
Για το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο [Roberto Bolaño] «Νυχτωδία της Χιλής» (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα).
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
«Έτσι φτιάχνεται η λογοτεχνία στη Χιλή, έτσι φτιάχνεται η μεγάλη λογοτεχνία της Δύσης. Βάλτε το καλά μες το κεφάλι σας».
Πώς φτιάχνεται η λογοτεχνία της Χιλής και πώς η μεγάλη λογοτεχνία της Δύσης; Ο Χιλιανός λογοτέχνης δεν ανήκει στην κατηγορία των λατινοαμερικάνων συγγραφέων που κραδαίνουν σημαίες, προσφέροντας εύκολες απαντήσεις στο έτοιμο από καιρό κοινό των εύρυθμων δημοκρατιών της Β. Αμερικής και της Ευρώπης, το οποίο αναζητά στα βιβλία ολίγη επανάσταση τυλιγμένη στο φολκλόρ για να περάσει ήρεμα το βράδυ του.
Ο Μπολάνιο στάθηκε αταλάντευτα στη «σωστή πλευρά της ιστορίας» (εκείνη των καταπιεσμένων), κατά πώς είναι του συρμού να λέγεται εσχάτως στην προνομιούχο κοινότητα της Δύσης, η οποία αναζητά αντιπάλους για να εδραιώσει τη θετικότητα της ύπαρξής της. Ήταν παρών όταν το επέβαλε η ιστορική συγκυρία, αλλά ταυτόχρονα προσέφερε σε εμάς τους αναγνώστες κάτι εξίσου σημαντικό – το λογοτεχνικό του έργο. Εάν βέβαια είναι πολύ πιο εύκολο στους ημέτερους δημιουργούς να αποστασιοποιηθούν και να καλλιτεχνήσουν αφ’ υψηλού, πώς μπορεί να γίνει εφικτό όταν η ζωή σου, ή ίδια σου η χώρα, οι άνθρωποι που αγαπάς, έχουν καταδιωχτεί ή σκοτωθεί; Η απορία παραμένει, όμως κατά καιρούς εμφανίζονται κάποια βιβλία που έχουν την απάντηση στο ερώτημα. Η Νυχτωδία της Χιλής (στην σταθερά ποιοτική μετάφραση του Κ. Ηλιόπουλου) είναι ένα από αυτά.
Το βιβλίο και το ύφος του
Ο ήρωας του Μπολάνιο, είναι ένα παράξενο υβρίδιο (ιερέας και κριτικός λογοτεχνίας), ο οποίος έτοιμος να παραδώσει το πνεύμα, βυθίζεται σε μια ονειρική κατάσταση, παραθέτοντας κάποιες κομβικές στιγμές της ζωής του. Η πολύπαθη ιστορία της Χιλής μεταφέρεται μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες. Η γνωριμία του με έναν κορυφαίο κριτικό ονόματι Φέρουελ, αλλά και με ιστορικά πρόσωπα όπως ο Νερούδα αλλά και ο Πινοσέτ με το επιτελείο του, θα αποτελέσουν τον ένα πυλώνα, τον ιστορικό. Ευτυχώς, κι αυτή είναι η κρίση μου, το ιστορικό δεν καταπίνει το προσωπικό, τουτέστιν το λογοτεχνικό, αλλά εμβαπτίζεται σε αυτό, με τέτοιο μάλιστα τρόπο που αποδομεί το κυρίαρχο μοτίβο με το οποίο έχουμε ταυτιστεί ιδεολογικά, τουλάχιστον οι περισσότεροι (την κυβέρνηση Αλιέντε κι όχι τη Χούντα).
Το βιβλίο, μετά την αφιέρωση του συγγραφέα, ξεκινά με μια προσταγή του Chesterton (αγαπημένος συγγραφέας του αγγλόφιλου Μπόρχες): «Βγάλτε την περούκα» πριν ξεκινήσει την ιστορία του. Η περούκα μπορεί να είναι δύο πράγματα ταυτόχρονα: τεχνική απόκρυψης αλλά και μεταμφίεση μίμου, παλιάτσου. Στη Νυχτωδία της Χιλής είναι και τα δύο, εναλλάσσοντας την τραγικότητα εκείνων που περνούν κρυμμένοι τη ζωή τους από τον ιστορικό ρου, αλλά ταυτόχρονα περιφέρονται ως γελωτοποιοί της εξουσίας, απολαμβάνοντας την ψεύτικη αίγλη εκείνων που βαυκαλίζονται ότι το πνευματικό τους βάρος αποτελεί εχέγγυο αιώνιας παρουσίας.
