
Για τη συλλογή διηγημάτων «Ανταρκτική» της Κλερ Κίγκαν [Claire Keegan], που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Μαρτίνας Ασκητοπούλου.
Γράφει η Τζέμη Τασάκου
«Ψηλά πεύκα βουρτσίζουν τον άνεμο» και «τα άλογα φοβούνται πανεύκολα όταν φυσάει», στους τόπους όπου ζουν οι ήρωες της Claire Keegan στη συλλογή διηγημάτων της Ανταρκτική. Πρόκειται για τόπους με λίμνες των οποίων τα νερά είναι βαθιά, γεμάτα φόβους, τύψεις, χέλια και γατόψαρα και στις όχθες τους «πράσινα λικνιζόμενα βούρλα» συρίζουν μυστικά, ενώ εκεί κοντά τους, «μες τα αγριόχορτα», κάποιοι αγαπιούνται πλάι σε αμέτρητα πολύχρωμα μήλα που κυλούν στη γη. Κινούμενοι από την ακτή του Σαντικόουβ, όπου «ο γρανιτένιος θόλος του πύργου του Τζόις ξεπετάγεται σαν μανιτάρι κάτω από τον κρύο, απογευματινό ήλιο», έως τον «νερόλακκο του Μισσισιπή», οι ήρωες της Keegan ονειρεύονται, ερωτεύονται, δειλιάζουν, τολμούν, συμβιβάζονται, αντιδρούν, υποτάσσονται, ρισκάρουν.
Ποιοι είναι οι ήρωες αυτοί; Η εύθραυστη Κορντέλια, η προσγειωμένη, απεγνωσμένη Κόρα, ο Ερωτιάρης Τζιμ, «η ευτυχισμένη στο γάμο της γυναίκα», οι αδελφές Μπέτυ και Λουίζα, «ο Σμέδερς, ο ταχυδρόμος, αυτός ο γαμημένος λιγδιάρης με τα καφέ του δέματα», η μαμά Μπιροκοιλιά, που κόβει τις τελευταίες σελίδες του περιοδικού Woman’s Weekly, «μη και διαβάσει ο μπαμπάς για τα γυναικεία προβλήματα», η ανύπαντρη έγκυος που διαβάζει Δάφνη ντε Μωριέ… Κι άλλοι πολλοί ακόμη.
Με σεμνή χάρη, η Keegan μάς τείνει το χέρι και μας οδηγεί στους μικρούς κόσμους των ηρώων της: διαβαίνουμε χαλικόστρωτα δρομάκια ή μονοπάτια με σημάδια από ρόδες, περνάμε από δάση με φασιανούς, στεκόμαστε στο χείλος μιας προβλήτας, δρασκελούμε λακκούβες με πάγο, μπαίνουμε σε αυλές με δικράνια και βαρέλια. Σ’ ένα παλιό βαρέλι ένα μικρό κορίτσι καίει τα σχολικά βιβλία του, σ’ ένα άλλο, μια νεαρή γυναίκα συλλέγει υπομονετικά νερό της βροχής…
Απόγνωση
Κάποιοι ήρωες της Keegan βρίσκονται σε απόγνωση, λόγω μοναξιάς ή οικονομικής ανέχειας. «Έβαλες αυτήν την αγγελία επειδή ήσουν απεγνωσμένος, ε;» ρωτά η Ρόζλιν τον άντρα με το καουμπόικο καπέλο. Οι δυο τους συντρώγουν σ’ ένα εστιατόριο, το οποίο στηρίζεται σε στύλους πάνω στο νερό. Ενώ, την ίδια στιγμή, σε κάποια άλλη γωνιά της γης, εκεί όπου ζει «Η ταμίας που τραγουδάει», ένα κορίτσι σκέφτεται: «Η αδερφή μου που δε σηκώνει βλακείες από κανέναν, αυτόν τον ανέχεται. Έχει ανάγκη τα λιγδιασμένα του δέματα… […] Καρφώνει το βλέμμα της μέσα στο ψυγείο, σκέφτεται τι θα φάμε για πρωινό. Έχει δυο αυγά, ένα κεσεδάκι μαργαρίνη, ένα μαραμένο μαρούλι, το δυνατό φως επιτείνει το κενό».
