
Του Νίκου Ξένιου
Τα ανοιξιάτικα πρωϊνά έχουν διαυγή ουρανό στη Λίμα του Περού της δεκαετίας του πενήντα. Ηθοποιοί με μυθοποιημένη δημόσια εικόνα ενσαρκώνουν τις δημοφιλείς φωνές των τελευταίων ραδιοφωνικών μπεστ-σέλερ πριν την εισβολή της τηλεόρασης και ένας ταλαντούχος σεναριογράφος κάνει μια καριέρα αστραπή.
Ένας αναλφάβητος συντάκτης απειλείται με απόλυση για ν’ ανοίξει τον δρόμο στην καριέρα αυτού του αρριβίστα. Μια νύφη λιποθυμά στη διάρκεια ενός χορού. Μια νεανική καρδιά βιώνει τον μονόπλευρο έρωτα και μια δίνη από αναπάντητα ερωτήματα. Μια χωριάτικη φάρσα οδηγεί στο έγκλημα και γίνεται η αφορμή για τη συγγραφή ενός κακόγουστου διηγήματος. Γενικά, η αλήθεια, όταν εισβάλλει το σενάριο, υφίσταται καταλυτική ψιμυθίωση. Και τ’ ανάπαλιν: η αναμενόμενη σεναριακή έκβαση απειλείται τη στιγμή που οικοδομείται η αφηγηματική «αλήθεια». Το μυθιστόρημα Η θεία Χούλια και ο γραφιάς (La tía Julia y el escribidor - 1982) πρωτοκυκλοφόρησε στη Βαρκελώνη και υπήρξε η βάση για τηλεοπτική σειρά υψηλής ακροαματικότητας της Κολομβίας.
Το απρόσιτο αντικείμενο του πόθου
Η συνθετική δεξιότητα, η λεξιλογική ευρεσιτεχνία, το καυστικό χιούμορ του Λιόσα δεν αρκούν για να συνθέσουν μια ιστορία κλασικής βαρύτητας. Ούτε, άλλωστε, κάτι τέτοιο εμπίπτει στις προθέσεις του. Η σαπουνόπερα υπήρξε συνειδητή επιλογή του στη συγγραφή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Ένας ασκητικός Βολιβιανός που γράφει σενάρια για ραδιοφωνικές σαπουνόπερες και η θεία Χούλια είναι τα δυο πρόσωπα που πλαισιώνουν, στην αντίστιξή τους, τις εφηβικές μνήμες του αφηγητή Μάριο.
Η θεία Χούλια είναι μια έξυπνη, διαζευγμένη τριανταδυάχρονη κοκέτα που αρχικά αρνείται να υποκύψει στον έρωτα του δεκαοκτάχρονου ανιψιού της, του Μάριο.
Η θεία Χούλια είναι μια έξυπνη, διαζευγμένη τριανταδυάχρονη κοκέτα που αρχικά αρνείται να υποκύψει στον έρωτα του δεκαοκτάχρονου ανιψιού της, του Μάριο. Ωστόσο γρήγορα υποκύπτει και εγκαινιάζει μαζί του μια σχέση που δημιουργεί σκάνδαλο, γιατί εκτός από ερωμένη του είναι και αδελφή της θείας του: η οικογένεια προσπαθεί να ανακόψει με κάθε τρόπο την πορεία του ερωτικού αυτού πάθους προς τον γάμο.
Η αφήγηση της παράλογης αυτής παντρειάς, που υλοποιείται μετά από απεγνωσμένη περιφορά σε όλα τα επαρχιακά δημαρχεία του Περού, δημιούργησε τόση αναστάτωση στο περιβάλλον του αυτοβιογραφούμενου Μάριο Βάργκας Λιόσα, που η αληθινή Χούλια Ιγιάνες, θιγμένη από τον τρόπο που παρουσιάστηκαν τα γεγονότα, έγραψε αργότερα ένα μυθιστόρημα-απάντηση στο δικό του, με τίτλο «Όσα δεν είπε ο Βαργκίτας», προσφωνώντας τον με το ίδιο υποκοριστικό που χρησιμοποιούσε για να τον απωθήσει όσο την πολιορκούσε. Ο γάμος αυτός, μετά μια «νομιμοποιητική» απουσία ενός μηνός της Θείας Χούλια στο Βαλπαραḯσο της Χιλής, άντεξε οκτώ χρόνια και μετέτρεψε τον Μάριο σε συγγραφέα.
