
Για το διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe) «Γουίλιαμ Γουίλσον», που κυκλοφορεί αυτοτελώς στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά. Στην κεντρική εικόνα, λεπτομέρεια από την έκδοση του διηγήματος σε graphic novel.
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Ο σωσίας, ο δίδυμος, ο doppelgänger. Το ανεστραμμένο είδωλο με σάρκα, οστά και τις ιδιότητες του χαρακτήρα που ο άνθρωπος έχει καταχωνιάσει βαθιά μέσα του. Από το ομοίωμα της Ελένης, το πουκάμισο αδειανό, όπως το έθεσε ο Γιώργος Σεφέρης, ως τον πλαστό Φίλιπ Ροθ στην Επιχείρηση Σάυλωκ, που υποστηρίζει πως οι Εβραίοι πρέπει να εγκαταλείψουν το κράτος του Ισραήλ, και τον άνθρωπο αντίγραφο στο ομότιτλο έργο του Ζοζέ Σαραμάγκου, που αποδεσμεύει τον μοναχικό πρωταγωνιστή από τον πληκτικό του βίο, το συγκεκριμένο μοτίβο επαναλαμβάνεται σταθερά στη μυθοπλασία, με παραλλαγές, που καθεμιά κομίζει συχνά κάτι νέο.
Σε αυτό το πλαίσιο, σημαντική είναι η συνεισφορά του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Η κληρονομιά που άφησε ο συγγραφέας στους μεταγενέστερους ομότεχνούς του είναι πλούσια: εφηύρε το αστυνομική είδος, άφησε τη σφραγίδα του στο είδος του τρόμου, επηρέασε την ποίηση της Παρακμής. Στο διήγημά του Γουίλιαμ Γουίλσον συναντάμε την εξής ιδιαιτερότητα: ενώ αρκετά συχνά, ο σωσίας εμφανίζεται ως το σκοτεινό alter ego ενός συνηθισμένου ανθρώπου, εδώ το δίπολο παρουσιάζεται ακριβώς παραλλαγμένο. Ο αφηγητής, που φέρει το ψευδώνυμο Γουίλιαμ Γουίλσον για να προστατέψει την ταυτότητά του -τι πιο ταιριαστό σε μια τέτοια ιστορία-, είναι ακραίος και ακόλαστος, ενώ ο κλώνος του τον κατατρέχει σε ολόκληρη τη ζωή του, ξεσκεπάζοντας τις πλεκτάνες του και κλονίζοντας την εξουσία του.
Η ιστορία
Ας εξετάσουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά. Όλα μοιάζουν να ξεκινούν σε ένα οικοτροφείο, που θυμίζει στρατόπεδο. Όριο του κόσμου των παιδιών, «ένας ψηλός και στέρεος τούβλινος τοίχος, που στην κορφή του είχαν σκορπίσει ασβεστοκονίαμα και σπασμένα γυαλιά» (σελ. 11). Εκτός της φυλακής οι οικότροφοι βγαίνουν τρεις φορές την εβδομάδα, δύο την Κυριακή, βαδίζοντας «εν παρατάξει» προς την πρωινή και την απογευματινή λειτουργία (σελ. 12).
Κάτω από αυτές τις συνθήκες μεγαλώνει ο αφηγητής, επιβάλλοντας χάρη στο δαιμόνιό του τη γνώμη και τους όρους του στους συμμαθητές του. Μόνο ένας τού πηγαίνει κόντρα, ο συνονόματος Γουίλσον, που μοιάζει να πλάστηκε καθ’ ομοίωσή του. Οι δυο τους έχουν γενέθλια την ίδια ημέρα και την ίδια ακριβώς ημέρα γράφτηκαν στο σχολείο, έχουν αμφότεροι έφεση στα μαθήματα, στα αθλήματα και στους καβγάδες και μόνο ένα στοιχείο τους κάνει να ξεχωρίζουν μεταξύ τους: ο δεύτερος Γουίλσον μιλά ψιθυριστά, έχοντας κάποιο τραύμα στις φωνητικές χορδές ή τον φάρυγγά του.
Με το πέρας των σχολικών χρόνων, ο αφηγητής φοιτά στο Ίτον. Εκεί βουτά στον «στρόβιλο της απερίσκεπτης τρέλας» (σελ. 31). Αποφεύγει κάθε λεπτομερή καταγραφή της πορείας «της μίζερης ασωτίας» του (σελ. 31), όπως τη χαρακτηρίζει, αλλά μας υπενθυμίζει διαρκώς την εξέλιξη της πτώσης του.
