joseph-conrad

Του Νίκου Ξένιου

Η λεκάνη του Κονγκό είναι ο τόπος όπου διαδραματίζεται η νουβέλα αυτή, με την οποία ο Τζόζεφ Κόνραντ κάνει μιαν αφροκεντρική κριτική της δυτικής διείσδυσης, διακωμωδώντας την έννοια του ηρωϊσμού και καταγγέλλοντας την κακουργία, που βρίσκεται στον σκληρό πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η εμπορία του ελεφαντοστού είναι δηλωτική της παντοδύναμης παρουσίας του αποικιοκράτη, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς την παρουσία του υλικού αυτού στα ευρωπαϊκά σαλόνια και με δεδομένη τη φίνα, εκλεπτυσμένη χρήση του σε έργα τέχνης που κοσμούν ευρωπαϊκές συλλογές[1]. Όμως, το ελεφαντόδοντο στη νουβέλα του Κόνραντ εμφανίζεται στην ανεπεξέργαστη, «αφρικανική» του εκδοχή της πρώτης ύλης (ως χαυλιόδοντας), αποκλειστικά ως φορέας της άμεσης, συναλλακτικής αξίας του. Στη θέση του μπαίνει η ανθρώπινη ύπαρξη, υπό αγοραίο πρίσμα εκποιούμενη. Το κείμενο ανήκει στις νουβέλες της συλλογής TalesofUnrest (1898), όπου ο Τζόζεφ Κόνραντ βάζει τις αυτοκρατορίες της Ευρώπης να πλέουν “À rebours[2] σ’ ένα «σαρδελοκούτι» υπό την αιγίδα μιας εμπορικής εταιρείας εκμετάλλευσης.

Tι είδε ο «πολιτισμένος» Ευρωπαίος στις εσχατιές

Ένα ποταμόπλοιο αναχωρεί για τα ενδότερα της ζούγκλας, αφήνοντας ένα απομονωμένο εμπορικό φυλάκιο στη διοικητική δικαιοδοσία δύο λευκών, ουσιαστικά δηλαδή φυλακίζοντάς τους μέχρις εξοντώσεως σ’ ένα ανοίκειο πολιτισμικό περιβάλλον. Ο εν λόγω ποταμός δεν κατονομάζεται στη νουβέλα, ίσως γιατί ο συγγραφέας εστιάζει στον άξενο και αλλότριο χαρακτήρα του τοπίου, εγκαινιάζοντας ένα χαρακτηριστικό του μοντερνισμού στη λογοτεχνία: το «ανοίκειον» ως παράγοντα εικονοποιίας[3]. Οι δύο Ευρωπαίοι δεν είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσουν αυτό το «ανοίκειο» τοπίο, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ο «Νέγρος του Νάρκισσου» ιχνηλατούσε, στα δυσδιάκριτα βάθη της θάλασσας, το σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής.

Tους λευκούς τούς θεοποιούν και τους αντιμετωπίζουν μ’ ένα είδος κατάνυξης, που όμως μετατρέπεται σε μίσος όταν εμφανίζονται οι δουλέμποροι.