Ενδεικτική η εμβόλιμη ιστορία του υποδηματοποιού της Αυστροουγγαρίας και η μεγαλεπήβολη ιδέα της κατασκευής του Λόφου των Ηρώων, την οποία διηγείται στον πρωταγωνιστή η «αχαλίνωτη σκιά» του Φέρουελ. Ένα φαραωνικό έργο που τελικά κατάπιε τον Αυτοκράτορα που το στήριξε, την αυτοκρατορία που ο χρόνος διέλυσε, αλλά και τον ίδιο τον εμπνευστή του που όταν πολύ αργότερα το εγκαταλελειμμένο μέρος και ο τύμβος συλήθηκε («το νεκροταφείο που θάβονταν όλοι οι ήρωες του κόσμου»), βρέθηκε εντός του «με τη μασέλα ανοιχτή, λες και αφού αντίκρισε λίγο την αθανασία, ακόμα γελούσε». Η περούκα αφαιρέθηκε οριστικά, για να αντικατασταθεί από τη νεκρική μάσκα που ακόμη γελούσε.
Ο πρωταγωνιστής, ο οποίος παρωδείται με κάθε ευκαιρία, κινείται με άνεση σε έναν χώρο διανόησης, ο οποίος όντας προστατευμένος δεν επηρεάζεται από το ωστικό κύμα που παρασύρει τους ανθρώπους της χώρας. Κι όμως ο Μπολάνιο δεν φέρεται άξεστα στον ήρωά του, δεν τον δαιμονοποιοεί, μολονότι τον θέτει συνεχώς προ των ευθυνών του...
Ο πρωταγωνιστής, ο οποίος παρωδείται με κάθε ευκαιρία, κινείται με άνεση σε έναν χώρο διανόησης, ο οποίος όντας προστατευμένος δεν επηρεάζεται από το ωστικό κύμα που παρασύρει τους ανθρώπους της χώρας. Κι όμως ο Μπολάνιο δεν φέρεται άξεστα στον ήρωά του, δεν τον δαιμονοποιοεί, μολονότι τον θέτει συνεχώς προ των ευθυνών του, ιδίως στο τέλος που έρχεται να τον συναντήσει η ένοχη συνείδησή του, υπενθυμίζοντας όσα το πνεύμα του επιμελώς απέκρυπτε, όντας κι εκείνος μέλος μιας γενιάς διανοούμενων που στάθηκαν παράμερα όταν κάποιοι άλλοι έδιναν το «παρών» στα εκτελεστικά αποσπάσματα.
Για να ακολουθήσει η άλλη, αποτρόπαιη στην ιστορική της ακρίβεια, ιστορία της Μαρίας Κανάλες και του Αμερικανού συζύγου της, οι οποίοι παρέθεταν σουαρέ για διανοούμενους και ανθρώπους των τεχνών, ενώ τα υπόγεια του τεράστιου σπιτιού τους είχαν μετατραπεί σε κρατητήρια και χώρο βασανιστηρίων. Το επάνω και το κάτω – το εποικοδόμημα της πολιτιστικής υπεροψίας μολύνεται από τη σαθρή βάση, όπου οι μάσκες πέφτουν για να φανεί η σκληρή πλευρά της δικτατορίας, οι διάδρομοι όπου, όπως λέγεται, κάποιοι επισκέπτες χάθηκαν για να μη βρεθούν ποτέ.
Στο τέλος θα υψωθεί ο «ρυτιδιασμένος νεαρός», εκείνος που από την πρώτη σελίδα τον διώκει, τον λοιδορεί, δεν τον αφήνει σε ησυχία, διαδίδοντας φήμες και ψέματα, κηλιδώνοντας την τιμή του ιερέα / κριτικού. Η συνείδηση είναι επίμονη κι έχει την τάση να ενοχλεί στις πιο ακατάλληλες στιγμές, όπως τότε που ο άνθρωπος είναι έτοιμος να ξεψυχήσει, όταν από μπροστά του περνάνε εικόνες προσώπων – εκείνων που αγάπησε, αδίκησε και αναζήτησε ματαίως. «Και μετά ξεσπάει η σκατοκαταιγίδα». Αυτή είναι η ακροτελεύτια πρόταση με την οποία κλείνει το βιβλίο. Δεν υπάρχει γαλήνη, ένα τελικό closure, συνοδεία υπαρκτών προσώπων, πλην όσων περνάνε μπροστά από τον πρωταγωνιστή ως εικόνες. Η σκατοκαταιγίδα θα κλείσει οριστικά τον κύκλο.
