
Για το βιβλίο του Τζον Μπέρτζερ (John Berger) «Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες» (μτφρ. Δανάη Σιώζιου, εκδ. Αλεξάνδρεια).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Ποίηση; Δοκίμιο; Καταγραφή εκ των ένδον; Φιλοσοφία που στηρίζεται περισσότερο στην εμπειρία και λιγότερο σε ένα συστηματοποιημένο πλαίσιο σκέψης; Όταν ένα βιβλίο δεν χωράει σε καμία κατηγορία, τότε η ίδια του η ύπαρξη αμφισβητεί τη στείρα διάκριση ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, ανάμεσα στο δοκίμιο και την ποίηση.
Το βιβλίο του Τζον Μπέρτζερ με τον ευθύβολα ποιητικό τίτλο Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες, είναι από αυτά τα σπάνια κείμενα που περιφρονούν τις συμβάσεις και απαιτούν από τον αναγνώστη κάτι περισσότερο από απλή ανάγνωση. Ζητούν παρουσία, προσοχή, συμμετοχή. Στην ουσία του, το βιβλίο αυτό δεν λέει τόσο μια ιστορία, όσο μια εμπειρία.
Η δομή
Πάνω από όλα, είναι ένα βιβλίο για τη μνήμη, το βλέμμα, την αγάπη και την απώλεια, γραμμένο με τρόπο που συνδυάζει το δοκίμιο, τον στοχασμό και την ποιητική σκέψη. Δεν έχει παραδοσιακή δομή με κεφάλαια, αφηγηματική γραμμή ή χαρακτήρες· αντίθετα, αποτελείται από δεκάδες σύντομα, πυκνά και σιωπηλά αποσπάσματα. Αν επιχειρούσαμε να το συγκρίνουμε με ένα έργο τέχνης, δεν θα ήταν πίνακας, αλλά άλμπουμ φωτογραφιών χωρίς λεζάντες: στιγμές παγωμένες, ασύνδετες φαινομενικά, αλλά συνδεόμενες εσωτερικά από τη συνεχή αναφορά στη μνήμη και το βλέμμα.
Και όπως συμβαίνει με κάθε άλμπουμ, αυτό το βιβλίο σε καλεί να «γεμίσεις» τα κενά, να συμπληρώσεις τις απουσίες, να συνδέσεις τα τεθλασμένα φώτα με τις δικές σου αναμνήσεις. Πώς να μιλήσεις, λοιπόν, για ένα βιβλίο που αντιστέκεται στον γραμμικό λόγο; Κεντρικό θέμα σε αυτό το βιβλίο είναι η σχέση μεταξύ βλέμματος και μνήμης. Σε κάθε του σελίδα, ο Μπέρτζερ αναρωτιέται τι σημαίνει να κοιτάζεις – όχι απλώς να βλέπεις, αλλά να παρατηρείς, να αναγνωρίζεις, να θυμάσαι.
Φωτογραφία ως μεταφορά
Η φωτογραφία λειτουργεί εδώ ως μεταφορά: είναι το μέσο που παγώνει στιγμές, που ακινητοποιεί πρόσωπα και τοπία, που συγκεντρώνει ιστορία και απώλεια. Όμως, όπως ο ίδιος υπονοεί, η φωτογραφία δεν είναι απλώς τεκμήριο· είναι σύντροφος απουσίας. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι στο έργο αυτό η φωτογραφία δεν αντιμετωπίζεται με τεχνολογικούς όρους, αλλά ολότελα οντολογικά. Κάθε φωτογραφία, κάθε εικόνα, κάθε πρόσωπο που αναφέρεται γίνεται αφορμή για στοχασμό πάνω σε αυτό που ήταν και δεν είναι πια, πάνω σε αυτό που έγινε και έχει ήδη αρχίσει να ξεχνιέται και να εξαχνώνεται.
