
Για τη συλλογή διηγημάτων του Σονάλα Ιμπραχίμ (Sonallah Ibrahim) «Αυτή η μυρωδιά και άλλες ιστορίες» (μτφρ. Βίκυ Μπούτρη, εκδ. Σάλτο).
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Κάθε φορά που διαβάζουμε συγγραφείς από τα υπόλοιπα κέντρα του κόσμου εκτός Δύσης, απομυθοποιούμε τον Άλλον και υποψιαζόμαστε πως πιθανώς μας ενώνουν περισσότερα απ’ όσα μας χωρίζουν.
Ο Σονάλα Ιμπραχίμ είναι από μόνος του ένα σημαντικό κεφάλαιο της αιγυπτιακής λογοτεχνίας. Στα ελληνικά τον γνωρίζουμε τώρα καλύτερα, με την κυκλοφορία της εμβληματικής συλλογής διηγημάτων του Αυτή η μυρωδιά και άλλες ιστορίες (μτφρ. Βίκυ Μπούτρη, εκδ. Σάλτο). Παλαιότερα, είχε κυκλοφορήσει η νουβέλα του Η επιτροπή (μτφρ. Πέρσα Κουμούτση, εκδ. ΑΩ).
Στη ζωή του ο Σονάλα απέσπασε σημαντικές διακρίσεις (Διεθνές Βραβείο Δημιουργικότητας Μαχμούντ Νταρουίς, Διεθνές Βραβείο Καβάφη κλπ), ενώ αρνήθηκε να παραλάβει το σημαντικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Αιγύπτου για πολιτικούς λόγους. Την πενταετία 1959-1964, μάλιστα, είχε φυλακιστεί από το καθεστώς του Νάσερ για την κομμουνιστική του δράση. Αυτές τις βιογραφικές πληροφορίες, που σχηματίζουν το πορτραίτο ενός ανθρώπου που δρούσε με μια ιδεολογική πυξίδα, δεν τις αναφέρουμε τυχαία, μιας και μας προσφέρουν τρόπους για να καταλάβουμε καλύτερα τη λογοτεχνία του.
Το εκτενές διήγημα «Αυτή η μυρωδιά»
Ιδίως το πρώτο διήγημα, που δίνει τον τίτλο του στο βιβλίο, φαίνεται να περιέχει έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο ανώνυμος αφηγητής βγαίνει από τη φυλακή. Ακολουθεί μια περιπλάνηση στους δρόμους του Καΐρου, η συνάντησή του με παλιούς γνωστούς και αγαπημένα του πρόσωπα, που τα περισσότερα μπαίνουν στην αφήγηση απροειδοποίητα και ύστερα χάνονται χωρίς να την επηρεάσουν εμφανώς, και στο τέλος, η αναζήτηση της μητέρας του, η οποία έχει μια μάλλον πικρή κατάληξη.
Η ιστορία αυτή είναι γέννημα μιας άσκησης ύφους. Δεν περιγράφει τόσο μια «πλοκή», με την απολύτως στερεοτυπική έννοια, όσο μια κατάσταση, τον συναισθηματικό κόσμο ενός ανθρώπου που έχει ανακτήσει την ελευθερία του, όμως φαίνεται να έχει χάσει τη ζωτική ελπίδα του. Οι παράγραφοι είναι μεγάλες σε έκταση, γεμάτες από μικρο-δράσεις που φαίνεται να μην έχουν μεγάλη βαρύτητα ή, χειρότερο, νόημα. Μονάχα οι έφοδοι ενός στρατιώτη τα βράδια, ένα στοιχείο που στην ουσία ορίζει τον χρόνο της ιστορίας, επαναλαμβάνονται με συνέπεια. Όλα τα άλλα είναι φευγαλέα. Κι όμως, μέσα από τις σκέψεις του ήρωα, κομμάτια που παρουσιάζονται σε italics, καταλαβαίνουμε πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που κάποτε είχε ζήσει στιγμές γεμάτες ένταση, οι οποίες πλέον φαντάζουν μακρινές:
«Ξαπλώναμε στο σκοτάδι, κολλούσαμε ο ένας πάνω στον άλλον με δύναμη για να ξεχάσουμε τον κόσμο και τα πάντα γύρω μας, να μη σκεφτόμαστε τίποτα και να μη φοβόμαστε τίποτα».
