
Για την ποιητική συλλογή της Αθηνάς Ασλιχανίδη «Συνταγογράφηση» (εκδ. Θράκα). Εικόνα: «Drug Store», λάδι σε καμβά, 1927, Museum of fine arts (MFA), Boston.
Γράφει η Ευτυχία Παναγιώτου
Όταν πρωτοδιάβασα όλα τα ποιήματα της Αθηνάς Ασλιχανίδη, αναρωτήθηκα γιατί έφεραν όλα τίτλους φαρμακευτικών ουσιών, που χρειάστηκε να ψάξω μία μία. Ο τίτλος του βιβλίου, μαζί με το εξώφυλλο, που απεικονίζει χάπια, επέτεινε την αίσθηση μιας συγκεκριμένης ποιητικής πρόθεσης. Στο βιβλίο Συνταγογράφηση, πριν ακόμα ανοίξουμε τις σελίδες, εγκαθιδρύεται ένα καθεστώς ιατρικοποιημένης ανάγνωσης μέσα στο οποίο καλούμαστε να κινηθούμε. Το φάρμακο προηγείται του ποιήματος, όπως ακριβώς στη σύγχρονη εμπειρία η διάγνωση και η αγωγή προηγούνται συχνά της κατανόησης του βιώματος.
Η συλλογή μοιάζει με ιδιότυπη «ποιητική συνταγογράφηση» αν και δεν είναι σαφές, κατά τη γνώμη μου, ποιος ακριβώς νοσεί. Τα ποιήματα τα ίδια κατοικούν, αναπαράγουν και ταυτόχρονα υπονομεύουν αυτή τη συνθήκη της εποχής που αφορά την αναζήτηση άμεσης θεραπείας σε χρόνια περιστατικά, όπως η κατάθλιψη, η ψύχωση ή τα ψυχοσωματικά νοσήματα. Σε αντίθεση όμως με τον ιατρικό λόγο που υπόσχεται θεραπεία ή έστω παροδική ανακούφιση, η συνταγή εδώ δεν οδηγεί ακριβώς σε ίαση, και κατ’ επέκταση απελευθέρωση από τον πόνο, αλλά σε μια διαρκή διαχείριση που φέρει τα σημάδια της στη γλώσσα. Η γλώσσα είναι λειασμένη, μετρημένη, εντός ορίων, αλλά το ύφος, συχνά ειρωνικό, προδίδει την αντίσταση και σε κάθε περίπτωση την επίγνωση ότι οι φαρμακευτικές ουσίες αποτελούν μια τεχνητή και επιδερμική επίλυση προβλημάτων. Το πρώτο ποίημα του βιβλίου φαίνεται να θέτει το ερώτημα αν θα προτιμούσαμε έναν εαυτό που να μοιάζει υγιής από έναν που θα φέρει ορατές τις ουλές του, που του ανήκουν.
Εκείνο που καθιστά τη συλλογή ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα δεν είναι όμως το ίδιο το θέμα αλλά το γεγονός ότι η φαρμακευτική ονοματοδοσία, η θεματολογία και ο προσανατολισμός αξιοποιούνται ως ποιητικός μηχανισμός. Τα φάρμακα αποκτούν φωνή, ή καλύτερα, η φωνή του ποιητικού υποκειμένου διαποτίζεται από τη λογική τους. Για παράδειγμα, στη «Χοληκαλσιφερόλη» (σελ. 11, δηλαδή τη βιταμίνη D3) η αποβιταμίνωση συναρθρώνεται με την έλλειψη θαλπωρής και ζεστασιάς. Και εδώ μπορούμε να σκεφτούμε διάφορες εικόνες που συνδέουν τα δύο. Σε ορισμένα άλλα ποιήματα, η γλώσσα μοιάζει να εσωτερικεύει έναν τόνο επιτήρησης, μια διαρκή υπενθύμιση ορίων: πόσο μπορείς να αντέξεις, πώς πρέπει να αισθανθείς, πότε πρέπει να σταματήσεις. Ας φέρουμε ως παράδειγμα το ποίημα «Διαζεπάμη» (αγχολυτικό/ηρεμιστικό):
Αν ο φόβος
είχε φωνή
θα μου ψιθύριζε
να είμαι καχύποπτη
με τα στρωμένα κρεβάτια
να μην κλαίω
όταν διαβάζω για πλειστηριασμούς στο διαδίκτυο
να κρατώ στα χέρια κομμένο εισιτήριο
όταν περπατώ τη νύχτα
γύρω απ' την πλατεία
–τίποτε δεν θυμίζει πλέον την περασμένη θητεία μας–
να καταπίνω δυνατά συνθήματα
να μην επαναπαύομαι
με πνιγμούς στη Μεσόγειο
να μάθω ρίμες για τις μνήμες
(οι μέρες που θα ’ρθουν
θα ξεδιαλύνουν
τους νοικοκύρηδες
από τους φοβισμένους).
