Ingeborg Bachmann

Για το μυθιστόρημα «Μάλινα» (εισαγωγή-μτφρ.-επίμετρο-σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης) της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (Ingeborg Bachmann) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις πότλατς. © εικόνας: Heinz Bachmann / Familienarchiv Bachmann

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

Το μυθιστόρημα Μάλινα (1971) της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν αποτελεί ένα από τα πλέον ρηξικέλευθα και ερμητικά κείμενα του γερμανόφωνου μεταπολεμικού μοντερνισμού. Ως το μοναδικό ολοκληρωμένο μυθιστόρημα της δημιουργού και εναρκτήριο λάκτισμα του ημιτελούς κύκλου «Τρόποι θανάτου» (Todesarten), το έργο υπερβαίνει τα όρια της συμβατικής μυθοπλασίας για να καταστεί μια οντολογική και γλωσσική διερεύνηση της γυναικείας υποκειμενικότητας εντός ενός κόσμου που ορίζεται από την πατριαρχική βία και την ιστορική αμνησία.

potlats bachman malina

Είναι κρίσιμο να επισημανθεί ότι στον κύκλο «Τρόποι θανάτου» η έννοια του θανάτου στερείται του αμιγώς βιολογικού της χαρακτήρα. Για την Μπάχμαν, ο θάνατος δεν είναι το οριστικό τέρμα της ζωής, αλλά μια διαρκής, καθημερινή διαδικασία που επιτελείται μέσα στις κοινωνικές δομές και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Το «πεδίο της μάχης» μεταφέρεται πλέον αποκλειστικά στον ιδιωτικό χώρο των σπιτιών και εντοπίζεται στα βαθύτερα στρώματα της δομής της γλώσσας. Ο θάνατος συμβαίνει κάθε φορά που η ετερότητα καταπνίγεται, κάθε φορά που η πατριαρχική επιβολή ακυρώνει την υποκειμενικότητα και κάθε φορά που ο φασισμός, ως νοοτροπία και όχι μόνο ως καθεστώς, μολύνει την επικοινωνία. Στο Μάλινα, η ηρωίδα «θανατώνεται» σταδιακά μέσα από την απουσία ενός λόγου που δεν μπορεί να την εμπεριέχει.

Η αρχιτεκτονική της διασπασμένης ταυτότητας

Η Μπάχμαν εγκαθιδρύει μια αφηγηματική συνθήκη όπου το ανώνυμο κεντρικό υποκείμενο περιχαρακώνεται σε ένα χωροχρονικό πλαίσιο που ορίζεται ως «Σήμερα» και «Βιέννη». Ωστόσο, αυτό το «Σήμερα» αποσυνδέεται από τη γραμμική χρονικότητα και καθίσταται μια παθολογική, «υπερβολικά διεγερτική» κατάσταση άγχους που απειλεί την ακεραιότητα του ατόμου.

bookpress deite to big 300 new

Η Μπάχμαν οικοδομεί το έργο γύρω από μια τριαδική δομή προσώπων (Εγώ, Ίβαν, Μάλινα), η οποία όμως δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια συμβατική ερωτική τριγωνική σχέση. Αντιθέτως, πρόκειται για μια προβολή των εσωτερικών συγκρούσεων του υποκειμένου. Ο Ίβαν αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα της ζωής, της χαράς και ενός «εδώ και τώρα» που η ηρωίδα το επιζητεί απελπισμένα. Ο Μάλινα, αντίθετα, λειτουργεί ως η ενσαρκωμένη ορθολογικότητα, ένας «κρατικός δημόσιος υπάλληλος» που διακρίνεται για την αταραξία και την «παντογνωσία» του.

