
Για την ποιητική συλλογή της Ακριβής Κακλαμάνη «Ακόμα κρύβομαι» (εκδ. Σμίλη). Εικόνα: Πίνακας του Φρίντριχ Έντουαρντ Μεγιερχάιμ.
Γράφει ο Γιώργος Βέης
Η ποιητική συλλογή Ακόμα κρύβομαι είναι η δεύτερη της Ακριβής Κακλαμάνη (Αθήνα, 1966-). Προηγήθηκε, το 2018, από τις εκδόσεις Πατάκη, το Μιλημένο νερό, το οποίο, σημειωτέον, συγκέντρωσε θετικά κριτικά σχόλια και εμπεριστατωμένες αναφορές για την ποιότητα, μεταξύ άλλων, των υφολογικών του προτάσεων. Παρατηρώ ότι επανέρχεται σήμερα είτε στην αλλοίωση του δεδομένου υλικού των μύθων και στην περαιτέρω εμφανώς δημιουργική αξιοποίησή τους είτε στην άμεση, πρόσφορη ομολογουμένως, εμπλοκή τους στην παροντική σκηνή συγκεκριμένων, ερωτικών κατά κανόνα, παθών. Το αμιγώς βιωματικό απόσταγμα ανακαλεί το αρχέτυπο του πάθους.
Έστω το ακόλουθο χαρακτηριστικό παράδειγμα της συναφούς προοπτικής: «Η Άλκηστη ονειρεύτηκε τον εαυτό της στον αιώνιο θρόνο,/ να ελέγχει την τήρηση της υπόσχεσης/ Καμία γυναίκα στο κρεβάτι του Αδμήτου!/ Για να κρατήσεις τον σύζυγο, αρκεί να σκοτώσεις τον άντρα/ και να πάρεις τη θέση του στον Κάτω Κόσμο/– εκεί που/ μυθικά συμβόλαια θανάτου οδηγούν στο συμπέρασμα/ πως πρέπει πια ν’ απαγορευτεί σε συζύγους/ η ανταλλαγή θέσεων στον Άδη, το κρεβάτι και τον θρόνο» (βλ. «Status quo», σελ. 73). Ο μυθικός κόσμος, η ολυμπιακή ή αλλιώς απολλώνεια θρησκεία, οι ποικίλες υπάρξεις και τα πασίγνωστα δρώμενα του απώτερου κοινού φαντασιακού μας παρελθόντος, παρίστανται λοιπόν ως σταθεροί δείκτες της αισθητικής πραγμάτωσης.
Η δε αναγωγή από το πρώτο εξομολογητικό πρόσωπο στο συλλογικό γίγνεσθαι διεξάγεται με ομαλό και πρόσφορο τρόπο. Το ύφος υποστηρίζει τεχνηέντως την όλη δραματική εξέλιξη. Το ρήμα συμπυκνώνει ψυχοσωματικές δράσεις. Το σύμπλεγμα των ενοχών συνιστά την κατ’ εξοχήν συνθήκη γραφής. Έτσι ισχυρίζομαι ότι διαβάζονται οι εξής σημαδιακοί στίχοι από τη μέση του έργου: «Θα τον βασανίσω με τους εφιάλτες μου,/ θα τον παραμελήσω για τα παιδιά μου,/ θα του στερήσω την ηδονή για τις ενοχές μου,/ θα τον δέσω εδώ – κατοικίδιο πάνθηρα,/ πέτρινο άντρα στην είσοδο, μπάτλερ ευνούχο,/ να σερβίρει τις απαιτήσεις μου στο τραπέζι./ Κι αν χρειαστεί να τον απολύσω,/ θα το κάνω με τη συνδρομή της Μέδουσας που απεχθάνομαι,/ εκείνης που με δίδαξε τοξική γυναικεία αλληλεγγύη» (βλ. «Δικός μου», σελ. 57).
Ανάλογα εντοπίζονται και στο ποίημα, το οποίο έδωσε τον τίτλο του στη συλλογή. Το παραθέτω αυτούσιο για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής:
«Δεν ήμουν άνθρωπος των παθών – πώς θα μπορούσα, άλλωστε,/ ο Μίνωας είχε καταλάβει όλο τον χώρο./ Τυπική στις υποχρεώσεις μου, μεγάλωνα τα παιδιά του·/ είχε ήδη μεγάλο βάρος η λέξη βασίλισσα./ Αυτός καθόταν στον θρόνο – εγώ κρατούσα το αόρατο σκήπτρο, πού χρόνος για επιθυμίες…/ Πιστή γραμματέας τού θύμιζα λεπτομέρειες – ξεχνούσε γρήγορα,/ έπαιρνε ό,τι ήθελε κι ύστερα θύμωνε./ Δεν του άρεσε να επιστρέφει δώρα – του ’λεγα/ κάθε μέρα για τον ταύρο./ Δεν σου ανήκει. Κάνε τη θυσία!/ Εκείνος δεν άκουγε. Είναι όμορφος, έλεγε, δεν τον βλέπεις;/ Δεν τον έβλεπα. Για μένα προείχε η υποχρέωση της επιστροφής./ Κατέβηκα ένα βράδυ στη θάλασσα – ούτε που με πήρε είδηση./ Δεν μ’ έψαχνε ποτέ όταν ήταν απασχολημένος,/ συμβούλια, διασκέψεις, όργια τον κρατούσαν μέχρι τα ξημερώματα./ Εκείνη τη νύχτα τον είδα πρώτη φορά με τα μάτια του./ Ποιος έβαλε μέσα μου το βλέμμα του; Δεν ήμουν διεστραμμένη εγώ. Πώς έγινα έτσι;/ Κοιτούσα το ζωντανό με λαγνεία. / Ποιοι θεοί, ποιοι δαίμονες μ’ έκαναν να το ποθήσω;/ Μπήκε στο μυαλό μου η σκέψη σαν νυστέρι σε σώμα αρρώστου./ Ντράπηκα. Κρύφτηκα./ Το ζώο με μύρισε. Κατάλαβε τον φόβο. Τον ενδοιασμό./ Όρμησε καταπάνω μου. Αντιστάθηκα./ Αν είναι να γίνει, ας μεταμφιεστώ, σκέφτηκα./ Δαμάλα, ναι. Αλλά όχι στέρφα./ Γόνιμη. Ας του κάνω έναν γιο./ Το ’χω παράπονο. Μου τον πήραν. Τον φυλάκισαν./ Τον ζωγράφισαν, τον θυμούνται./ Φανερό. Ολοφάνερο. Με λένε Πασιφάη» (βλ. σελ. 69 επ.).