Μπολάνιο και Μπόρχες
Ο Μπολάνιο επιλέγει να μιλήσει με τη γλώσσα εκείνων που κι ο ίδιος κατανοεί, σε στιγμές με το ύφος του μεγάλου του προγόνου και λογοτεχνικού ήρωα, του Αργεντινού Μπόρχες και των επιμελώς κρυμμένων σε κοινή θέα διακειμενικών του αναφορών, των ψευδεπίγραφων προσώπων και βιβλίων των οποίων παραμένει εφ’ όρου ζωής επιμελητής. Σε αντίθεση όμως με το κοφτό και στεγνό ύφος του Αργεντινού που συμπύκνωνε σε λίγες αράδες την ουσία, αφήνοντας στη φαντασία και τη φιλομάθεια του αναγνώστη τα υπόλοιπα, ο Χιλιανός παρασύρεται συχνά σε μακροπερίοδες ποιητικές εξάρσεις.
Η εικονοποιεία του μας θυμίζει ότι υπήρξε κατά πρώτο λόγο ποιητής, αφού ο πεζός του λόγος σπρώχνει τα όρια του εσωτερικού μονολόγου και με αντίστοιχη θεματολογία.
Η εικονοποιεία του μας θυμίζει ότι υπήρξε κατά πρώτο λόγο ποιητής, αφού ο πεζός του λόγος σπρώχνει τα όρια του εσωτερικού μονολόγου και με αντίστοιχη θεματολογία. Εγκιβωτισμένες ιστορίες μπορχεσιανής αντίληψης, όπου αρχίζει να διηγείται εν τω μέσω των πραγμάτων ο φίλος του κριτικός και παρεμβάλλονται στη δράση, φέρνουν στο προσκήνιο όλα εκείνα τα μη ιστορικά, τα οποία είναι αλληλένδετα με τον χρόνο και το αναπόφευκτο, τη ματαιοδοξία που καταλήγει στην οριστική ήττα του θανάτου, τις ανθρώπινες αδυναμίες και τον πόνο του να ζεις, να αγαπάς, να βιώνεις τη στιγμή και ταυτόχρονα να είσαι εσύ κι όχι άλλος. Ακόμα κι όταν ο πρωταγωνιστής κάνει μαθήματα… μαρξισμού στους δικτάτορες, εμπνέεται από την ανάγκη του να βοηθήσει, να είναι ικανός και αποτελεσματικός, όσο θλιβερό κι αν είναι το αντικείμενο.
Και κάπως έτσι φτιάχνεται η λογοτεχνία στη Χιλή, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Με έναν πρωταγωνιστή ανθρώπινο, λειψό, ο οποίος έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ανεπίγνωστα, έρμαιο των παθών του και της βούλησής του, με τις εσωτερικές του βεβαιότητες να καθορίζονται από τις επιθυμίες του. Γύρω του η ιστορία πλέκει το δικό της δίχτυ, με τις δικές της αναγκαιότητες, αδιαφορώντας για τα ατομικά πεπρωμένα, τα οποία ανασύρει ο καλλιτέχνης για να τα παρωδήσει ή να τα θρηνήσει – συχνά με εναλλαγές που συγχύζουν απολαυστικά τις βεβαιότητες του αναγνώστη, ο οποίος εκ των υστέρων και έχοντας γνώση «γεγονότων» καραδοκεί για να επιβεβαιώσει τις απόψεις του, εις βάρος του κειμένου που τον αρνείται.
Ο Μπολάνιο είχε θέση, είχε άποψη, είχε βεβαιότητες και προκαταλήψεις. Ταυτίστηκε και πολέμησε για τις ιδέες του. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματός του όμως όχι. Κι αυτό είναι το μεγαλείο του λογοτέχνη: ότι εμφύσησε ζωή σε έναν άνθρωπο που βιώνει την απώλεια του εαυτού του κι όχι σε μια χάρτινη φιγούρα που κινείται με βεβαιότητες ως το φθίνον φως του.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog «Αναγνώσεις».