Αυτή η επικράτηση της ψυχρής ορθολογικότητας έναντι του αυθόρμητου ψυχισμού παρουσιάζεται από την Μπάχμαν ως μια διαδικασία αναπόφευκτη και θανατηφόρα

Στο βάθος του κειμένου, ο Μάλινα αποκαλύπτεται ως η «λογική» προέκταση της ηρωίδας· ένα ανδρικό alter ego που λειτουργεί με τη χειρουργική ακρίβεια του Doppelgänger (σωσία). Ενσαρκώνοντας τον λόγο, την τάξη και την απόσταση (στοιχεία που η ηρωίδα απώθησε προκειμένου να διασώσει τη δυνατότητα να αισθάνεται), ο Μάλινα την απορροφά σταδιακά, παραμερίζοντας κάθε έννοια αυτοτελούς ύπαρξης. Αυτή η επικράτηση της ψυχρής ορθολογικότητας έναντι του αυθόρμητου ψυχισμού παρουσιάζεται από την Μπάχμαν ως μια διαδικασία αναπόφευκτη και θανατηφόρα, με την καταληκτική φράση του βιβλίου να επισφραγίζει την οριστική εξαφάνιση του γυναικείου στοιχείου πίσω από το τείχος της ανδρικής κυριαρχίας

Το σπίτι στην Ungargasse ως εσωτερικό τοπίο

Η τοποθεσία της αφήγησης, η οδός Ungargasse στη Βιέννη, υπερβαίνει τα όρια ενός απλού χωροταξικού προσδιορισμού για να καταστεί μια «γεωγραφία του άγχους». Tο σπίτι συνιστά έναν ζωντανό, κλειστοφοβικό οργανισμό, μια υλική προέκταση του κατακερματισμένου ψυχισμού της ηρωίδας που αναπνέει στον ίδιο ρυθμό με εκείνη. Η Μπάχμαν χαρτογραφεί με χειρουργική ακρίβεια τα όρια αυτού του χώρου, τους τοίχους που στενεύουν, τα τηλέφωνα που ηχούν ως εισβολές ενός εχθρικού εξωτερικού κόσμου, τα δωμάτια που μετατρέπονται σε θαλάμους απομόνωσης.

Το σπίτι, τελικά, αντί να στεγάζει τη ζωή, λειτουργεί ως επιταχυντής της διαδικασίας της υπαρξιακής αποσύνθεσης.

Η Ungargasse αποτελεί το τελευταίο οχυρό της «Εγώ», έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στην ιδιωτική οδύνη και την ιστορική πραγματικότητα. Εκεί, η αρχιτεκτονική του σπιτιού γίνεται το δεσμωτήριο όπου εγκλωβίζεται η γυναικεία υποκειμενικότητα, προαναγγέλλοντας την τελική της εξαφάνιση μέσα στη σχισμή του τοίχου. Το σπίτι, τελικά, αντί να στεγάζει τη ζωή, λειτουργεί ως επιταχυντής της διαδικασίας της υπαρξιακής αποσύνθεσης.

Η ονειρική κάθοδος στο υποσυνείδητο και την Ιστορία

Στο κεφάλαιο «Ο τρίτος άντρας» εντοπίζεται η σκοτεινή καρδιά του έργου, μια οδυνηρή κάθοδος στο υποσυνείδητο που ακυρώνει τον γραμμικό χρόνο προς όφελος μιας τραυματικής χρονικότητας. Η Μπάχμαν, χρησιμοποιώντας την τεχνική του σουρεαλιστικού ονείρου, μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε μια οικουμενική τοπογραφία του τρόμου. Εδώ, η φιγούρα του Πατέρα απογυμνώνεται από κάθε οικογενειακή οικειότητα και μεταλλάσσεται σε έναν πανταχού παρόντα δήμιο, ένα αρχετυπικό σύμβολο εξουσίας που ενορχηστρώνει σκηνές βασανιστηρίων και εξόντωσης σε θαλάμους αερίων.

Αντί για μια μεμονωμένη στιγμή έκρηξης, ο φόνος λαμβάνει τη μορφή μιας αδιάλειπτης και αθόρυβης διαδικασίας· πρόκειται για έναν μηχανισμό που τρέφεται από τις καθημερινές σχέσεις και τη μολυσμένη από τη βία γλώσσα.