Ο doppelgänger όμως έχει γίνει ο ίσκιος του: ξεπηδά είτε πριν από τη στιγμή της αμαρτίας, για να τον κλονίσει συναισθηματικά, είτε για να τον ξεσκεπάσει κατά τη διάρκεια ενός χαρτοπαιγνίου, φανερώνοντας τα κρυμμένα φύλα στο σακάκι του, κίνηση που οδηγεί στον απόλυτο εξευτελισμό και την αποκαθήλωσή του. Η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι είναι η εμφάνισή του σε έναν χορό μεταμφιεσμένων, έχοντας το ίδιο κοστούμι, με τη δίκοπη σπάθα στη ζώνη, με τον κεντρικό ήρωα. Οι δυο μονομαχούν και ο πρώτος Γουίλσον σκοτώνει επιτέλους τον διώκτη του – ή μήπως αυτοκτονεί, κυνηγημένος από τις Ερινύες, εφόσον ο δεύτερος Γουίλσον δεν υπήρχε ποτέ;
Το μέσα «έξω»
Ο Πόε, προτού καν ξεκινήσει την εξιστόρησή του, κάνει μια αναφορά στο ποίημα «Φαρονίδα» του Γουίλιαμ Τσάμπερλεν, παραθέτοντας τους στίχους: «Τι να λέει, τι να λέει για τη βλοσυρή όψη/της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ/Τούτο το φάσμα, που μπροστά μου έχει βρεθεί;» Επιλέγοντας τη διακειμενικότητα, φανερώνει μια εκλεκτική συγγένεια, καθώς και ένα κλειδί για την αποκρυπτογράφηση του κειμένου. Μας υποδεικνύει πως ο ψίθυρος του δεύτερου Γουίλσον είναι η φωνή της συνείδησης του πρώτου. Υιοθετώντας ένα κλασικό τέχνασμα της μυθοπλασίας, ο Πόε μετατρέπει το «μέσα» σε «έξω», προσωποποιώντας τις αναστολές, τις ενοχές, τα άγχη. Δεν είναι τυχαίο που ο σωσίας εμφανίζεται πάντα πριν ή κατά τη διάρκειας μιας ακολασίας. Όταν ο αφηγητής σκαρώνει μια βραδιά ξέφρενης κραιπάλης, με «τους πιο έκλυτους συμφοιτητές» του, το ομοίωμά του του χτυπά την πόρτα, για να τον επαναφέρει στην τάξη.
Φορώντας τα γυαλιά της φροϊδικής κριτικής, θα λέγαμε πως ο Γουίλσον υπονομεύει διαρκώς τον ίδιο τον εαυτό του, εξαιτίας κάποιων τύψεων – όπως ο Άμλετ, που δυσκολεύεται από ενοχές σε όλο το έργο να δολοφονήσει τον θείο του
Ο doppelgänger, όμως, πρέπει να έχει σχηματιστεί εν μέρει και σε αυτό που ο Σίγκμουντ Φρόιντ θα ονόμαζε «ασυνείδητο», χρόνια μετά από τον θάνατο του Πόε. Ξεπροβάλλει πάντοτε τη νύχτα, όταν το φως είναι αδύναμο («Αυτό μονάχα κατάφερα να ξεχωρίσω στο αδύναμο φως», «Οι φαρδιές, βαριές πτυσσόμενες πόρτες του διαμερίσματος άνοιξαν διάπλατα αυτοστιγμεί, τόσο ορμητικά και απότομα ώστε, ως δια μαγείας, έσβησαν όλα τα κεριά στο δωμάτιο»). Φορώντας τα γυαλιά της φροϊδικής κριτικής, θα λέγαμε πως ο Γουίλσον υπονομεύει διαρκώς τον ίδιο τον εαυτό του, εξαιτίας κάποιων τύψεων – όπως ο Άμλετ, που δυσκολεύεται από ενοχές σε όλο το έργο να δολοφονήσει τον θείο του, επειδή ο δεύτερος πραγμάτωσε την κρυφή επιθυμία του πρώτου, να δολοφονήσει τον πατέρα του Πρίγκιπα.
Οι ακτίνες από τη λάμπα του Γουίλσον λούζουν το πρόσωπο του αντιπάλου του και ο αφηγητής παρατηρεί έντρομος τις ομοιότητες στα χαρακτηριστικά του προσώπου τους από κοντά.
Δύσκολα προσδιορίζουμε τα γεγονότα που γέννησαν τις τύψεις, μιας και ο ήρωας αποφεύγει να επεκταθεί. Αυτό που φαίνεται να ισχύει, όμως, είναι πως συνδέονται εν μέρει με τη σεξουαλικότητα του πρωταγωνιστή, ενδεχομένως με την ομοφυλοφιλική πλευρά της. Η συγκεκριμένη ερμηνεία αποκτά βάση για πρώτη φορά χάρη στην εξής αναφορά, στη δεύτερη κιόλας σελίδα της ιστορίας: «Από μια σχετικά συνηθισμένη κακοήθεια, πέρασα, με τη δρασκελιά ενός γίγαντα, σε ακρότητες χειρότερες και από εκείνες του Ηλιογάβαλου» (σελ. 8), στον εκκεντρικό Ρωμαίο αυτοκράτορα που μεταξύ άλλων ντυνόταν γυναίκα, φορώντας μακιγιάζ και περούκες. Περαιτέρω ενδείξεις λαμβάνουμε στο χωρίο με τη νυχτερινή συνάντηση με τους ακόλαστους συμφοιτητές του πρωταγωνιστή, που θα παρατεινόταν «ως το πρωί» (σελ. 31).
