
Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Κοζία «Τι αιώνα κάνει έξω;» (εκδ. Περισπωμένη).
Γράφει ο Γιάννης Χρυσανθόπουλος
Στην ποιητική έκφραση κυριαρχεί σε πολλούς δημιουργούς το αυστηρά ιδιωτικό σύμπαν. Το εντελώς ιδιωτικό δεν αφορά κανέναν, εκτός αν ένας και μοναδικός έχει βιώσει κάτι παρεμφερές. Το ζήτημα είναι πώς το ιδιωτικό βίωμα θα μετουσιωθεί σε κοινωνικό, πολιτικό και υπαρξιακό ποιητικό κείμενο που να αφορά τη μείζονα κοινότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που εδώ και πολλές δεκαετίες δεν διαβάζεται η ποίηση και συνεχώς φθίνει η ανάγνωσή της. Κυκλοφορούν εκατοντάδες συλλογές ποιημάτων, κάθε χρόνο, και μένουν στα αζήτητα ή πολτοποιούνται.
Ο ποιητής Γιώργος Κοζίας βρίσκεται στην αντίπερα όχθη της ιδιωτικότητας. Με την ωριμότητα που διαθέτει στην ποιητική έκφραση, κατακτημένη με κόπο, στην τελευταία του ποιητική συλλογή Τι αιώνα κάνει έξω; έχει αφουγκραστεί σε βάθος την κοινωνική, την πολιτική και την πολιτιστική ατμόσφαιρα του καιρού μας και βγάζει στο φως τις ανοιχτές πληγές, τα πάθη και τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου.
Το χωνευτήρι που λέγεται παγκόσμιο σύστημα όλα τα αποχαυνώνει. Ο ποιητής εκφράζεται και διαβλέπει ότι οι ανοιχτές πληγές, τα πάθη και η υπαρξιακή αγωνία οδηγούνται στη σιωπή και από εκεί στη λησμονιά.
Η διακειμενικότητα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Γιώργου Κοζία. Φράσεις εμβληματικές των ποιητών μας ενσωματώνονται στους στίχους των ποιημάτων του συνειδητά ή ασυνείδητα. Ενδεικτικές περιπτώσεις: «ποιος έβλεπε πανάκι ή του πελάγου τον αφρό;» (Δ. Σολωμός, «Η Ξανθούλα», σελ. 18), «Όταν προβάλλει η αυγή κροκάτη» (K. Βάρναλης, «Οι μοιραίοι», σελ. 19), «ποιος σέρνεται με τη λύρα στον ώμο;» (Δ. Σολωμός, «Ελεύθεροι πολιορκημένοι», σελ. 21), «άφτιαστο κι αστόλιστο πώς θα σε πάρει ο Χάρος!» ( Κ. Παλαμάς, «Ο τάφος», σελ. 31), «Τα καράβια δεν τα πάμε, Μας πάνε!» (Ν. Καββαδίας, στο πεζό του «Βάρδια», σελ.32), «στον πόρφυρα τον τίγρη του πελάγου υποκλίνονται». (Δ. Σολωμός «Ο Πόρφυρας», σελ.32), «κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.» (Ν. Γκάτσος, τραγούδι «στράτα τη στράτα», σελ. 35).
Οι στίχοι των ποιημάτων του πέφτουν σαν κεραυνοί, όσον αφορά τις καθιερωμένες θεωρήσεις της ιστορίας και του πολιτισμού, οι οποίες έχουν εμποτίσει σκόπιμα την παγκόσμια κοινότητα. Στα ποιήματα του Γιώργου Κοζία ποιοι είναι οι εξουσιαστές; Είναι οι πολιτικάντηδες, οι μουνούχοι, τα καθάρματα, οι πάτρωνες, οι βασιλιάδες, οι γραμματείς, οι φαρισαίοι, οι εκατόνταρχοι, οι αργυραμοιβοί κ.α. Και ποιοι είναι ακόλουθοι; Οι δούλοι, οι αγγελιοφόροι, οι υποταγμένοι, οι θλιμμένοι πολίτες και η ανθρώπινη ψυχή, που δεν εξεγείρεται. Οι στίχοι των ποιημάτων είναι καίριοι, λιτοί, πολύσημοι και πολυπρισματικοί. Η χρήση εκφραστικών τρόπων υπακούει στο παράδοξο, στο παράλογο, το υπερρεαλιστικό και το ρεαλιστικό συνάμα, ώστε να εξυπηρετούν την εδραιωμένη ποιητική έκφραση του ποιητή.
