία με ένα μάλλον ατυχές δραματουργικά διπλό φινάλε, αρμόζον τελικά στη φόρμα της ρομαντικής κομεντί, την οποία, όμως, δεν ακολούθησε κατά τα άλλα. Και αυτό διότι ο άκρατος μηδενισμός είχε ήδη αμβλυνθεί από τις επώδυνες συνειδητοποιήσεις της Λούσι που συντάραξαν την κοσμοθεωρία της, επομένως, η ιστορία είχε ήδη οδηγηθεί στην κατάλληλη κατάληξη χωρίς το εξιλεωτικό happy end.
Τελικά, το «Ταιριάζουμε;» αιχμαλωτίζει την αίσθηση ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου κόσμου στον οποίο οι άνθρωποι ακόμα αναζητούν τον τρόπο να συνυπάρξουν ερωτικά, υποπίπτοντας διαρκώς σε ανακολουθίες που φανερώνουν, για να δανειστούμε τα λόγια του Λ. Κόεν, ότι δεν υπάρχει ούτε συνταγή, αλλά ούτε και θεραπεία για τον έρωτα.
*Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΧΑΤΖΙΚΟΣ είναι κριτικός κινηματογράφου, μέλος της Π.Ε.Κ.Κ.





















