
Για τη νουβέλα της Έμμυ Χένινγκς (Emmy Hennings) «Φυλακή» (μτφρ. Κατερίνα Λιάτζουρα, εκδ. ΑΩ). © Schweizerisches Literaturarchiv (SLA), Bern
Γράφει η Μαγδαληνή Θωμά
Μια πρώτη γνωριμία με τη σκέψη και τη γραφή της Emmy Hennings επιδιώκει η φροντισμένη μετάφραση της νουβέλας Φυλακή από την Κατερίνα Λιάτζουρα, η οποία υπογράφει και το επίμετρο της ελληνικής έκδοσης. Το έργο, που απηχεί ένα προσωπικό βίωμα της Hennings, περιγράφει την καθημερινότητα σε μια βαυαρική φυλακή, τις παραμονές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, μεταφέροντας παράλληλα και το ενδοσκοπικό βλέμμα της αφηγήτριας μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός καταιγιστικού εσωτερικού μονολόγου.
Ποια ήταν όμως η συγγραφέας της νουβέλας που, όπως μας πληροφορεί το επίμετρο, είχε βρει ιδιαίτερη απήχηση στην κριτική πρόσληψη της εποχής; «Από νωρίς τη διέκρινε το πάθος της για το θέατρο και τη χαρακτήριζε το ασυμβίβαστο πνεύμα της. (…) Η Emmy Hennings τραγουδούσε και απήγγειλε ποιήματα (…) και έζησε μια σεξουαλικά απελευθερωμένη, αυτόνομη και καλλιτεχνικά ανήσυχη ζωή»1. Μαζί με τον άντρα της, Hugo Ball, συγκαταλέγονται στους συνιδρυτές του Ντανταϊσμού, γύρω από τον κύκλο του περίφημου Cabaret Voltaire στη Ζυρίχη (1916). Και παρόλο που η Hennings είναι λιγότερο γνωστή ως λογοτέχνης, δημοσίευσε αρκετά μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, αυτοβιογραφικά κείμενα και ημερολογιακές καταγραφές, που επανέρχονται όλα σήμερα στο προσκήνιο, στο χώρο της γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Με τη Φυλακή, ένα έργο το οποίο μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, η πεζογραφία της παρουσιάζεται σε αυτοτελή ελληνική έκδοση. Η ιδιαίτερη γραφή της, που αποτυπώνει την τόλμη της πρωτοπορίας της εποχής, αποδίδεται στην ελληνική γλώσσα με τέχνη και ευαισθησία.
Ακολουθώντας τον γλωσσικό κώδικα του πρωτότυπου, η μετάφραση διατηρεί το κλίμα του, αξιοποιώντας έναν λόγο ρέοντα και φυσικό, σύγχρονο, αλλά ταυτόχρονα πιστό στην εποχή του έργου. Μια τέτοια ευμενής ισορροπία είναι και το κέρδος του βιβλίου σε γλωσσικό επίπεδο, κάτι που γίνεται κατανοητό από την αρχή κιόλας: με την τεχνική της «ροής συνείδησης» (stream of consciousness)2, η ιστορία μεταφέρει συχνά τις λεπτομέρειες μιας διαθλαστικής ματιάς. Τα σύνορα ανάμεσα στον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο εξανεμίζονται, η στιγμή διαστέλλεται χρονικά και χίλιες δυο αποχρώσεις της πραγματικότητας βυθομετρούν την ψυχική φόρτιση της ηρωίδας. Ο εγκλεισμός του κορμιού, όπως περιγράφεται, αντιδιαστέλλεται έτσι στην ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, ενώ βρίσκει μια ευτυχή εξισορρόπηση και μέσα από το εργαλείο του λόγου.
Διόλου αυτονόητο: διαβάζοντας τη νουβέλα της Hennings, ο αναγνώστης καθηλώνεται πρώτα απ’ όλα από την τεχνική της αναμονής.