Για άλλους, το κενό είναι υπαρξιακό, όπως ίσως, για τον Ερωτιάρη Τζιμ, που συναντάμε στο υπέροχο διήγημα «Το λογύδριο αλά Τζίντζερ Ρότζερς». Να 'τος, λοιπόν, ο πανέμορφος Τζιμ, ο ξυλοκόπος, ψηλός με τις μπότες του, χορεύει (τελείως άρρυθμα, είναι η αλήθεια…)· όλες οι κοπέλες τον ποθούν… Και να 'τον τώρα: αναποδογυρίζει με τις χερούκλες του το καπό ενός παλιού αυτοκινήτου, το κάνει έλκηθρο και τσουλά πάνω στο χιόνι. Ανάμεσα στα πόδια του σφίγγει μια νέα γυναίκα. Μέρες, μήνες μετά, ο Τζιμ ο ξυλοκόπος θα βρεθεί μόνος του στον στάβλο, στον αχυρώνα… Και κάποιοι θα χρησιμοποιήσουν το αναποδογυρισμένο καπό με τελείως διαφορετικό τρόπο…
Χιόνι και ιλύ
Ναι, χιονίζει αρκετά στους κόσμους της Claire Keegan. Κάνει κρύο συχνά. Καιρός Ανταρκτικής. «Η ευτυχισμένη στο γάμο της γυναίκα» στο πρώτο διήγημα, το οποίο δίνει τον τίτλο στη συλλογή, διαβαίνει μονάχη της δρόμους, γυρεύοντας ένα παράθυρο ανοιχτό, κάτι που να της χαρίσει μια διαφορετική θέα, που θα της επιτρέψει να δει τον κόσμο αλλιώς. Από το ανοιχτό παράθυρο που θα βρει θα δει το χιόνι να πέφτει πυκνό… Αυτό το πρώτο διήγημα, η «Ανταρκτική», μας δίνει μια πολύ γερή γροθιά στο στομάχι.
Άλλοι πάλι χαρακτήρες της Keegan δεν γυρεύουν νιφάδες ή βρόχινο νερό· έχουν εθιστεί στη λάσπη. Όπως η νταντά στο διήγημα «Όπου τα νερά είναι πιο βαθιά», η οποία μαζεύει τα «αποφάγια», στέκει στην άκρη της προβλήτας και ψαρεύει. Η νταντά, η οποία θα πει στο αγόρι που φροντίζει: «…Η λίμνη σας είναι πολύ σκοτεινή και γεμάτη λάσπη· στον βυθό της δεν έχει άμμο, μόνο λάσπη».
Κι έπειτα είναι και η Κορντέλια, η ονειροβόρα, η ερημίτισσα, στο «Αγάπη μες στα αγριόχορτα», η Κορντέλια που πίνει βότκα με τα πόδια βουτηγμένα μέσα σε ζεστό, πολύ ζεστό νερό· προετοιμάζεται να συναντήσει τον γιατρό, τον παράνομο εραστή της
Κι έπειτα είναι και η Κορντέλια, η ονειροβόρα, η ερημίτισσα, στο «Αγάπη μες στα αγριόχορτα», η Κορντέλια που πίνει βότκα με τα πόδια βουτηγμένα μέσα σε ζεστό, πολύ ζεστό νερό· προετοιμάζεται να συναντήσει τον γιατρό, τον παράνομο εραστή της· εκείνος κρύβει τα γράμματά της στα δοκάρια της στέγης της σοφίτας. Και η Κορντέλια περιμένει, περιμένει να φθάσει εκείνη η ημερομηνία, εκείνο το ραντεβού, παραμονή πρωτοχρονιάς του millennium. Και σαν φθάνει εκείνη η ώρα, η στιγμή του ραντεβού, η Κορντέλια τρέχει προς το λόφο, το σημείο της συνάντησης. Φευ! Μαζί της φθάνει και η γυναίκα του γιατρού. Και μετά και ο γιατρός. Μπορούμε να τους φανταστούμε: Να κοιτάζονται οι τρεις τους στα μάτια. Ή ίσως, να κοιτάζουν και οι τρεις τα παπούτσια τους: «Οι τρεις τους κάθονται απλώς και περιμένουν: η Κορντέλια, ο γιατρός και η γυναίκα του, και οι τρείς θνητοί περιμένουν, περιμένουν κάποιον να φύγει».