Η πόλη εμφανίζεται ως πεδίο πίεσης, ανασφάλειας, οικονομικής και κοινωνικής βίας. Τα ποιήματα αντιδρούν σε έναν κόσμο που παράγει συστηματικά δυσφορία. Δυσφορία που ξεκινά από παιδικά τραύματα, διασχίζει την έλλειψη φροντίδας, υποφέρει από την απουσία πολιτικής μέριμνας για τους αδύναμους, όπως οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, εγκαταβιώνει στη μοναξιά και στην κοινωνική εγκατάλειψη. Το πρώτο ποίημα, που προαναφέρθηκε, μας συστήνει ένα ποιητικό υποκείμενο το οποίο θέλει να αγοράσει άλλο δέρμα, σαν να μην μπορεί να ζήσει μέσα σε εκείνο που έχει, ενώ αλλού «μπλε δάκρυα» (σελ. 11) τρέχουν από ανέφελο ουρανό σαν μεταφυσικό φαινόμενο, συνοψίζοντας μέσα τους κάτι από τη δυστυχία όσων μπορούν να δουν πέρα από τα φυσικά και οφθαλμοφανή φαινόμενα.
Η βαρβαρότητα της σύγχρονης κοινωνίας
Μοιάζει λες και το βιβλίο, με τα 18 όλα κι όλα ποιήματα, να παρουσιάζουν την απόπειρα επιβίωσης ενός ατόμου, τη μάχη του με έναν κατά βάση κοινωνικό θάνατο. Εναλλακτικά (εκτός αν το ίδιο πρόσωπο καταναλώνει και τις 18 ουσίες), κάθε ποίημα θα μπορούσε να παρουσιάζει ξεχωριστά περιστατικά που όλα μαζί συγκροτούν τη «συνταγογράφηση» εκείνης της ημέρας σε ένα ιατρείο και κατ’ επέκταση ένα αντιπροσωπευτικό κοινωνικό δείγμα.
Η Ασλιχανίδη κινείται μέσα στην αμφισημία μιας μελαγχολικής συνθήκης που δεν έχει οδηγηθεί στο πένθος της, σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι σέρνονται σχεδόν σαν νεκροζώντανοι, δηλαδή απλώς επιβιώνουν, συνεχίζουν την αγωγή για να πάνε ένα βήμα παραπέρα. Τα φάρμακα, επομένως, βοηθούν στη λειτουργικότητα, στην προσαρμογή σε ένα περιβάλλον που δύσκολα μεταβάλλεται. Επιτρέπουν στο υποκείμενο να ζει, αλλά παράλληλα καθορίζουν τους όρους αυτής της ζωής, καταστέλλοντας επιθυμίες.
Θα τολμούσα να πω ότι δεν βλέπω νόσο στα ποιήματα, όσο το αποτέλεσμα της έκθεσης ευαίσθητων ανθρώπων στη βαρβαρότητα της σύγχρονης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης.
Παρότι συνταγογραφημένα, ή, θα έλεγα, καμιά φορά εξαιτίας αυτού του γεγονότος, τα ποιήματα καταφέρνουν δύο σημαντικά πράγματα. Πρώτον, να μη δημιουργήσουν μια αξεδιάλυτη αιτιακή σχέση μεταξύ ιατρικής και ατομικής περίπτωσης, αλλά να διευρύνουν το πρόβλημα πέραν της νόσου, την οποία υφίσταται, για κάποιους λόγους, ένας άνθρωπος. Θα τολμούσα να πω ότι δεν βλέπω νόσο στα ποιήματα, όσο το αποτέλεσμα της έκθεσης ευαίσθητων ανθρώπων στη βαρβαρότητα της σύγχρονης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης. Το υποκείμενο των ποιημάτων μαθαίνει στην ουσία να διατηρεί σε ανεκτά επίπεδα τη μελαγχολία του, να αναζητά μορφή στην κοινωνική και πολιτική λύπη που επικρέμαται σαν απειλή, και γι’ αυτό σε σημεία τα ποιήματα θυμίζουν την ατμόσφαιρα των ποιημάτων της Κατερίνας Γώγου (για παράδειγμα το ποίημα «Πολυβιδόνη», σελ. 20).
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι τίτλοι-φάρμακα που αναφέρθηκαν τόσο πολύ, με την ψυχρή, επιστημονική τους υφή, έρχονται συχνά σε αντίθεση με την ευθραυστότητα των εμπειριών. Αυτή η αντίθεση παραμένει ενεργή, χωρίς εξομαλύνσεις, δημιουργώντας ένα πεδίο όπου η ποίηση και ο ιατρικός λόγος συνυπάρχουν αλλά χωρίς ευτυχώς να συμφιλιώνονται. Η έλλειψη συμφιλίωσης, μαζί με τις εκλάμψεις της επιθυμίας και της ερωτικής ένωσης (βλ. ποίημα «Κλοπιδογρέλη», σελ. 16), είναι ίσως το παράθυρο ευαισθησίας και ανθρωπινότητας σε αυτό το βιβλίο. Η ευαλωτότητα, πέρα από εκείνο που είναι, μεταφράζεται συγχρόνως σε απροθυμία συμμόρφωσης σε κανόνες μη συνύπαρξης.