Τα χρειώδη και τα εμπορεύσιμα για τους δύο ήρωες, τον Κάγιερτς και τον Καρλιέ, γίνονται στόχος εύκολου πλουτισμού στο άγριο τοπίο του άλλοτε  Βελγικού Κονγκό. Ο ανάπλους του καραβιού δίνει την εκκίνηση στον σταδιακό εκφυλισμό των δομών που συνέχουν αυτή τη «δυτική» νησίδα ζωής, αναστρέφοντας την κλεψύδρα: οι δυο λευκοί θα απομονωθούν (ως θύματα μιας σκευωρίας αγνώστου προέλευσης) και το ηθικό τους πορτραίτο θα εξαχρειωθεί[4]. Αυταπατώμενοι σχετικά με την ευεργετική επίδραση του μικρού τους diréctoire, ο Κάγιερτς και ο Καρλιέ δεν θ’ αντέξουν την απομόνωση, η απομάκρυνσή τους από τα «ασφαλή» χωρικά ύδατα της βρετανικής κοινωνίας θα τους γεμίσει ανασφάλεια και νωθρότητα. Η ανικανότητά τους να διευθύνουν την επιχείρηση θα μεταθέσει στα χέρια του Μακόλα, του μαύρου λογιστή-διερμηνέα-και-έμπιστού τους, όλες τις πρωτοβουλίες. Τα αμιγώς «ευρωπαϊκά» χαρακτηριστικά αυτού του μαύρου η καλλιγραφία του, η γλωσσομάθειά του έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση προς την τριτοκοσμική του πεποίθηση για την ύπαρξη «κακών πνευμάτων» και προς τον ανυπέρβλητο κυνισμό του. Μαθαίνουμε ελάχιστα για τις σκέψεις και τα βαθύτερα κίνητρα των επιλογών του Μακόλα, μόνο βλέπουμε πόσο έντονη είναι η αντιπάθειά του για τους δυο λευκούς προϊσταμένους του. Αντίθετα, οι άγριοι χωρικοί και ο αρχηγός τους, ο Γκομπίλα[5], τους λευκούς τούς θεοποιούν και τους αντιμετωπίζουν μ’ ένα είδος κατάνυξης, που όμως μετατρέπεται σε μίσος όταν στον ορίζοντα εμφανίζονται οι δουλέμποροι.

H ουτοπία της προόδου

anoutpostofprogressΣτο βάθος επικρατεί το μίσος, η μισαλλοδοξία, η εκδικητικότητα, η προδοσία: ο Μακόλα με δόλο και αμοραλισμό ειθισμένο για ένα έμπορο που αναπαράγει τα ήθη των δυτικώνκαθιερώνει το δουλεμπόριο ως συναλλαγή, εξανδραποδίζοντας τους συντοπίτες του με αντάλλαγμα το πολύτιμο ελεφαντόδοντο. Το χειρότερο: αμέσως μετά επιδίδεται αμέριμνος σε παιχνίδια με τα παιδιά του. Η αναλγησία του νέγρου δουλέμπορου αρχικά σκανδαλίζει την ψευδοηθική του Κάγιερτς και του Καρλιέ, όμως τελικά η χαλαρή τους συνείδηση υποχωρεί μπροστά στο πρακτικό συμφέρον και τους μετατρέπει σε συνενόχους του. Με ρυθμούς κλασικής τραγωδίας, η απώλεια της εμπιστοσύνης φωλιάζει σαν δηλητήριο στις καρδιές τους, οι αρρώστιες και η διχόνοια εγκαθιδρύουν το σκοτεινό τους βασίλειο στις ζωές τους, το ατμόπλοιο καθυστερεί να επιστρέψει, η κατάσταση γίνεται έκρυθμη και τα τρόφιμα τελειώνουν, μέχρις ότου ο εξαθλιωμένος Κάγιερτς, στη διάρκεια μιας λογομαχίας σχετικής με την ελάχιστη εναπομείνασα ζάχαρη, σκοτώνει τον Καρλιέ.

Λίγο πριν το τέλος του, συνειδητοποιεί πως η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο βρίσκεται στην καρδιά της αποικιοκρατίας, και η συνείδησή του τον τύπτει γι’ αυτό. Ο Κόνραντ σχολιάζει πόσο κακή διαχείριση της ελευθερίας του κάνει ο άνθρωπος όταν δεν βρίσκεται υπό την ηθική σκεπή μιας αυστηρά δομημένης κοινωνίας που θα τον ελέγξει για τις ενέργειές του[6]. Ο λευκός αυτοκτονεί απελπισμένος, λίγο πριν από τη στιγμή που τι ειρωνεία το καθυστερημένο ατμόπλοιο επιστρέφει σφυρίζοντας στο «προκεχωρημένο» αυτό σημείο της ζούγκλας. 

Σαρκασμός για τη φοβική φύση του ανθρώπου

Oι δυο ευρωπαίοι αποικιοκράτες ενσαρκώνουν τη γελοιότητα μιας τεράστιας παρεξήγησης: αυτής που συνιστά το δυτικό επεκτατικό μοντέλο.