Ας δούμε πώς βλέπει ο ποιητής, μέσα από τους στίχους του, την πόλη και τη ζωή των κατοίκων, εντός της κρεατομηχανής της. Αφού, ως επί το πλείστον, εκεί λιμνάζει σαπίζοντας πια η ζωή. Γιατί, όπως μας λέγει ο γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης: «Δεν το ’λπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!» (Δ. Σολωμός, «Πόρφυρας»). Ο Γιώργος Κοζίας μάς δίνει ένα ψηφιδωτό στίχων πάνω στο θέμα.
Ποιος έχει αναλογιστεί πόσοι άνθρωποι κοιμούνται στα χαρτοκούτια στα υπόστεγα των πόλεων της παγκόσμιας κοινότητας; Ο ποιητής μάς λέγει αδρά:
Κι ὁ κόσμος φτωχός, μοναχικός
γιὰ μιᾶς δραχμῆς τὰ γιασεμιά
χάνεται στὸ διάβολο-Βαρδάρη
τσακισμένος ἀπὸ τὶς συμφορές,
στεφανωμένος ὑποταγή. [σελ.12]
(...)
Πικρό ψωμί καὶ κίβδηλη ζωή [ σελ.13]
Η ζωή υπάρχει σαν ερημόκαμπος, όπως στον ασάλευτο κάμπο ή την άνυδρη έρημο ή τη στέρφα στέπα. Ο Κεχαΐδης την παριστάνει με γλαφυρό τρόπο στο θεατρικό έργο του Το πανηγύρι. Και στο ποίημα «Ερημόκαμπος» του Κοζία διαβάζουμε:
Τυφλός λαός, τυφλὸς σὰν νυχτερίδα
Χαύνωση οὐρλιάζει, μὲ χαύνωση κοιμᾶται
καὶ ξημερώνει σκουντουφλώντας
ἀνίδεος καὶ ἀκαμάτης
σὰν γελωτοποιὸς στὸν Ἅδη
Κακορίζικε ἄνθρωπε
Σὲ ἐποχὴ γερασμένη
Δοῦλος στρατῶνος
Μοίρα σου ή Δημοκρατία τῆς πλάνης καὶ τοῦ Μαμωνά [σελ.14]
Τελικά, ποιος θα μας σώσει από την ψεύτικα λουστραρισμένη ζωή, ρωτάει ο στίχος:
ποιός θὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ τὴ μοράβια; [σελ.18]
Είναι ο άνθρωπος και η ζωή ό,τι μας λένε οι πιο κάτω στίχοι:
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μιὰ προκατάληψη
κι ἡ ζωὴ μιὰ ἐμποροϋπάλληλος
ἀπ᾿ τὸ Μόναχο
σὰν τὴν Εὔα Μπράουν
μὲ τὸν ἀρχαῖο φόβο στὰ μάτια [σελ.25]
Εἶναι οἱ ὧρες τοῦ θανάτου
ποὺ κυλάει αἱμάσσουσα
ἡ ζωή καλπάζοντας, καλπάζοντας [σελ.28]
Μοιάζει ουτοπία η ζωή, επειδή τα δύο κοινωνικά συστήματα σάπισαν, πρώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού και μετά από χρόνια, σαπίζει και η δύση. Η λύση για αντίσταση της ζωής αναζητείται.
Αποπλάνηση τῶν ἀστῶν τὰ πλούτη
καὶ ἡ Bandiera rossa τοῦ ἐργάτη [σελ30]
Αν θέλουμε τη ζωή, η οποία πατρονάρεται σε όλες τις εκφάνσεις της, ζωντανή, δεν μένει τίποτα άλλο εκτός από ρήξεις και καθημερινές επαναστατικές πράξεις. Πριν γίνουν όλα σκόνη των άστρων, αξίζει να ζεις με δυναμισμό και να σπάσεις το στημένο παιχνίδι που μας σκεπάζει. Μια διέξοδος που ταιριάζει στην πραγμάτωση του Είναι μας.
Διψᾶς, ζωή – Γύρεψε, ἅρπαξε, σκόρπα
Γιατί,
Ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει· τὸ χρυσάφι
χάνεται ἡ δόξα γίνεται σκόνη [σελ.32]
Ὅλη ή ζωή συνοπτικὰ καὶ σὲ προσφορά
Σκόνη, τέφρα, σκιὰ χωρὶς μορφή,
χωρὶς θρίαμβο, χωρὶς πάθος [σελ.33]
Παράξενος κόσμος ψάχνει ἐνοικιαζόμενα στὴν Ἀνάφη
(...)