Οι υπόλοιπες ιστορίες
Οι υπόλοιπες ιστορίες, συντομότερες σε έκταση, περιγράφουν, ομοίως, τον ψυχικό κόσμο των ηρώων τους. Συναντάμε, μεταξύ άλλων, έναν γιατρό που θυμάται την υπηρεσία του στις φυλακές καθώς ταξιδεύει σε έναν φιδογυριστό δρόμο, και μια οικογένεια που κρύβεται προκειμένου να γλυτώσει από εναέριους βομβαρδισμούς. Αλλά και ένα παιδί που διαβάζει φανατικά ιστορίες με τον Αρσέν Λουπέν, το οποίο έρχεται αντιμέτωπο με το γεγονός ότι η μάνα του πρόκειται να δικαστεί – μια πραγματικότητα συγχρόνως πεζή και δυσάρεστη.
«Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα δικαστήριο. Και απόρησα. Δεν υπήρχε τίποτα από όσα φανταζόμουν, ούτε πύρινες αγορεύσεις ούτε κατάμεστη αίθουσα ούτε δικαστής με πολύχρωμο ουισάχ ούτε δικηγόρος που να χειρονομεί επιδεικτικά ενώ αγορεύει και να αντηχεί η φωνή του σε όλο τον χώρο».
Μέσω της συνομιλίας με το έργο του Μορίς Λεμπλάν και την αστυνομική λογοτεχνία, υπηρετείται ωραία το κεντρικό θέμα του διηγήματος, η αντίθεση μεταξύ μυθοπλασίας και εξωκειμενικού κόσμου, αλλά και η δυνατότητα της πρώτης να προσφέρει διόδους διαφυγής («escapism»).
«Λευκό και μπλε»
Το πιο άρτιο, όμως, διήγημα φαίνεται να είναι το τελευταίο, το οποίο κιόλας γράφτηκε τη δεκαετία του ‘80 -ενώ τα προηγούμενα δημιουργήθηκαν στη δεκαετία του '60-, πιθανώς σε μια φάση βαθύτερης πεζογραφικής ωριμότητας του Σονάλα. Η ιστορία «Λευκό και μπλε» είναι το «ελληνικό» διήγημα της συλλογής – διαδραματίζεται στη Ρόδο, την οποία επισκέπτεται ένα γκρουπ Αράβων τουριστών, ενόσω εκτυλίσσεται (μάλλον) ο Πόλεμος του Λιβάνου με το Ισραήλ το 1982. Στο νησί, που δεν προσδιορίζεται ευθέως, αλλά από τα συμφραζόμενα, οι τουρίστες έρχονται αντιμέτωποι με τον απόηχο της Ιστορίας, αλλά και την επίδραση των γεωπολιτικών εξελίξεων και των ιδεολογιών: σύμβολα του περάσματος των Σταυροφόρων και των Οθωμανών επιβιώνουν, ενώ δεν λείπουν και οι αναφορές στο Ολοκαύτωμα -σε αυτό το σημείο, μια αναφορά στη φιγούρα του Ιούδα, ένα από τα αρχέτυπα του αντιιουδαϊσμού, δίνει ακόμα περισσότερο βάθος στην αφήγηση-, καθώς και στις συλλογικές διεκδικήσεις των εργαζομένων του νησιού, που απεργούν εφόσον τα κέρδη από τον τουρισμό δεν κατανέμονται στους ίδιους, αλλά στους ανθρώπους του Κεφαλαίου. Μέχρι και ένα ζωγραφισμένο σφυροδρέπανο παρατηρείται, ενώ η φράση «Εμείς ήρθαμε να ξοδέψουμε τα λεφτά μας εδώ και μας φέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο;», από έναν δυσαρεστημένο επισκέπτη, μοιάζει τρομαχτικά σύγχρονη εν έτει 2026.