Η ευφυΐα της συγγραφέως έγκειται στην οργανική σύζευξη του ιδιωτικού με το συλλογικό: το τραύμα της γυναικείας υποκειμενικότητας μέσα στην πατριαρχική δομή καθρεφτίζεται με τρόπο συγκλονιστικό στο απόλυτο έγκλημα του Ολοκαυτώματος. Αντί για μια μεμονωμένη στιγμή έκρηξης, ο φόνος λαμβάνει τη μορφή μιας αδιάλειπτης και αθόρυβης διαδικασίας· πρόκειται για έναν μηχανισμό που τρέφεται από τις καθημερινές σχέσεις και τη μολυσμένη από τη βία γλώσσα. Για την Μπάχμαν, ο φασισμός δεν είναι ένα ιστορικό απολίθωμα που ξεκινά με τις πρώτες βόμβες, αλλά μια ενεργή παθογένεια που επωάζεται στην εξόντωση της ετερότητας και στην ακύρωση του «Άλλου». Έτσι, το κείμενο υπερβαίνει τα όρια της μυθοπλασίας για να καταστεί ένα οντολογικό δοκίμιο και μια ριζοσπαστική πολιτική διακήρυξη, υπενθυμίζοντας ότι κάθε ιδιωτική σιωπή κρύβει μέσα της τον απόηχο μιας συλλογικής καταστροφής.

Η γλώσσα ως τιμωρία και η αφηγηματική ρευστότητα

Στο έργο της Μπάχμαν, η γλώσσα υπερβαίνει τον ρόλο του περιγραφικού εργαλείου και καθίσταται ένα καθαρό πεδίο μάχης, ένας χώρος όπου διεξάγεται η σύγκρουση για την κυριαρχία επί του υποκειμένου. Η συγγραφέας, επηρεασμένη βαθιά από τη φιλοσοφία του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, αντιλαμβάνεται ότι «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου».

Στο Μάλινα η γλώσσα είναι μολυσμένη από την πατριαρχική δομή και το ιστορικό παρελθόν της βίας. Η τεχνική της αποσπασματικότητας (οι ημιτελείς προτάσεις, οι εμβόλιμες επιστολές που δεν αποστέλλονται ποτέ, οι τηλεφωνικοί διάλογοι που μοιάζουν με μονολόγους), υπογραμμίζει την αδυναμία του υποκειμένου να συγκροτήσει έναν ενιαίο και αυτόνομο λόγο. Η γραφή της Μπάχμαν μετατρέπεται σε μια «αισθητική της αντίστασης» ενάντια στις έτοιμες φόρμες έκφρασης.

Μέσα σε αυτή τη γλωσσική ασφυξία, η Μπάχμαν επιστρατεύει τη βαθιά της γνώση στη μουσική, μπολιάζοντας το κείμενο με μουσικές φόρμες και οδηγίες (όπως cantabile, dolcissimo, con brio).

Η γλώσσα στο Μάλινα συνιστά, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «την τιμωρία»· ένα πεδίο μολυσμένο από την πατριαρχική εξουσία, όπου η ηρωίδα πασχίζει μάταια να αρθρώσει έναν αυτόνομο λόγο. Μέσα σε αυτή τη γλωσσική ασφυξία, η Μπάχμαν επιστρατεύει τη βαθιά της γνώση στη μουσική, μπολιάζοντας το κείμενο με μουσικές φόρμες και οδηγίες (όπως cantabile, dolcissimo, con brio). Η χρήση αυτών των όρων προσδίδει στο μυθιστόρημα μια λυρική, σχεδόν οπερατική διάσταση, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την αδυναμία του παραδοσιακού λόγου να αποδώσει το μέγεθος της ψυχικής οδύνης.

Αυτή η ειδολογική ρευστότητα επιτρέπει στο κείμενο να μετακινείται οργανικά από το ύφος του ημερολογίου στο παραμύθι («Τα μυστικά της πριγκίπισσας του Καγκράν») και από εκεί στον φιλοσοφικό διάλογο, αναδεικνύοντας τη μουσική ως το μόνο εργαλείο ικανό να διαπεράσει τα στεγανά μιας καθημαγμένης επικοινωνίας. Μέσω αυτής της ασυνέχειας, η Μπάχμαν υπηρετεί με ακρίβεια την ανάδειξη ενός υποκειμένου σε κατάσταση αποσύνθεσης. Το κείμενο «ρέει» στον ρυθμό της συνείδησης, αρνούμενο τη συμμόρφωση στη δικτατορία της γραμμικής αφήγησης και επιβάλλοντας τη δική του, θρυμματισμένη αλήθεια.