Η μνήμη είναι εδώ απόλυτα ενεργοποιημένη. Δεν είναι απλώς ανάκληση γεγονότων, είναι τρόπος ύπαρξης. Ο αναγνώστης δεν καλείται να θυμηθεί· καλείται να αισθανθεί τη μνήμη ως κατάσταση. Οι σελίδες του βιβλίου λειτουργούν σχεδόν όπως τα καρέ ενός φίλμ: κάθε καρέ περιέχει μια πιθανότητα, μια προοπτική, μια αίσθηση που δεν ολοκληρώνεται. Αντίθετα, παραμένει αιωρούμενη, αφήνοντας ελεύθερο χώρο στο μυαλό του αναγνώστη να τη συμπληρώσει.
Αγάπη και απώλεια
Αν το βλέμμα και η μνήμη είναι οι τεχνικές συνιστώσες του έργου, η αγάπη και η απώλεια είναι η συναισθηματική του καρδιά. Αλλά δεν πρόκειται για μια ρομαντική ή συναισθηματικά εξωστρεφή αγάπη, αλλά για μια εσωτερική, υπαρξιακή, στοχαστική αγάπη. Ο Μπέρτζερ γράφει για πρόσωπα που έχουν σημαδέψει τη ζωή του, για στιγμές που έχουν αλλάξει τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο, για σχέσεις που υπήρξαν και πια δεν είναι· και όλα αυτά χωρίς μελόδραμα, χωρίς κραυγές, αλλά με μια ήρεμη, βαθιά, σχεδόν λυρική φωνή.
Η διαρκής διακύμανση μεταξύ παρουσίας και απουσίας δημιουργεί την εντύπωση ότι το παρελθόν και το παρόν σμίγουν με έναν τρόπο που δεν τον συναντάμε συχνά στη λογοτεχνία.
Αυτή η αγάπη -όπως εκφράζεται μέσα από τον στοχασμό για τις φωτογραφίες- δεν επιδιώκει να ερμηνεύσει ή να εξηγήσει· αντιθέτως, αναδεικνύει την ευαλωτότητα τής μνήμης. Κάθε ανάμνηση είναι ταυτόχρονα δημιουργία και καταστροφή: τη στιγμή που την ανακαλούμε, αναδιατάσσεται και χάνεται ξανά. Αυτή είναι η φευγαλέα ζωή της ανάμνησης. Η διαρκής διακύμανση μεταξύ παρουσίας και απουσίας δημιουργεί την εντύπωση ότι το παρελθόν και το παρόν σμίγουν με έναν τρόπο που δεν τον συναντάμε συχνά στη λογοτεχνία. Έτσι, η αγάπη στο βιβλίο του Μπέρτζερ δεν είναι ιδέα· είναι τραύμα και αναπνοή ταυτόχρονα. Ο αναγνώστης νιώθει αυτή την ένταση χωρίς να του «εξηγείται» – την αισθάνεται, την αναγνωρίζει ή την αναζητεί στον δικό του εσωτερικό κόσμο.
Λίτη γλώσσα
Το ύφος του Μπέρτζερ είναι ιδιαίτερο. Δεν είναι υπερβολικά στοχαστικό με την έννοια της φιλοσοφικής δυσκαμψίας. Δεν είναι πομπώδες ούτε φορτωμένο με επιστημονικούς όρους. Αντίθετα, χρησιμοποιεί λιτή, καθαρή γλώσσα, που όμως ανοίγει δρόμους στο βάθος αντί να κλείνει πόρτες στη σαφήνεια.
Κάθε λέξη ζυγίζεται, κάθε σύνδεσμος λειτουργεί ως πύλη προς μια άλλη βαθμίδα σκέψης.
Πολλές φράσεις μοιάζουν με ποιήματα: σύντομες, πυκνές, μεταφορικές. Κάθε λέξη ζυγίζεται, κάθε σύνδεσμος λειτουργεί ως πύλη προς μια άλλη βαθμίδα σκέψης. Η γλώσσα του Μπέρτζερ δεν αποκαλύπτει· προκαλεί. Δεν δίνει συμπεράσματα, προκαλεί τη σκέψη. Διαβάζεις μια πρόταση και αισθάνεσαι ότι κάθε επόμενη σε καλεί να σκεφτείς λίγο πιο βαθιά, να δεις λίγο πέρα από τα φανερά, να αισθανθείς ένα επίπεδο πραγματικότητας που υπήρχε πάντα αλλά δεν το είχες εντοπίσει.