Πάλη ή φυγή;
Ναι, είναι δύσκολο να φύγει κανείς… Δύσκολο να κάψει κανείς το παρελθόν: σκονισμένες σελίδες, μνήμες, φαγωμένες φωτογραφίες· δύσκολο και να εγκαταλείψει τον λατρεμένο δεσμώτη του ευήλιου «ιδρύματος», στο οποίο εκούσια έχει φυλακιστεί (είτε το ίδρυμα αυτό βρίσκεται στην Στοκχόλμη, είτε αλλού). Κάποιοι όμως από τους χαρακτήρες της Keegan το τολμούν, όπως εκείνη η γιαγιά στο «Οι φλεγόμενοι φοίνικες», η οποία κρατώντας το δοχείο της κηροζίνης στο χέρι λέει στον εγγονό: «Ε, αν δεν το κάνουν τώρα, δεν θα το κάνουν ποτέ». Ή εκείνη η μάνα στο «Άντρες και γυναίκες», που παρακολουθεί σαν χαμένη μαθήματα οδήγησης σε μια τηλεοπτική εκπομπή και την κρίσιμη στιγμή βάζει τα παιδιά στο αυτοκίνητο, κάθεται στη θέση του οδηγού και πατά το γκάζι. Φεύγει.
Ψαλίδι για τον λώρο
Υπάρχουν, βέβαια, και οι χαρακτήρες εκείνοι που δεν φεύγουν. Μένουν. Και μάχονται. Δεν αλλάζουν τόπο. Ούτε τρέφουν την ψευδαίσθηση πως θα αλλάξουν τους άλλους. Αλλάζουν τον εαυτό τους. Ενηλικιώνονται.
Όπως η κόρη στις «Καταιγίδες», που ακούει τα ουρλιαχτά της τρελής της μάνας μες στη νύχτα και αποφασίζει να ενηλικιωθεί
Όπως η κόρη στις «Καταιγίδες», που ακούει τα ουρλιαχτά της τρελής της μάνας μες στη νύχτα και αποφασίζει να ενηλικιωθεί: «Απ’ ό,τι φαίνεται δεν ανέχομαι αηδίες από κανέναν. Τώρα πια αφήνουν τις γαλότσες τους έξω από την πόρτα. Και δεν ακούω κανέναν να παραπονιέται ότι η πατάτα είναι ωμή στο κέντρο. Θα την έτρωγε στο κεφάλι με την κουτάλα. Κι αυτό το ξέρουν όλοι τους πολύ καλά».
Ή η Μπέτυ, η μια από τις δυο γυναίκες στο συγκλονιστικό διήγημα «Οι αδερφές»: «Θεία Μπέτυ;»/ «Ναι;»/ «Ποιος θα πάρει το σπίτι όταν πεθάνεις;» Η Μπέτυ, που σε «Όλη της τη ζωή δούλευε, είχε κάνει το σωστό. Ή μήπως δεν ήταν το σωστό;»
Η Μπέτυ, η οποία «τώρα μπορεί να σκεφτεί πιο καθαρά. Το αξίζει. Ο πατέρας της πέθανε. Μπορεί να δει τα πράγματα ως έχουν, όχι μέσα από τα δικά του μάτια ούτε μέσα από τα μάτια της Λουίζας».
Η Μπέτυ που παίρνει ψαλίδι και κόβει τον λώρο.