Με μάλλον ρηχό τρόπο ο Μάριο Βάργκας Λιόσα πραγματεύεται τον σεξουαλικό ηλεκτρισμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δύο φύλα, ενώ αντιπαρέρχεται τις συνέπειές του με εφευρετικότητα που δεν πείθει. Σε κάποια μυθιστορήματά του αυτό είναι εμφανέστατο (στον Έπαινο της μητριάς και στο Παλιοκόριτσο), όμως η Θεία Χούλια και ο Γραφιάς είναι το αμεσότερα εντασσόμενο σε αυτήν την κατηγορία βιβλίο, με σχεδόν απερίφραστη αναφορά στη νεότητα του αφηγητή, που ανακαλεί το ελεύθερο επάγγελμα του διευθυντή ειδήσεων της «Παναμερικανικής Ραδιοφωνίας» (“μια δουλειά με φανταχτερό τίτλο, χαμηλό μισθό, διάφορα "τυχερά" και ελαστικό ωράριο”) και το ψηφιδωτό εξωφρενικών ανθρώπινων τύπων που τον πλαισίωναν. Στις υπώρειες του υπερρεαλισμού, το μυθιστόρημα κλείνει το μάτι στον μαγικό ρεαλισμό αξιοποιώντας τα διδάγματά του και φλερτάρει με την αισθητική των μπεστ-σέλερ εκθειάζοντας την εξαιρετική επιρροή που ασκεί στις μάζες η γραφή.
Η ματαιότητα της συγγραφής
Ο γραφιάς του Λιόσα βασίζεται σε αληθινό πρόσωπο, όπως και η θεία Χούλια.
Ο γραφιάς του Λιόσα βασίζεται σε αληθινό πρόσωπο, όπως και η θεία Χούλια. Στην «Παναμερικανική Ραδιοφωνία» που διευθύνει ο Μάριο εμφανίζεται, γεμάτος απαιτήσεις, ο καταξιωμένος βολιβιανός σεναριογράφος ραδιοφωνικών ιστοριών Πιέδρο Καμάτσο, του οποίου οι μελοδραματικές ιστορίες είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Ο Καμάτσο του μυθιστορήματος είναι ένας κοντός άντρας με μακριά λιγδιασμένα μαλλιά που έχει έλθει στο Μπάριος Άλτος της Λίμα για να γράψει σενάρια για σαπουνόπερες και να πρωταγωνιστήσει, κατόπιν, σ’ αυτές. Το άγχος ηλικίας που έχει, ενώ είναι μόλις πενήντα χρονών (στην «ηλικία του απόγειου εγκεφαλικής δραστηριότητας και αισθησιασμού κάθε άντρα») και το μίσος του για τους Αργεντίνους (που οφείλεται στον γελοίο τοπικισμό της λογοτεχνίας τους) είναι δύο χαρακτηριστικά των μελό σεναρίων του. Σεναρίων ενός σουρρεαλιστή κλόουν της γραφής, που οι άσπονδοι αργεντίνοι εχθροί του τον κατηγορούν ότι αντιγράφει τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ, μεταφέροντας τον ήρωα της μιας ιστορίας του στην άλλη.
Όμως, ο γραφιάς της ιστορίας μας δεν διαβάζει άλλους συγγραφείς, ούτως ώστε ν’ αποφύγει πιθανές επιρροές. Μοναδικός του σύντροφος, το βιβλίο κάποιου Αδαλμπέρτο Καστεχόν ντε λα Ρεγέρα που τιτλοφορείται: «Αυτά που είπαν ο Θερβάντες, ο Σαίξπηρ, ο Μολιέρος και άλλοι για τον Θεό, τη Ζωή, τον Έρωτα, τον Πόνο, και τα λοιπά». Ζει ασκητικά, φορώντας ψεύτικα μουστάκια, καπέλο πυροσβέστη ή τη μάσκα μιας παχειάς γυναίκας, εξαργυρώνει τα σίριαλ για τα οποία γράφει και υποδύεται μεγαλόφωνα τους χαρακτήρες που επινοεί. Οι ιστορίες του Καμάτσο είναι δοσμένες ως αφηγήσεις και όχι ως σενάρια, εναλλάσσονται δε με τη ρεαλιστική ερωτική εμπλοκή του Μάριο με τη θεία Χούλια. Ξεκινούν σχετικά απλά και σταδιακά γίνονται όλο και πιο περίπλοκες, μεταγγίζοντας βαθμηδόν το κιτς και την υπερβολή τους στον κορμό της κύριας περιπέτειας.