Έτσι, αποκτώντας μια νέα, περισσότερο οικεία διάσταση, το φαντασιακό συνδιαλέγεται, συνυπάρχει αρμονικά και εντέλει ενοποιείται με ό,τι εν γένει καλείται, καταχρηστικά ή μη, πραγματικό.
Συγκρατώ ότι, εκτός των άλλων, το ζήτημα ορισμένων πτυχών του ηθικού καθεστώτος, όπως απαντά στην προϊστορία του ανθρώπου, προβάλλεται αυτούσιο στο πλαίσιο της αναγνωστικής εμπειρίας. Έτσι, αποκτώντας μια νέα, περισσότερο οικεία διάσταση, το φαντασιακό συνδιαλέγεται, συνυπάρχει αρμονικά και εντέλει ενοποιείται με ό,τι εν γένει καλείται, καταχρηστικά ή μη, πραγματικό. Το λανθάνον βάθος των ως άνω στίχων διεκδικεί στη συνέχεια την εντατική προσοχή του εκάστοτε δέκτη τους. Συμπεραίνω ότι η ποιητική γραφή αρτιώνεται κατ’ αυτό τον τρόπο και μάλιστα αβίαστα ως καθόλα λειτουργικό διάβημα πραγματογνωμοσύνης. Η λεκτική-γνωστική ώσμωση είναι εν προκειμένω δυνατή.
Παρατηρώ, επίσης, ότι ο αναγκαίος, ως εκ των πραγμάτων, προσεταιρισμός στο ημέτερο και αλλοδαπό πολιτιστικό κληροδότημα γίνεται με σύνεση. Στην πληρέστατη, εξασέλιδη βιβλιογραφία των παραθεμάτων παρατίθεται μάλιστα με υποδειγματική ακρίβεια η αλυσίδα των συγκεκριμένων λογοτεχνικών πηγών. Αυτή η ποιητική γραφή, η οποία έχει θητεύσει, σημειωτέον, και στη σχολή του δομικού ρεαλισμού, δρα λοιπόν συστηματικά στον αντίποδα της θρασύτατης υποκλοπής μέρους έργων, τα οποία αναμφισβήτητα ανήκουν σε τρίτους του απώτερου ή εγγύτερου γραμματολογικού μας παρελθόντος. Το διακείμενο ασφαλώς διαθέτει ταυτότητα. Είναι αυτή, η οποία, ως γνωστόν, αναδεικνύεται με γραμματοσυντακτική ευθύτητα. Κι όπως εκτείνεται και διαρθρώνεται στις σελίδες του Ακόμα κρύβομαι δεν καταδέχεται να φορέσει οποιοδήποτε απατηλό προσωπείο. Συνεπώς, η απόπειρα συνομιλίας με το έργο συγκεκριμένων δασκάλων του είδους τεκμαίρεται εδώ ότι είναι πράγματι έντιμη.
Κατά τα άλλα, τα λεκτικά συντάγματα διακρίνονται κυρίως για: α) την ανάδειξη σημαινουσών λεπτομερειών ενός προδήλως αναστοχαστικού βίου, β) τις εποικοδομητικές, αμφίσημες κατά κανόνα συνδηλώσεις μιας σταθερά ελεγχόμενης συγκίνησης, γ) την παραγωγική διαχείριση του μεταφορικού τονισμού του μηνύματος, δ) την εύστοχη πολιτική αντιστίξεων, ε) τη λυσιτελή ποιητική ονοματολογία, στ) τις κατάλληλες επισημάνσεις της οντολογικής παραμέτρου, ζ) τις απρόοπτες συνεπαγωγές, η) τους εύληπτους αφορισμούς, θ) την ουσιαστική πρόσληψη διδαγμάτων της νεωτερικότητας στον χώρο της λογοτεχνίας και ι) το καθόλα πειστικό, διαχρονικό και πολύσημο ανθρωπογενές περιβάλλον.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ είναι πρέσβης επί τιμή και ποιητής. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή κειμένων «Καταυλισμός» (εκδ. Ύψιλον).
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Ακριβή Κακλαμάνη γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Διακρίθηκε στον 1o και τον 2ο Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής «Μίμης Σουλιώτης» και τα βραβευμένα έργα της δημοσιεύτηκαν σε συλλογικούς τόμους από τις εκδόσεις Δίγαμμα και Libron Εκδοτική, αντίστοιχα.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Η πρώτη της ποιητική συλλογή, Μιλημένο νερό, εκδόθηκε το 2018 από τις εκδόσεις Πατάκη. Το Ακόμα κρύβομαι είναι η δεύτερη συλλογή της.
