Σε απόλυτη ευθυγράμμιση, και η μετάφραση ακολουθεί τους ψυχικούς κυματισμούς της αφηγήτριας με συνέπεια, εναρμονίζοντας το ύφος της γραφής στο ειδικό κάθε φορά περιεχόμενο, αναδεικνύοντας το ιδιαίτερο και ξεχωριστό στοιχείο της. Αποδίδει έτσι με τρόπο συστηματικό -για να θυμηθούμε και τα λόγια του Eco- την «πρόθεση του κειμένου», όσα δηλαδή λέει ή προτίθεται να υποβάλλει το ίδιο το κείμενο στα πλαίσια της γλωσσικής του εκφοράς, στοιχεία, τα οποία η ερμηνεία του μεταφραστή έρχεται να αποδώσει. Όπως έχει πει, άλλωστε, ο γνωστός σημειολόγος, «η μετάφραση είναι μια πράξη ερμηνείας και διαπραγμάτευσης»3. Και στην παρούσα μετάφραση, η ερμηνεία αποκτά γλωσσική ταυτότητα: μέσα από τη λειτουργία της παύσης και τη μελετημένη χρήση των όρων, η μετάφραση αποδίδει τα συμφραζόμενα ακολουθώντας τη δική τους ανεξάρτητη φωνή και έκφραση, την πρωτοπορία της έκφρασης αυτής, στον σύγχρονο κόσμο.
Αναμένοντας τη λύση
Διόλου αυτονόητο: διαβάζοντας τη νουβέλα της Hennings, ο αναγνώστης καθηλώνεται πρώτα απ’ όλα από την τεχνική της αναμονής. Η προσμονή της λύσης που από την αρχή αναψηλαφείται ως ζητούμενο μιας εκτόνωσης είναι το κίνητρο της περιδιάβασης στην απολαυστική γραφή της. Στη διαδικασία αυτή μιας τέτοιας χρονικής εκκρεμότητας, παρελαύνουν πρόσωπα και πράγματα και παρεμβαίνουν μικρές εμβόλιμες ιστορίες εγκιβωτισμού. Ο κόσμος της φυλακής προεκτείνεται έτσι πολύ περισσότερο από τα περιορισμένα του όρια.
Αναπτύσσονται χαρακτήρες, διατυπώνονται σκέψεις και προβληματισμοί. Σύνθετα ζητήματα, όπως η παραβατικότητα και η τιμωρία, η κοινωνική διάσταση της αθωότητας και της ενοχής, οι πολυδιάστατοι ηθικοί προβληματισμοί, η ιστορική συγκυρία της εποχής με τα παρεπόμενά της, αλλά και ένας λόγος κριτικός απέναντι στη δυσλειτουργία του σωφρονιστικού συστήματος μέσα από την ανίχνευση της αδικίας στην πράξη, γίνονται όλα μια πολύτιμη μαρτυρία γραφής και μια κατάθεση, συνεπώς, μεταφραστικού ύφους-ήθους: οι κατατοπιστικές υποσημειώσεις στο τέλος της σελίδας ερμηνεύουν συχνά, ως παραπομπές, ένα χρηστικό, λόγου χάρη, αντικείμενο, άγνωστο στο πλαίσιο της σύγχρονης ζωής ή δίνουν πληροφορίες για κάποιο ιστορικό πρόσωπο που σχολιάζεται στο κείμενο, μαρτυρώντας, και μ’ αυτόν τον τρόπο, την επιμέλεια και τη φροντίδα της μεταφραστικής ματιάς. Διότι «ο καλός μεταφραστής δεν μεταφράζει μόνο τις λέξεις, αλλά και τη σκέψη που βρίσκεται πίσω από αυτές και γι’ αυτό ανατρέχει συνεχώς στα συμφραζόμενα και στην περίσταση» έχουν πει οι πρωτεργάτες της γλωσσολογικής προσέγγισης στη μετάφραση, Jean-Paul Vinay και Jean Darbelnet.4
Διότι η αναθεώρηση του συμβατικού ύφους της γραφής έρχεται να προσδιορίσει εκ νέου τους όρους και τις σημασίες τους, αναδεύοντας τον προβληματισμό γύρω από τα ήθη και τις αξίες τους: «Πώς μπήκε η λέξη “ενοχή” στον κόσμο; Οτιδήποτε φυσικό το χάσαμε. Μπορώ να ξαναβρώ την αθωότητά μου;» αναρωτιέται η ηρωίδα του βιβλίου
Μια ανάλογη φροντίδα δείχνει και η ιδέα της μεταφράστριας να αποδώσει τη βαυαρική διάλεκτο κάποιων διαλόγων με βάση το θεσσαλικό ιδίωμα: η ηρωίδα που μιλά με έντονη θεσσαλική προφορά έχει και αυτή τη δίκαιη θέση της στη μεταφραστική απόδοση του κειμένου. Μέσα από μια τέτοια μπαχτινικού τύπου ετερογλωσσία5, μεταφέρεται άλλωστε συχνά στην αφήγηση η πληθυντική φωνή που ανταποκρίνεται στους όρους της γλωσσικής πρωτοπορίας.