Η ειρωνεία είναι υφολογικό γνώρισμα τόσο της απόδοσης του ψυχισμού του Κουρτς στην Καρδιά του Σκοταδιού[7], όσο και εκείνου του απονενοημένου Λόρδου Τζιμ. Τελεία και παύλα: για τον Κόνραντ, η ζωή του Δυτικού φθίνει και παρακμάζει μακριά από τη μητρόπολη. Από την terraincognita του Κονγκό απουσιάζει κάθε γνώριμο χαρακτηριστικό, ενώ οι Αφρικανοί φαντάζουν στα μάτια των λευκών «γυμνοί, ρυπαροί, πολύ σκούροι, υπερβολικά στολισμένοι με φανταχτερά κοχύλια και θορυβώδεις», ενώ κατ’ ουσίαν είναι πολύ πιο γενναιόδωροι[8]. Τον αλλότριο χαρακτήρα της ηπείρου αυτής υπογραμμίζει η κλειστοφοβία των δύο λευκών, οι οποίοι δεν έχουν την παραμικρή αίσθηση του χώρου που εκτείνεται πέραν των ορίων της επιχείρησής τους και θεωρούν «κενό διάστημα» τη ζούγκλα, τη στέππα και όλα τα τοπία που υπερβαίνουν τα στενά αντιληπτικά τους όρια[9]. H ειρωνεία απορρέει από την αντιπαράθεση των δεδηλωμένων κινήτρων κάθε ανθρώπινης ενέργειας προς τα πραγματικά κίνητρα, που είναι ταυτόσημα με το έγκλημα και την απάνθρωπη χρησιμοθηρία[10]. Ιδιαίτερα δυσάρεστη αίσθηση κάνει στους δυο λευκούς η ωμή εκφορά του λόγου εκ μέρους του ιθαγενή Μακόλα, τη στιγμή που οι ίδιοι δεν φείδονται ρατσιστικών σχολίων. Πρόκειται, δε, για μια «sophisticated» ειρωνεία[11], που υπογραμμίζεται από τις αναγνωστικές επιδόσεις των ηρώων: οι ήρωες της μεγάλης ευρωπαϊκής προκατόχου λογοτεχνίας, ο Ρισελιέ, ο Ντ’Αρτανιάν, ο Πάτερ Γκοριό, φαίνεται πως βρίσκουν το κακέκτυπό τους στους ήρωες του Κόνραντ. Αυτοί φαντάζονται πως η εκκένωση του χώρου θα μπορούσε να σημάνει και τη νέα εποίκισή του από λευκούς, και ως εκ ταύτης και την «πρόοδό» του. Έτσι, με χαρακτηριστική εμφάνιση «Χοντρού και Λιγνού»[12], οι δυο ευρωπαίοι αποικιοκράτες ενσαρκώνουν τη γελοιότητα μιας τεράστιας παρεξήγησης: αυτής που συνιστά το δυτικό επεκτατικό μοντέλο, που επωάζει την καταστροφή, επιτρέποντας την αυτόκλητη παρέμβαση του Ευρωπαίου στα εσωτερικά πράγματα άλλων πολιτισμών.