Από εκεί πηγάζει η δύναμη της διηγηματογραφίας του Σονάλα: ερευνά κάθε εσωτερική μετατόπιση στηριζόμενος πάντοτε σε λογοτεχνικά σύμβολα, έναν δρόμο που απλώνεται σαν φίδι ή τη γλυκιά μελωδία του ραδιοφώνου και των ανθρώπων του γειτονικού σπιτιού, που μετά τους βομβαρδισμούς παύει να ακούγεται.
Στο τέλος ο κεντρικός ήρωας, που περισσότερο παρατηρεί και ακούει παρά δρα, μένει πληγωμένος. Για ακόμη μια φορά, ο Σονάλα παρουσιάζει τις ψυχικές διεργασίες των πρωταγωνιστών του μέσω εικόνων – οι καταστάσεις που συνάντησε ο χαρακτήρας του, που συμβολοποιούν και συμπυκνώνουν την Ιστορία, σε ένα πολιτισμικό χωνευτήρι, έχουν επιδράσει πάνω του. Από εκεί πηγάζει η δύναμη της διηγηματογραφίας του Σονάλα: ερευνά κάθε εσωτερική μετατόπιση στηριζόμενος πάντοτε σε λογοτεχνικά σύμβολα, έναν δρόμο που απλώνεται σαν φίδι ή τη γλυκιά μελωδία του ραδιοφώνου και των ανθρώπων του γειτονικού σπιτιού, που μετά τους βομβαρδισμούς παύει να ακούγεται.
Πολύ προσεγμένη η μετάφραση της Βίκυς Μπούτρη και χρήσιμες οι σημειώσεις της όσον αφορά στην πρώτη ιστορία, που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε πληρέστερα την αραβική κουλτούρα.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Σονάλα Ιμπραχίμ υπήρξε ηγετική μορφή του αραβικού λογοτεχνικού μοντερνισμού και ασυμβίβαστη φωνή της αραβικής διανόησης.
Γεννήθηκε στο Κάιρο το 1937. Σπούδασε Νομικά και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Λόγω της μαρξιστικής και αντικαθεστωτικής του δράσης, φυλακίστηκε για πέντε χρόνια (1959–1964) σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην έρημο, εμπειρία που σφράγισε ανεξίτηλα τη συνείδηση και τη γραφή του. Το 1966 πραγματοποίησε εμβληματικό ντεμπούτο στη λογοτεχνία με τη νουβέλα Αυτή η μυρωδιά. Μετά από μια περίοδο παραμονής στο Βερολίνο και τη Μόσχα, επέστρεψε οριστικά στην Αίγυπτο το 1974.

Διαθέτει πλούσια εργογραφία με μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, καθώς και βιβλία με ιστορικό χαρακτήρα. Το έργο του χαρακτηρίζεται από ένα ιδιότυπο ύφος, κοφτή γλώσσα και αμείλικτη σάτιρα ενάντια στον αυταρχισμό, τη διαφθορά και την παγκοσμιοποίηση. Το 2003 πέρασε στην ιστορία για το σπάνιο πολιτικό του σθένος, όταν αρνήθηκε δημόσια να παραλάβει το κορυφαίο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας από το αιγυπτιακό Υπουργείο Πολιτισμού, καταγγέλλοντας την κρατική καταπίεση και την έλλειψη ελευθερίας του λόγου. Παρέμεινε ενεργός και πιστός στις ιδέες του μέχρι το τέλος της ζωής του. Έφυγε από τη ζωή στο Κάιρο, τον Αύγουστο του 2025, σε ηλικία 88 ετών.