Η «μελαγχολική φαντασία»
Το τελευταίο ποίημα («Ρισπεριδόνη», αντιψυχωτικό, σελ. 26) μοιάζει να αποτελεί τόσο το αποκορύφωμα όσο και τη σωσίβια λέμβο της αφηγήτριας. Η «μελαγχολική φαντασία» της επιτρέπει μια ανέφικτη συνάντηση με τον ίδιο το θάνατο, που καθρεφτίζοντας τον εαυτό του σε εκείνη αρνείται να ενωθεί μαζί της. Κρίνοντας από το τελευταίο ποίημα του βιβλίου, η Ασλιχανίδη ίσως και να θέτει στο προσκήνιο όχι τη νόσο όσο το ανέφικτο πένθος, μια συνθήκη που περιγράφει πολύ χαρακτηριστικά η Κατερίνα Μάτσα (Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη, Άγρα, 2012) όταν συζητά για τον εθισμό στους νέους/ες, που συμβαίνει όταν μέσα στον ψυχικό κόσμο «βρίσκεται, συχνά, κλεισμένος ένας αγαπημένος νεκρός που δεν μπόρεσαν να τον πενθήσουν, εγκιβωτισμένος σε μια “κρύπτη” στο εσωτερικό του Εγώ. Το πένθος αυτού του νεκρού ήταν ανέφικτο μέσα στις συνθήκες που συντελέστηκε η μεγάλη απώλεια».
Παρότι το βιβλίο δεν συζητά για τα ναρκωτικά, υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση κάποιας μόνιμης εκκρεμότητας. Που δεν μπορεί να μη συνδέεται και με τη σύγχρονη ζωή: «H κρίση της ύστερης νεωτερικότητας που βιώνεται τραυματικά από τον σύγχρονο άνθρωπο εντείνει σε ακραίο βαθμό τη δυσφορία του. Μέσα σε αυτούς τους όρους δημιουργούνται τα ελλείμματα της ταυτότητας και της συμβολοποίησης και διαμορφώνεται η λεγόμενη “κουλτούρα της μελαγχολίας”, η οποία έχει ως υπόβαθρο ένα ανεπεξέργαστο πένθος για τις μεγάλες καταστροφές του αιώνα».
Η αντοχή στη χρόνια μελαγχολική συνθήκη και οι εκφάνσεις της καθιστούν το βιβλίο αυτό ένα είδος σύγχρονης «ανατομίας της μελαγχολίας»
Όπως σημειώνει κι ο Richard Kearney στο Ξένοι, θεοί και τέρατα (μτφρ. Νίκος Κουφάκης, Ίνδικτος, Αθήνα 2006), η μελαγχολική φαντασία (melancholic imagination) χαρίζει μορφή σε εμπειρίες απώλειας και ρήξης, μετασχηματίζοντας το ανοίκειο και το τερατώδες σε κάτι ανθρώπινα βιώσιμο. Μια τέτοια λειτουργία δεν ήταν ποτέ τόσο απαραίτητη όσο σήμερα, όπου οι κρίσεις ταυτότητας σε ατομικό, ιδεολογικό και πολιτισμικό επίπεδο εντείνουν το αίσθημα μιας υπαρξιακής αβύσσου (σελ. 369). Το κλείσιμο του βιβλίου, το οποίο δεν θα αποκαλύψω για ευνόητους λόγους εδώ, μας επιτρέπει να συνδέσουμε τη μελαγχολική φαντασία με το έμφυλο βίωμα.
Η αντοχή στη χρόνια μελαγχολική συνθήκη και οι εκφάνσεις της καθιστούν το βιβλίο αυτό ένα είδος σύγχρονης «ανατομίας της μελαγχολίας» (εδώ παραπέμπω στο ομότιτλο έργο του Robert Burton). Η δύναμη της συλλογής βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διπλή της κίνηση: από τη μία πλευρά καταγράφει με οξύτητα την πραγματικότητα και από την άλλη την εκθέτει, αφήνοντας την ανάγνωση να αναμετρηθεί με τις αντιφάσεις της.
Και ομολογώ, κλείνοντας, ότι η αμφισημία στο βιβλίο της Αθηνάς Ασλιχανίδη φτάνει στο σημείο να σκεφτούμε ότι τόση ώρα συζητάμε για φάρμακα (από άυλες συνταγογραφήσεις και μη) αλλά δεν γνωρίζουμε αν οι συνταγές αυτές εκτελέστηκαν ποτέ.
*Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ είναι ποιήτρια, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων.
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Αθηνά Ασλιχανίδη γεννήθηκε στη Σπάρτη το 1985. Σπούδασε Κοινωνική Εργασία στο ΤΕΙ Αθήνας και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Δημιουργική Γραφή στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Είναι υποψήφια διδακτόρισσα στο τμήμα Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Η Συνταγογράφηση είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.