H απόδοση του αγγλικού κειμένου από τον Γιώργο Λαμπράκο είναι λεπτόλογη και αποπειράται την καθιέρωση ενός «ιδιολέκτου Κόνραντ» στα ελληνικά μεταφραστικά πράγματα. Ενός ιδιολέκτου που ως ώφειλε συντάσσει απροσδόκητα τα υποκείμενα με τα ρήματα, ενώ συχνά περνά εκ των πραγμάτων σε δοκιμιακό ύφος. Συμμεριζόμενος τον μόχθο του μεταφραστού, περιορίζομαι σε μια παρατήρηση: δεν νομίζω να υπήρξε ποτέ συγγραφέας του οποίου το έργο να αναίρεσε σε μεγαλύτερο βαθμό τα αφηγηματικά στερεότυπα, όπως λ.χ. την αποφυγή διδακτικού ύφους ή γνωμικών συνεπαγωγών μεσούσης της αφήγησης. Όλως περιέργως, στο κείμενο του Κόνραντ αυτές οι παρεκβάσεις, αντί να σε «πετούν έξω», εντάσσονται οργανικά και μάλιστα συνείρουν ένα «κλείσιμο του ματιού» του συγγραφέα προς τον αναγνώστη, που είναι ασφαλιστική δικλείδα εκτόνωσης του ομιχλώδους, ζοφερού κλίματος. Ο χώρος και η ατμόσφαιρα του βιβλίου ανασύρουν παραστάσεις μας από την Καρδιά του Σκότους ενώ οι κριτικές μιλούν για “απόλυτη αφηγηματική δεξιοτεχνία” ή αναφέρονται στη νουβέλα σαν σε «αριστούργημα» [13]. Η τάχατες «ηρωϊκή» διείσδυση του δυτικού στα άδυτα της Mαύρης Hπείρου παράγει μια σειρά από αξεπέραστες εικόνες-φετίχ, που εντάσσονται κι αυτές στο ιδιόλεκτο του συγγραφέως. Η γοτθική αισθητική του Κόνραντ, τα οπτικά και ηχητικά εφέ στις τελευταίες σκηνές της νουβέλας, το ισορροπημένο χαρμάνι από τρόμο και γκροτέσκα στοιχεία, όλα οδηγούν στην προοικονομημένη και βέβηλη αυτοχειρία του ήρωα, κάθετα στην επιφάνεια της γης, ως παρωδία του Εσταυρωμένου, με την πρησμένη γλώσσα βγαλμένη κοροϊδευτικά κατά πρόσωπο στον ευήθη δυτικό πολιτισμό.

 
[1] Graver, Lawrence. Conrad’s Short Fiction. Berkeley and Los Angeles : University of California Press, 1969.
[2] «Aντίστροφα προς το ρεύμα του ποταμού» : η φράση είναι δανεισμένη από το έργο του Joris-Karl Huysmans.
[3] “Hippos and alligators sunned themselves side by side”.
[4] “The work obsessively repeats one element to foreground another” (Mc Carthy, Jeffrey Mates. In: “The Ecology of Heart of Darkness”, Modern Fiction Studies, vol. 55, No 3: 620-649).
[5] Πρότυπο για τον Γκομπίλα του Κόνραντ υπήρξε το βιβλίο του H. M. Stanley The Congo and the Founding of its Free State (1885).
[6] "To grapple effectually with even material problems requires more serenity of mind and more lofty courage than people generally imagine.' Conrad shows us how these two individuals are unable to maintain decent living conditions when left on their own simply because they are completely isolated from a society with its system of reward and punishment. 'they...do not know what use to make of their freedom". (M’hamed Bensemmane, “Conrad’s Picture of Irony in “An Outpost of Progress”, Journal of The Short Story in English, 56, spring 2011, 145-152).
[7] «Kayerts, Carlier and Kurtz are such over-determined and peculiar examples of Empire that they cannot convey whatever shame may have been felt by their author. They are in the first place overpowered by an environment which they thought they could control, a “wilderness” which simply has activated their basest instincts and has led to their moral and physical annihilation».(Hawthorne, Jeremy. Joseph Conrad : Narrative Technique and Ideological Commitment. London : Edward Arnold, 1990: 168)
[8] Τhey are recurrently shown as poor examples of imperial authority and inventiveness. Thus the image of the resourceful West which they are supposed to represent is derided by those “savages” who, contrary to them, combine industry with generosity, and regularly offer them “fowls, and sweet potatoes and palm-wine and sometimes a goat” (White, Andrea, “Conrad and Imperialism”, The CambridgeCompanion to Joseph Conrad, Cambridge University Press, 1996 : 179-202).
[9] His personal history was a disgraceful paradigm of shameful things, from the desertion of the ideals of his Polish heritage to the seemingly capricious abandonment of his sea life. He had become, like Kayerts and Carlier, a creature of civilisation, living in reliance upon the safety of his surroundings’.(Edward Said, Joseph Conrad and the fiction of autobiography, London, Routledge, 1973, σελ. 37).
[10] Land, Stephen K., Conrad and the Paradox of Plot. London : Macmillan, 1984: 43.
[11] Lothe, Jakob, Conrad’s Narrative Method. Oxford : Clarendon Press, 1989: 56.
[12] Δεν θα ήταν άστοχος ο παραλληλισμός τους προς τους δύο Ιβάν του Γκόγκολ, καθώς και αυτοί αλληλοεξοντώνονται λεκτικά, πριν εκμηδενισθούν ηθικά.
[13] Guerard, Albert. Conrad the Novelist. Cambridge, MA : Harvard University Press, 1958: 64-65).