Μετάθεση «ευθύνης»
Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο αυτού του βιβλίου είναι ο τρόπος που μεταθέτει την «ευθύνη» από τον συγγραφέα στον αναγνώστη. Οι ρόλοι διαμοιράζονται, καθώς ο Μπέρτζερ αναλαμβάνει να προτείνει και ο αναγνώστης να συμπληρώσει. Το βιβλίο απαιτεί συνεχή συμμετοχή: να ενώνεις αποσπάσματα, να γεμίζεις κενά, να δημιουργείς σχέσεις ανάμεσα σε εικόνες και ιδέες που δεν συνδέονται άμεσα. Δεν είναι ανάγνωση· είναι διάλογος. Κάθε φορά που κλείνεις τη σελίδα, δεν σταματάς να «διαβάζεις», συνεχίζεις να σκέφτεσαι.
Το βιβλίο λειτουργεί με αυτόν ακριβώς τον τρόπο: ως καθρέφτης μνήμης.
Ο Μπέρτζερ δεν μπαίνει στη διαδικασία των απαντήσεων. Δεν το σκέφτεται καν. Ανοίγει την πόρτα στις ερωτήσεις. Δεν δημιουργεί κλειστές ιστορίες, διαμορφώνει ζώντες χώρους ανάμνησης και σκέψης. Αν κάτι μας λείπει, από οντολογική σκοπιά, είναι εκείνος ο καθρέφτης της μνήμης που είναι ικανός να καθορίσει την ταυτότητά μας. Το βιβλίο λειτουργεί με αυτόν ακριβώς τον τρόπο: ως καθρέφτης μνήμης. Μας ζητά να κοιτάξουμε εμάς και τις δικές μας φωτογραφίες, τα δικά μας πρόσωπα, την καρδιά που ίσως να ήταν πάντα εκεί, φευγαλέα σαν φωτογραφία.
Ένα τέτοιο βιβλίο δεν θα μπορούσε παρά να μεταφραστεί από κάποιον που ζει μέσα στο ποιητικό σύμπαν. Η Δανάη Σιώζιου αποδείχθηκε -εν τοις πράγμασι- το κατάλληλο άτομο για να μας μεταφέρει αυτή τη στοχαστική-ποιητική ματιά του Μπέρτζερ.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο John Berger (Τζον Μπέρτζερ, 1926-2017), συγγραφέας, ζωγράφος, σεναριογράφος, κορυφαίος θεωρητικός της τέχνης και διανοούμενος, γεννήθηκε στο Λονδίνο. Μετά τη θητεία του στο στρατό (1944-46), παρακολούθησε τις Σχολές Καλών Τεχνών Chelsea School of Art και Central School of Art του Λονδίνου και στα τέλη της δεκαετίας του '40 άρχισε να εκθέτει σε μικρές γκαλερί του Λονδίνου ως ζωγράφος (Wildenstein, Redfern, κ.ά.).
![]() |
|
Ο Τζον Μπέρτζερ |
Λίγο αργότερα εμφανίστηκε με κριτικά άρθρα του στο περιοδικό New Statesman, υιοθετώντας μια ριζοσπαστική, μαρξιστική όσο και ουμανιστική προσέγγιση του μοντερνισμού. Τα μυθιστορήματά του, πρωτότυπα σε μορφή και με ιστορική και πολιτική διεισδυτικότητα, αντλούν τα θέματά τους από τον κόσμο της τέχνης και του κριτικού του πνεύματος. Το 1972 κέρδισε το βραβείο Booker για το μυθιστόρημά του G.