Η ουτοπική μυθολογία ως απέλπιδα αντίσταση

Μέσα στην εφιαλτική πραγματικότητα του «Σήμερα», το εμβόλιμο παραμύθι «Τα μυστικά της πριγκίπισσας του Καγκράν» αναδύεται ως ένας κρίσιμος ουτοπικός αντίποδας. Εδώ, η Μπάχμαν χρησιμοποιεί τη γλώσσα του μύθου και του θρύλου για να προσφέρει στην ηρωίδα μια πρόσκαιρη περιοχή ελευθερίας, μακριά από τη βαρβαρότητα της πατριαρχικής λογικής που εκπροσωπεί ο Μάλινα. Η πριγκίπισσα του Καγκράν ενσαρκώνει τη δυνατότητα μιας «άλλης» ύπαρξης, μιας θηλυκής μυθολογίας που διεκδικεί το δικαίωμα στο συναίσθημα και την ποιητική ανάπλαση του κόσμου.

Η αδυναμία του παραμυθιού να διαπεράσει τον συμπαγή χρόνο της Βιέννης υπογραμμίζει το αναπόφευκτο της καταστροφής.

Αυτή η ονειρική παρέκβαση υπερβαίνει τα όρια μιας απλής διαφυγής, συνιστώντας μια βαθιά πράξη πολιτικής και αισθητικής αντίστασης. Η τραγικότητα έγκειται στο γεγονός ότι αυτός ο λόγος παραμένει «μυστικός» και αποκομμένος. Η αδυναμία του παραμυθιού να διαπεράσει τον συμπαγή χρόνο της Βιέννης υπογραμμίζει το αναπόφευκτο της καταστροφής. Η ουτοπία καταρρέει κάτω από το βάρος μιας ιστορίας που δεν επιτρέπει στο «άλλο» να επιβιώσει παρά μόνο ως αρχετυπικό υπόλειμμα.

Το οντολογικό τέλος

Το Μάλινα συνιστά ένα κείμενο βαθιά απαισιόδοξο, προικισμένο ωστόσο με μια αισθητική μεγαλοπρέπεια που υπερβαίνει την απλή καταγραφή μιας γυναικείας κατάρρευσης· η Μπάχμαν χαρτογραφεί την υπαρξιακή αδυναμία επιβίωσης εντός μιας γλώσσας και μιας ιστορίας οικοδομημένων πάνω στην εξόντωση του «Άλλου». Η τελευταία σκηνή, όπου η ηρωίδα εξαφανίζεται μέσα στη σχισμή του τοίχου, αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές. Η τεχνική της κυριολεκτικής μεταφοράς (η μεταφορά που γίνεται πραγματικότητα) χρησιμοποιείται εδώ για να δηλώσει το οριστικό τέλος της γυναικείας υποκειμενικότητας εντός του υπάρχοντος πολιτισμικού πλαισίου.

Ο Μάλινα επιβιώνει γιατί είναι ο «κανόνας», ενώ η «Εγώ» χάνεται γιατί είναι η «παρέκκλιση».

Η τελική απορρόφηση της αφηγήτριας από τον Μάλινα είναι η τραγική επιβεβαίωση ότι στον κόσμο της Ούνγκαργκάσε, η θηλυκή φωνή μπορεί να υπάρξει μόνο ως σιωπή μέσα στον τοίχο. Η καταληκτική φράση του μυθιστορήματος δεν αναφέρεται σε μια ποινικά κολάσιμη πράξη, αλλά σε μια υπαρξιακή ακύρωση. Ο Μάλινα επιβιώνει γιατί είναι ο «κανόνας», ενώ η «Εγώ» χάνεται γιατί είναι η «παρέκκλιση».