 

b191681Ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της προόδου
Τζόζεφ Κόνραντ
Μτφρ: Γιώργος Λαμπράκος
Οκτώ,2013
Σελ. 69, τιμή € 5,00

alt

 

 ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ JOSEPH CONRAD  

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ζούκερμαν δεσμώτης» του Φίλιπ Ροθ – Έργα και ημέρες ενός βλάσφημου

«Ζούκερμαν δεσμώτης» του Φίλιπ Ροθ – Έργα και ημέρες ενός βλάσφημου

Για τη μυθιστορηματική τριλογία του Φίλιπ Ροθ (Philip Roth) «Ζούκερμαν δεσμώτης» (μτφρ. Σπύρος Βρετός, εκδ. Πόλις). 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας

...
«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο Γολγοθάς της Ιστορίας, ως αλληγορία κι ως γεγονός

«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο Γολγοθάς της Ιστορίας, ως αλληγορία κι ως γεγονός

Για το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Φόκνερ «Ένας μύθος» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Πίνακας του Ότο Ντιξ. 

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

Με τι μέτρα κρίνεται ένας σύγχρονος συγγραφέας που έχει εκδώσει ένα...

«Αγριόσπιτα» του Κόλιν Μπάρετ (κριτική) – Ζωές χαμένες στην επαρχία της Ιρλανδίας έρχονται στο φως

«Αγριόσπιτα» του Κόλιν Μπάρετ (κριτική) – Ζωές χαμένες στην επαρχία της Ιρλανδίας έρχονται στο φως

Για το μυθιστόρημα του Κόλιν Μπάρετ (Colin Barrett) «Αγριόσπιτα» (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, εκδ. Στερέωμα). Εικόνα: Από την ταινία «Τα πνεύματα του Ινισέριν». 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Κομητεία Μπάλινα. Στη μέση της Ιρλα...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία» του Γιάννη Φλυτζάνη (κριτική) – Για τη σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης σήμερα

«Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία» του Γιάννη Φλυτζάνη (κριτική) – Για τη σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης σήμερα

Για τη μελέτη του Γιάννη Φλυτζάνη «Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία – Πολιτική φιλοσοφία για την άρνηση και τους θεσμούς» (εκδ. Ευρασία). Εικόνα: Ο Γιούργκεν Χάμπερμας.

Γράφει η Ελένη Ρεθυμιωτάκη

Ποια εί...

«Το πνεύμα της ελπίδας» του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν – Με το βλέμμα σε έναν καλύτερο κόσμο

«Το πνεύμα της ελπίδας» του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν – Με το βλέμμα σε έναν καλύτερο κόσμο

Για το βιβλίο του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν (Byung-Chul Han) «Το πνεύμα της ελπίδας – Κατά της κοινωνίας του φόβου» (μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Opera). Εικόνα: Ο «Θεριστής» του βαν Γκογκ. 

Γράφει η Άννα Λυδάκη

Ό...


«Πριν από το big bang» της Λάουρα Μερσίνι-Χόουτον (κριτική) – Ματιές στο αδιανότητο

«Πριν από το big bang» της Λάουρα Μερσίνι-Χόουτον (κριτική) – Ματιές στο αδιανότητο

Για το βιβλίο της Λάουρα Μερσίνι-Χόουτον [Laura Mersini-Houghton] «Πριν από το big bang – Η προέλευση του σύμπαντος και τί βρίσκεται πέρα από αυτό» (μτφρ. Σταύρος Πανέλης, εκδ. Τραυλός).

Γράφει ο Ηλίας Μπιστολάς

Στο Πριν από το Big Bang, η διά...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Είκοσι βιβλία που ξεχώρισε η ομάδα του Guardian και διαβάζονται μονορούφι: λογοτεχνία, ψυχανάλυση, επιστήμη. Εικόνα: Πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Ντάρεν Τόμσον.

Επιμέλεια: Book Press

Με την ικανότητα συγκέντρωσης των περ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