«Εσύ τι θα έκανες;»
Συχνά οι χαρακτήρες της Keegan έμμεσα μας ρωτούν: «Εσύ τι θα έκανες;». Άμεσα το πράττουν δυο άντρες στα διηγήματα «Φύλαγε τα ρούχα σου» και «Μυρωδιά χειμώνα», δυο άντρες που παίρνουν (;) τον νόμο στα χέρια τους. Ο ένας λέει: «…θα πήγαινα στο μαγαζί και θα τον έβρισκα να κάθεται εκεί, να πίνει λεμονάδα στη βεράντα, ελεύθερος, και πάλι ένας ελεύθερος άνθρωπος, Κανείς δεν εκτίει την ποινή του πια. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Πού είναι η δικαιοσύνη σε αυτή τη χώρα; Μπορεί να μου απαντήσει κάποιος σοβαρά;»
Και μετά ρωτά τον συνομιλητή του ή τον αναγνώστη: «Εσύ τι θα έκανες;»
Από ποιόν προσδοκούν, άραγε, απαντήσεις; Μήπως από τους Βιβλικούς Πατέρες τους, πατέρες που στοργικά τρώνε τα παιδιά τους; Εκείνους που δένουν χεροπόδαρα κόρες και γιούς επάνω στην πυρά προσδοκώντας σε αντάλλαγμα κριάρια ή βατόμουρα φλαμπέ;
Ηλί, ηλί λαμά σαβαχθανί…
«Ανέβα αν τολμάς»
Έτσι, λοιπόν, αρκετοί από τους ήρωες της Claire Keegan προσπαθούν να φύγουν μακριά από το «σπίτι». Μακριά από πατέρες, μανάδες, αδελφούς και αδελφές. Και διδαχές. Όπως η Ρόζλιν, την οποία αναφέραμε στην αρχή ετούτου του κειμένου, η Ρόζλιν που βάζει στο αυτοκίνητό της έναν άγνωστό της, που κρατά στα γόνατά του ένα καουμπόικο καπέλο και οδηγεί.
«Δεν έχουν ιδέα πού πηγαίνουν ή πότε θα σταματήσουν. Η Ρόζλιν μπαινοβγαίνει στις λωρίδες, λες και αν απομακρυνθεί από το σπίτι θα απομακρύνει και αυτό το συναίσθημα. Όμως όσο περισσότερο οδηγεί τόσο εντείνεται αυτό το συναίσθημα. Η Ρόζλιν δεν είναι ηλίθια. Ξέρει ότι ο μόνος λόγος που οδηγεί είναι γιατί υπάρχει κάτι απ’ το οποίο θέλει να ξεφύγει».
Και κάπου εκεί, σε μια γωνιά του δρόμου αυτών των διηγημάτων ανταμώνουμε και εκείνο το αλλόκοτο λούνα παρκ, εκείνη την πελώρια ρόδα, την γιγάντια τσουλήθρα, «Ανέβα αν τολμάς», γράφει η πινακίδα.
Και μαζί με τη Ρόζλιν, προσπαθούμε να απομακρυνθούμε και εμείς οι αναγνώστες, φυγάδες και αλήτες, ταξιδευτές στην άκρη της νύχτας. Και κάπου εκεί, σε μια γωνιά του δρόμου αυτών των διηγημάτων ανταμώνουμε και εκείνο το αλλόκοτο λούνα παρκ, εκείνη την πελώρια ρόδα, την γιγάντια τσουλήθρα, «Ανέβα αν τολμάς», γράφει η πινακίδα. Και εμείς έχουμε αντιρρήσεις, αντιστάσεις, φόβους… Ο φόβος ενός δυνητικού ιλίγγου μας κρατά στη γη. Φοβόμαστε τον ίλιγγο που ίσως νιώσουμε. Μα κάποτε, κάποιοι από εμάς ανεβαίνουν την σκάλα της τσουλήθρας. Και τότε «ένα μηχανικό χέρι» τούς σπρώχνει… «Όταν συμβαίνει, συμβαίνει πολύ γρήγορα. Το χέρι δεν ρωτάει αν είναι έτοιμοι· απλώς τους σπρώχνει».