Η ελληνική απόδοση ως οργανικό σώμα

Η πρόσφατη έκδοση του Μάλινα (εκδ. Πότλατς, 2025) αποτελεί ένα εκδοτικό γεγονός που επιτρέπει στον Έλληνα αναγνώστη να αναμετρηθεί με το κείμενο στην πλήρη του ένταση. Η μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη κατορθώνει να αναπαραγάγει τον εσωτερικό κραδασμό της γραφής της Μπάχμαν. Διατηρώντας τη μουσικότητα, τις απότομες παύσεις και την «αισθητική της αντίστασης» που χαρακτηρίζει το πρωτότυπο, η ελληνική απόδοση καθιστά τη γλώσσα ένα σώμα που πάλλεται, υποφέρει και τελικά αποσυντίθεται.

Το εκτενές συνοδευτικό υλικό, η εισαγωγή, το επίμετρο και οι σημειώσεις λειτουργούν ως απαραίτητοι πλοηγοί σε έναν λαβύρινθο φιλοσοφικών και μουσικών αναφορών, αναδεικνύοντας το έργο ως ένα ζωντανό πνευματικό οικοδόμημα που εξακολουθεί να μας αφορά

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαχείριση των λεπτών αποχρώσεων του λόγου, όπου η «γλώσσα-τιμωρία» μεταφράζεται σε μια εμπειρία σχεδόν σωματική για τον αναγνώστη. Το εκτενές συνοδευτικό υλικό, η εισαγωγή, το επίμετρο και οι σημειώσεις λειτουργούν ως απαραίτητοι πλοηγοί σε έναν λαβύρινθο φιλοσοφικών και μουσικών αναφορών, αναδεικνύοντας το έργο ως ένα ζωντανό πνευματικό οικοδόμημα που εξακολουθεί να μας αφορά με την ίδια ορμή, πενήντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία.

Επίλογος

Ο Μάλινα είναι ένα έργο που απαιτεί από τον αναγνώστη μια κατάσταση εγρήγορσης. Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, με μια γραφή που διακρίνεται από πνευματική αυστηρότητα και αισθητική τόλμη, κατάφερε να αποτυπώσει την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου μπροστά στο κενό της ύπαρξης και τη βαρβαρότητα της ιστορίας.

Πρόκειται για ένα λογοτέχνημα που υπερβαίνει την απλή ανάγνωση και βιώνεται ως μια επίπονη διαδικασία αυτογνωσίας. Η εμβρίθεια της σκέψης της Μπάχμαν και η αρτιότητα των τεχνικών της καθιστούν το έργο αυτό έναν φάρο του ευρωπαϊκού πνεύματος, μια διαρκή υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία είναι, σε τελική ανάλυση, η μόνη επικράτεια όπου η αλήθεια μπορεί να ειπωθεί, έστω και μέσα από τη σιωπή.

* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν γεννήθηκε το 1926 στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Ίνσμπουργκ, του Γκρατς και της Βιέννης όπου παρακολούθησε μαθήματα νομικής, φιλολογίας και ψυχολογίας. Έκανε πρακτική εξάσκηση στη νευρολογική κλινική του Στάινχοφ της Βιέννης. Με τη διατριβή «Η κριτική κατανόηση της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ» αναγορεύτηκε το 1950 διδάκτωρ.

bachman ingeborg

Εργάστηκε στη γραμματεία της αμερικανικής υπηρεσίας κατοχής (1951), ως σεναριογράφος του ραδιοσταθμού Κόκκινο-Λευκό-Κόκκινο (1951-52), ως δραματουργός της βαυαρικής τηλεόρασης (1957-58) και ως υφηγήτρια στην έδρα ποιητικής του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης (1959-60).

Η Μπάχμαν εγκατέλειψε την Αυστρία το 1953 για να εγκατασταθεί στην Ιταλία. Για μικρά διαστήματα έζησε στη Ζυρίχη (1958-62) και το Βερολίνο (1963), για να πεθάνει τελικά στη Ρώμη το 1973. Συμμετείχε στην Ομάδα 47 με τον Χάινριχ Μπελλ και τον Γκύντερ Γκρας, που αναζήτησαν στα γραπτά τους τη νέα συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας. Το 1963, η Μπάχμαν ήταν υποψήφια για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Θεωρείται μία από τις πιο σημαντικές φωνές της γερμανικής πεζογραφίας του 20ού αιώνα. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες» της Ζακλίν Χαρπμάν – Τι είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους

«Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες» της Ζακλίν Χαρπμάν – Τι είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους

Για το μυθιστόρημα «Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες» (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Αίολος) της Ζακλίν Χαρπμάν. Εικόνα: Από την ταινία «Γυναικείες κουβέντες» (2022) της Σάρα Πόλεϊ.