Διότι η αναθεώρηση του συμβατικού ύφους της γραφής έρχεται να προσδιορίσει εκ νέου τους όρους και τις σημασίες τους, αναδεύοντας τον προβληματισμό γύρω από τα ήθη και τις αξίες τους: «Πώς μπήκε η λέξη “ενοχή” στον κόσμο; Οτιδήποτε φυσικό το χάσαμε. Μπορώ να ξαναβρώ την αθωότητά μου;» αναρωτιέται η ηρωίδα του βιβλίου6, επανακαθορίζοντας με τους προβληματισμούς της τη σημασία των πραγμάτων.
Μια τέτοια σημασία αναζητεί και η μετάφραση που συνδιαλέγεται με το πρωτότυπο ύφος του λόγου με τόλμη και με σύνεση ταυτόχρονα, αναδεικνύοντας τις βαθύτερες έννοιες του κειμένου και δημιουργώντας παράλληλα το δικό της ανεξάρτητο λογοτεχνικό ύφος.
*Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΘΩΜΑ είναι Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας και συγγραφέας
1σ. 127
2Βλ. Robert Humphrey, Stream of Consciousness in the Modern Novel, Berkeley–Los Angeles: University of California Press, 1954, σσ. 1–4. Ο Humphrey χρησιμοποιεί τον όρο για την πεζογραφία που επιδιώκει να αποδώσει τα προλεκτικά επίπεδα της συνείδησης και την εσωτερική ψυχική ζωή των προσώπων.
3“Translation is a form of interpretation.” Umberto Eco, Mouse or Rat? Translation as Negotiation, London: Phoenix, 2004, σ. 5.
4Jean-Paul Vinay et Jean Darbelnet, Stylistique comparée du français et de l’anglais: Méthode de traduction, Paris: Didier – Montréal: Beauchemin, 1958, σσ. 103–104.
5Mikhaïl Bakhtine, «Du discours romanesque», στο Esthétique et théorie du roman, μτφρ. από τα ρωσικά Daria Olivier, πρόλογος Michel Aucouturier, Paris: Gallimard, 1978, σ. 88: «Le roman, c’est la diversité sociale de langages, parfois de langues et de voix individuelles, diversité littérairement organisée».
6σ. 114.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Γερμανίδα Emmy Hennings (1885-1948) είναι περισσότερο γνωστή ως συν-ιδρύτρια του κινήματος Dada και του Cabaret Voltaire στη Ζυρίχη, παρά για το προσωπικό της συγγραφικό έργο.

Το συγγραφικό έργο της αναδείχθηκε όταν, με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από την ίδρυση του αντισυμβατικού καλλιτεχνικού κινήματος Dada, οι εκδόσεις Wallstein το επανέκδωσαν, με εμπεριστατωμένες μελέτες και θεωρητικές προσεγγίσεις στην ποίηση και την πεζογραφία της. Έτσι, η Emmy Hennings απέκτησε τη δική της θέση στη γερμανική λογοτεχνία του 20ού αιώνα, και απομακρύνθηκε από την εικόνα της μούσας, της ερωμένης και της συζύγου, της θεατρίνας και της τραγουδίστριας, του θλιμμένου κοριτσιού με την αγγελική μορφή, που διασκέδαζε με τις παραστάσεις και τα καμώματά της τον κόσμο της νύχτας.
