Σε ποιόν ανήκει άραγε αυτό το «χέρι»; Ποιος κινεί αυτή τη μηχανή; Κάποιος Θεός; Ή μήπως μια θεά: η Τύχη;
Ο λόγος της Κlaire Keegan: Μέλι και οξύ. Γεύση σέρι, δηλητηριώδη κισσού και φραγκοστάφυλου. Η μετάφραση της Μαρτίνας Ασκητοπούλου, μετάφραση με ρυθμό και τέμπο, μας επιτρέπει να χαρούμε αυτόν τον λόγο και την ευχαριστούμε για αυτό. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
*Η TZEMH TΑΣΑΚΟΥ είναι συγγραφέας.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Οι γυναίκες από το σόι μου με περικυκλώνουν στην κρεβατοκάμαρα, έχουν φέρει τσάι, πορσελάνινες κούπες και τσαγιέρες που ξέθαψαν από τον μπουφέ, τα πιατικά κουδουνίζουν πάνω στον δίσκο. Είναι γυναίκες της επαρχίας, μεγαλόσωμες, που βαυκαλίζονται ότι μου έμαθαν τι είναι σωστό και τι λάθος, καλούς τρόπους και την αξία την σκληρής δουλειάς. Ξερακιανές, κυκλοθυμικές γυναίκες που τα ‘χουν παρατήσει και νομίζουν ότι αυτό θα πει ευτυχία. Είμαστε οι κόρες των γυναικών που καθησυχάζουν τους άντρες, άντρες που δεν λένε ποτέ όχι. Τώρα πίνουν τσάι από τα καλύτερα τους σερβίτσια τους, με ρωτάνε για το μέλλον, με ρωτάνε «Τι είπαμε ότι κάνεις τώρα;» και «Τι θα κάνεις τώρα;» που δεν είναι ακριβώς το ίδιο.
«Θα γράψω» τους απαντάω. Ένα πρόστυχο μυθιστόρημα, μου ‘ρχεται να προσθέσω, κάτι χυδαίο και άσεμνο, το Φάνυ Χιλ μπροστά του θα μοιάζει με το προσευχητάρι σας».

Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Τα βιβλία της Κλερ Κίγκαν (Claire Keegan) είναι διεθνή μπεστ σέλερ, έχουν κερδίσει κοινό και κριτικούς, και έχουν μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες. Η Ανταρκτική, η πρώτη της συλλογή διηγημάτων τιμήθηκε με το Rooney Prize for Irish Literature και η δεύτερη συλλογή της Walk the Blue Fields με το Edge Hill Prize ως η καλύτερη συλλογή διηγημάτων στη Βρετανία. Η νουβέλα Τα τρία φώτα κέρδισε το Davy Byrnes Award, το σημαντικότερο βραβείο που αφορά διηγήματα. Η νουβέλα της Μικρά πράγματα σαν κι αυτά, το καλύτερο βιβλίο του 21ου αιώνα σύμφωνα με τους New York Times, βρέθηκε στη βραχεία λίστα των βραβείων Booker και Rathbones Folio Prize, και κέρδισε τα Orwell Prize for Political Fiction και The Kerry Prize for Irish Novel of the Year. Η νουβέλα Πολύ αργά πια κυκλοφόρησε πρώτη φορά στο New Yorker και βρέθηκε στη βραχεία λίστα των British Book Awards. Βραβεύτηκε στην Ιρλανδία ως Γυναίκα της χρονιάς στη λογοτεχνία (2022) και Συγγραφέας της χρονιάς (2023), και τιμήθηκε με το Seamus Heaney Award for Arts and Letters (2024), και πρόσφατα με το βραβείο Siegfried Lenz.
Εκδήλωση για τη συγγραφέα

