Απόσπασμα από το βιβλίο
Πεθαίνω τώρα, ἀλλὰ ἔχω πολλὰ ἀκόμα νὰ πῶ. Τὰ εἶχα καλὰ μὲ τὸν ἑαυτό μου. Βουβὸς καὶ γαλήνιος. Αξαφνα ὅμως προέκυψαν διάφορα. Φταίει αὐτὸς ὁ ρυτιδιασμένος νεαρός. Ἐγὼ εἶχα τὴν ἡσυχία μου. Τώρα δὲν τὴν ἔχω. Πρέπει νὰ διευκρινίσω ὁρισμένα πράγματα. Ὁπότε θὰ ἀκουμπήσω στὸν ἀγκώνα μου, θὰ σηκώσω τὸ κεφάλι, τὸ εὐγενικὸ τρεμάμενο κεφάλι μου, καὶ θὰ σκαλίσω βαθιὰ στὴ γωνιὰ τῶν ἀναμνήσεων τὰ γεγονότα ποὺ μὲ δικαιολογοῦν καὶ κατὰ συνέπεια ἀντικρούουν τὶς ἀθλιότητες ποὺ διέσπειρε ὁ ρυτιδιασμένος νεαρὸς γιὰ νὰ μὲ δυσφημίσει μέσα σὲ μία μόνο ἀστραποβόλα νύχτα. Καὶ καλὰ νὰ μὲ δυσφημίσει. ᾿Απαιτεῖται ὑπευθυνότητα. Αὐτὸ ἔλεγα σὲ ὅλη μου τὴ ζωή. Ἔχεις τὴν ἠθικὴ ὑποχρέωση νὰ ἀναλαμβάνεις τὴν εὐθύνη τῶν πράξεών σου καὶ τῶν λεγομένων σου, ἀκόμα καὶ τῆς σιωπῆς σου, ναί, τῆς κάθε σου σιωπῆς, γιατὶ καὶ οἱ σιωπὲς ἀνέρχονται στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὶς ἀκούει ὁ Θεὸς καὶ μόνο ὁ Θεὸς τὶς καταλαβαίνει καὶ τὶς κρίνει, συνεπῶς χρειάζεται προσοχὴ μεγάλη μὲ τὶς σιωπές. Ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνη γιὰ ὅλα. Οἱ σιωπές μου εἶναι ἄψογες. Τὸ ξεκαθαρίζω αὐτό. Μὰ προπαντὸς τὸ ξεκα-θαρίζω στὸν Θεό. Γιὰ τοὺς ἄλλους εἶναι περιττό.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο (Σαντιάγο της Χιλής, 1953 - Βαρκελώνη 2003), πεζογράφος και ποιητής, έχει επιβληθεί ως ένας από τους σημαντικότερους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς του καιρού μας. Γεννήθηκε στη Χιλή, αλλά σε ηλικία 13 ετών μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Μεξικό. Το 1973 αποφάσισε να επιστρέψει στη Χιλή προκειμένου να στηρίξει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Αλιέντε, έφτασε όμως λίγες μέρες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοσέτ.

Συνελήφθη για τη συμμετοχή του στην αντίσταση ενάντια στη δικτατορία, ενώ μετά την απελευθέρωσή του επέστρεψε στο Μεξικό, απ' όπου αργότερα μετανάστευσε στην Ισπανία (1978) για να εγκατασταθεί οριστικά στην Blanes, μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Καταλωνίας. Πέθανε στη Βαρκελώνη το 2003 από μια δυσλειτουργία του ήπατος, η οποία τον ταλαιπωρούσε για περισσότερο από μία δεκαετία. Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1975. Ωστόσο, αν και ξεκίνησε από την ποίηση, γρήγορα στράφηκε στην πεζογραφία· έγραψε συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και μυθιστορήματα. Για το μυθιστόρημά του "Los detectives salvajes" τιμήθηκε με τα βραβεία Herralde (1998) και Romulo Gallegos (1999), ενώ για το "Llamadas telefonicas" ("Τηλεφωνήματα", 2009, Εκδόσεις Άγρα) τού απονεμήθηκε το 1998 το Premio Municipal de Santiago de Chile, η ανώτατη λογοτεχνική διάκριση στη Χιλή. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, "2666" (εκδ. Άγρα, 2011), θεωρείται η κορύφωση της μυθοπλαστικής του ικανότητας, κέρδισε το 2004, έναν χρόνο μετά το θάνατο του συγγραφέα, το βραβείο Salambo για το καλύτερο ισπανόφωνο μυθιστόρημα. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και η επιρροή του θεωρείται από τις σημαντικότερες στη σύγχρονη ισπανόφωνη λογοτεχνία.






