Γράφει η Φανή Χατζή

Η εκδοτική ιστορία του ένα...

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η βιομηχανία των τέλειων σωμάτων

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η βιομηχανία των τέλειων σωμάτων

Για το μυθιστόρημα της Βερένα Κέσλερ (Verena Keßler) «Γυμναστήριο» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την ταινία «Perfect» (1985). 

Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός

Ο υγιεινισμός ως μια ακραία μορφή εμμονής με...

«Εκεί, εκεί» του Τόμι Όραντζ (κριτική) – Λήθη, σώμα και μνήμη στον μη τόπο των αυτόχθονων της Αμερικής

«Εκεί, εκεί» του Τόμι Όραντζ (κριτική) – Λήθη, σώμα και μνήμη στον μη τόπο των αυτόχθονων της Αμερικής

Για το μυθιστόρημα του Τόμι Όραντζ (Tommy Orange) «Εκεί, εκεί» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Αλεξάνδρεια). ©Linda A. Cicero/Stanford News Service

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Πριν ακόμη χαραχθούν τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών στον χάρτ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες» της Ζακλίν Χαρπμάν – Τι είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους

«Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες» της Ζακλίν Χαρπμάν – Τι είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους

Για το μυθιστόρημα «Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες» (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Αίολος) της Ζακλίν Χαρπμάν. Εικόνα: Από την ταινία «Γυναικείες κουβέντες» (2022) της Σάρα Πόλεϊ.

Γράφει η Φανή Χατζή

Η εκδοτική ιστορία του ένα...

Πέθανε ο Καβαλιώτης συγγραφέας Διαμαντής Αξιώτης, σε ηλικία 84 ετών

Πέθανε ο Καβαλιώτης συγγραφέας Διαμαντής Αξιώτης, σε ηλικία 84 ετών

Σε ηλικία 84 ετών πέθανε το Σάββατο 22 Αυγούστου 2026 ο Καβαλιώτης συγγραφέας και ποιητής, Διαμαντής Αξιώτης, αφήνοντας πίσω του σημαντική λογοτεχνική παρακαταθήκη.

Επιμέλεια: Book Press

Ο Διαμαντής Αξιώτης γεννήθηκε στην Καβάλα στις 6...

14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίηση: «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία – Ποίηση, τοπίο, οπτικός διάλογος» - Το πλήρες πρόγραμμα

14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίηση: «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία – Ποίηση, τοπίο, οπτικός διάλογος» - Το πλήρες πρόγραμμα

Ξεκινά σε λίγες μέρες το 14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης (24 Αυγούστου – 2 Σεπτεμβρίου 2026), με θέμα: «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία / Ποίηση, τοπίο, οπτικός διάλογος», που συνδιοργανώνουν ο Δήμος Λαρισαίων, η Περιφέρεια Θεσσαλίας και το περιοδικό Θράκα. Το Φεστιβάλ ξεκινά τη Δευτέρα, 24 Αυγούστου, με δύο παράλληλες ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Ο εργασιακός χώρος ως λογοτεχνική θεματική: Το επάγγελμα εμπνέει τη μυθοπλασία, ο χώρος δουλειάς συστήνει τη δική του δραματουργία

Ο εργασιακός χώρος ως λογοτεχνική θεματική: Το επάγγελμα εμπνέει τη μυθοπλασία, ο χώρος δουλειάς συστήνει τη δική του δραματουργία

Λογοτεχνικά βιβλία που αξιοποιούν τον εργασιακό χώρο ως θεματική και με ποιον τρόπο το κάνουν. Γιατί το επάγγελμα του δασκάλου εμπνέει περισσότερο τους συγγραφείς και πώς μιλούν για αυτό. Κάποιες σκέψεις. Εικόνα: Από ιταλική έκδοση του «Ταχυδρομείου» του Τσαρλς Μπουκόβσκι. 

Γράφε...

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