Μια ιδιαίτερη σκηνή, την οποία δεν γίνεται να μην σχολιάσουμε, συμβαίνει στις αρχές, στο οικοτροφείο, όταν ο Γουίλσον ένα βράδυ επισκέπτεται το αντίγραφό του στο δωμάτιό του την ώρα που κοιμάται. Οι ακτίνες από τη λάμπα του Γουίλσον λούζουν το πρόσωπο του αντιπάλου του και ο αφηγητής παρατηρεί έντρομος τις ομοιότητες στα χαρακτηριστικά του προσώπου τους από κοντά. Όταν αναφερόμαστε ψυχαναλυτικά στη φάση του ύπνου, συχνά κάνουμε λόγο για τα όνειρα και τις εικόνες που σχηματίζονται σε αυτά ως μηνύματα από το ασυνείδητο. Όμως, εδώ συμβαίνει το αντίθετο: ο χαρακτήρας επισκέπτεται το ασυνείδητο την ώρα που κοιμάται, φωτίζοντάς το, και συγκλονίζεται από όσα παρατηρεί. Εντύπωση μας προκαλεί και ο σύντομος μονόλογος του σωσία, καθώς ξεψυχά, όταν υποστηρίζει πως ο Γουίλσον υπήρχε «μέσα» του (σελ. 50).
Η γραφή του Πόε
Ποιος υπάρχει στα αλήθεια, λοιπόν, και ποιος είναι αποκύημα της φαντασίας; Μήπως και ο Γουίλσον είναι ένα φάσμα; Στο τέλος αυτοκτονεί ή σκοτώνει μια πλευρά του εαυτού του, όπως ο ανώνυμος πρωταγωνιστής του Τσακ Πόλανικ στο Fight Club;
Ο Πόε πλέκει το μυστήριο, επιλέγοντας με μέτρο τις λέξεις του και υιοθετώντας διακριτά ειρωνικό τόνο ανά στιγμές. Η γραφή του, που αποτυπώθηκε χρόνια πριν, εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο και να διαβάζεται, να ερμηνεύεται, να ζει με πολλούς τρόπους. Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, στο ύψος των περιστάσεων.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε γεννήθηκε στη Βοστώνη το 1809, από γονείς θεατρίνους. Πριν κλείσει τα δύο του χρόνια, οι γονείς του πέθαναν, και ο Έντγκαρ βρέθηκε στο Ρίτσμοντ, στο σπίτι του εμπόρου Τζων Άλλαν, που όμως δεν τον υιοθέτησε ποτέ. Οι σχέσεις του με τον πατριό του δεν ήταν ποτέ καλές, αλλά επιδεινώθηκαν όταν ο Άλλαν ανάγκασε τον Έντγκαρ να διακόψει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, επειδή δεν ήταν διατεθειμένος να αναλάβει τα έξοδά του. Το 1830 ο Έντγκαρ μπήκε στη Στρατιωτική Ακαδημία του Γουέστ Πόιντ, απ όπου αποπέμφθηκε τον επόμενο χρόνο προκαλώντας επίτηδες σκάνδαλο για να εκδικηθεί τον πατριό του.

Δούλεψε έπειτα για ένα μεγάλο διάστημα σε διάφορες εφημερίδες του Ρίτσμοντ, της Φιλαδέλφειας και της Νέας Υόρκης, για λόγους βιοποριστικούς, αλλά κατακτώντας παράλληλα τη φήμη του έγκυρου κριτικού. Το Κοράκι και άλλα ποιήματα, που κυκλοφόρησε το 1845, τον καθιέρωσε εν μια νυκτί ως συγγραφέα, χωρίς όμως να του ανακουφίσει τη φτώχεια στην οποία είχε ζήσει όλη την ως τότε ζωή του. Το 1836 παντρεύτηκε τη δεκατετράχρονη εξαδέλφη του Βιρτζίνια, που πέθανε φυματική έντεκα χρόνια αργότερα. Πέθανε το 1849, αλκοολικός και οπιομανής κυνηγώντας διαρκώς το όραμα της χαμένης Βιρτζίνια, και τάφηκε δίπλα της στη Βαλτιμόρη, όπως το επιθυμούσε.