Σενάρια «βγαλμένα από τη ζωή»
Μία ιστορία του Καμάτσο αφορά την τετριμμένη αιμομειξία αδελφού με αδελφή και το κοινότοπο της συζυγικής απάτης. Μια άλλη είναι η ιστορία ενός αστυνομικού που ανακαλύπτει ένα πεινασμένο, γυμνό Αφρικανό της εποχής του Λίθου σε μιαν εγκαταλελειμμένη αποθήκη και τον συλλαμβάνει, με ρητή εντολή να τον σκοτώσει. Περιπετειώδης εξέλιξη που καταλήγει στη μελοδραματική δήλωση: «δεν παραβαίνω τις διαταγές των ανωτέρων μου και δεν λέω ψέματα»: ο ακροατής του ραδιοφώνου δεν θα μάθει ποτέ αν η σφαίρα θα ρίξει νεκρό τον μυστηριώδη μετανάστη στους σωρούς των σκουπιδιών ή αν ο αστυνομικός θα κάνει παράβαση καθήκοντος.
Όλες οι παράλληλες ιστορίες έχουν χιούμορ κι απρόσμενη έκβαση.
Όλες οι παράλληλες ιστορίες έχουν χιούμορ κι απρόσμενη έκβαση. Η υπερσυνθετική μνήμη του Καμάτσο παράγει νεόκοπες, ανήκουστες περσόνες. Μπαρόκ συνθέσεις, πολυπρόσωπες τοιχογραφίες που σφύζουν από ζωή κι εφευρετικότητα στην πλοκή και συντίθενται σε ένα παζλ αφηγήσεων πλεγμένων γύρω από το κεντρικό θέμα. Τα ονόματα των πρωταγωνιστών τους, προς μεγάλη του απογοήτευση, αρχίζει να τα συγχέει ο γραφιάς, περιδινούμενος σ’ ένα ωκεανό υπερκόπωσης και υπεραναπλήρωσης της αντικειμενικής πραγματικότητας από τη μυθοπλασία. Αποτέλεσμα; Θα τον κλείσουν στο τρελάδικο, όπου θα επανασυνδεθεί με την πρώην σύζυγό του, θα διαγράψει τις μνήμες του παρελθόντος και την ένδοξη συγγραφική τροχιά διάττοντος αστέρος και θ’ ακολουθήσει καριέρα κλητήρα. Θα διασταυρωθεί και πάλι με τον Μάριο χρόνια μετά το τέλος του ειδυλλίου και του γάμου του με τη θεία Χούλια και δεν θα τον αναγνωρίσει καν.
Περίπλοκη σύνθεση μπαρόκ αισθητικής, χαρακτηριστική της πολιτιστικής έκρηξης που συνδέθηκε στη Λατινική Αμερική με το όνομα του Λιόσα, Η θεία Χούλια και ο γραφιάς είναι το τελευταίο έργο ενός νεανικού, αντικομφορμιστή Μάριο Βάργκας Λιόσα. Μετά το βραβείο Νόμπελ, που βράβευσε τον κοσμοπολίτικο, πλουραλιστικό, πολυπολιτισμικό χαρακτήρα του συνόλου του έργου του, θα δημοσιεύσει από εκεί και στο εξής μόνο ιστορικό μυθιστόρημα, δοκίμιο, θέατρο και άρθρα. Η φήμη του ως συγγραφέα θα συνδεθεί με τη μετάβασή του στη δεξιά, φιλελεύθερη ιδεολογία. Ο Λιόσα θα κατέβει ως υποψήφιος Πρόεδρος του Περού στις εκλογές του 1990 και θα αποτύχει. Θα γίνει διάσημος για τον περίφημο ανταγωνισμό του με τον άλλο μεγάλο λατινοαμερικανό νομπελίστα, τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Μα, πάνω απ’όλα, θα περάσει στο πάνθεον της λογοτεχνίας ως ένας συγγραφέας που με ξεκάθαρο και αγαπητό στο πλατύ κοινό τρόπο φιλοτεχνεί το ευτελές της ανθρώπινης φύσης και την τραγικωμωδία που επιφυλάσσει στον άνθρωπο η μοίρα.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Τα σπλάχνα» (εκδ. Κριτική).
Η θεία Χούλια και ο γραφιάς
Μάριο Βάργκας Γιόσα
Μτφρ: Μαργαρίτα Μπονάτσου
Εκδόσεις Καστανιώτη 2013
Σελ. 410, τιμή € 19,17