Ξέμπαρκος κόσμος ἐλπίζει, μάταια ἐλπίζει
στὸ ἴδιο μουράγιο ἀνάστροφα γυρίζει [σελ.34]
Έτσι εγκλωβισμένοι όλοι, ας ανοίξουμε με θυμό έναν διάδρομο,
Ἄσε τὴ ζωὴ νὰ κροταλίζει, νὰ κροταλίζει
στὴν ἀπύθμενη φύση, ἀπύθμενα
Γιατί να ξοδεύεται η ζωή όπως πιο κάτω:
Ὁ ἔξω κόσμος trafficking, ρομπότ καὶ LSD
Καὶ μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται
καλύτερα ἀπὸ τὶς μηχανές
καλύτερα ἀπὸ τοὺς πάνθηρες
καλύτερα ἀπὸ χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα [σελ.36]
Κι ἐμεῖς μαύρη ζωή, κέρματα καὶ θλίψη [σελ.42]
Τι μένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ένα κούφιο καλάμι
(...)
Τί μένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ζωὴ χωρὶς θέμα καὶ ἥρωα [σελ.43]
Στὸ μαγαζάκι τῆς ζωῆς
Ἄνθρωποι κούκλες πανηγυριῶν
Ἄνθρωποι ζῶα ἱπποδρομίου [σελ.45]
Ἀγῶνες γιὰ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρεβάτι
Ἔρωτες, πλήξη, σάρκες χαμένες
Τριαντάφυλλα μαῦρα τὸ βασίλειό μας
mehr nicht, mehr nicht [σελ.47]
Για τα προσεχή χρόνια, οι πολίτες -με ανθρώπινα δικαιώματα- του κόσμου θα προσφωνούνται όπως πιο κάτω:
Δοῦλε τῆς Amazon,
ἐργάτη τοῦ Ντιτρόιτ
Σκλάβε τῆς Μαύρης Θάλασσας
Ἄνεργε τοῦ Πάτερσον [56]
Η εκάστοτε άρχουσα τάξη και ιδιοκτήτρια, εθνών, χωρών, υποταγμένων και μη, φανερά και αθέατα, επιδιώκει πάση δυνάμει να τελειώνει εκτός των άλλων και με την ομορφιά, δηλαδή με τον πολιτισμό. Επιλέγοντας τον τελευταίο στίχο από το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Βάαλ ή ο μικρός θεός της ομορφιάς», ο ποιητής μάς τραγουδάει ρεαλιστικά ότι οι δήμιοι έχουν στόχο τον μικρό θεό της ομορφιάς με ό,τι αυτό σημαίνει.
Τώρα οἱ δήμιοι δοκιμάζουν τὴν τέχνη τους
πάνω στὸν μικρὸ Θεὸ τῆς Ὀμορφιᾶς. [σελ.11]
Οι δήμιοι δεν χρειάζονται γκιλοτίνα, έχουν τρόπους να σκοτώσουν ψυχές, σύγχρονους, τέλεια αποτελεσματικούς. Επιλέγω το ποίημα «Απεραντοσύνη...» για να δοθεί με εμφατικό τρόπο τι ζούμε πια εδώ, παραλυτική αδιαφορία και ιδιωτικότητα.
Ἐδῶ ἡ Τάξη ἀποκεφάλισε τὴν Ὀμορφιά
Ἐδῶ κυβερνάει τὸ Θνητό Ἐδῶ τὸ Μάταιο
χτυπάει τὰ κρόταλά του
Καὶ πάνω ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων
Κορυφὴ τῆς Ἐπανάστασης
Κορυφή Κάρλ Μάρξ
Κορυφὴ τῆς φρουρᾶς τοῦ Ὀκτώβρη
Κορυφή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Σέλας ὡραῖα, ὡραῖα σὰν ὄνειρο ἂς λάμψει
Απεραντοσύνη στοὺς γαλαξίες χαράζεις τὸ ὄνομά σου. [σελ. 42]
Στο ποίημα «Αναπνέοντας ελευθερία ριψοκίνδυνη» πολύ γλαφυρά μας επισημαίνει ότι είμαστε τα τελευταία εξεγερμένα κύτταρα τα οποία είναι ήδη νοερά στο δρόμο για τα νεκροταφεία.
Εἴμαστε οἱ τελευταῖες ἐξεγέρσεις τῶν κυττάρων
στὰ ἑνωμένα νεκροταφεῖα τοῦ ἀνθρώπου. [σελ.22]
Δίνει το τρίστιχο ποίημα «Στροφή για τα παιδιά» μια αισιοδοξία για το πότε μπορεί να υπάρξει διέξοδος.
Ὣς νὰ λαλήσει ὁ πετεινός στὸ νεκρικό κρεβάτι
Οἱ χειρότεροι θὰ βασιλεύουν θλιμμένοι
Καὶ οἱ καλύτεροι θὰ σπαράζονται ἀπὸ τὴ λήθη. [σελ.27]
Με απλά λόγια, μας ορίζει τον χρόνο που θα πραγματωθεί τούτο, και θα είναι όταν οι καλύτεροι θα πάψουν να συνωστίζονται δεύτεροι-υποταχτικοί, στη λήθη.
Στο τελευταίο ποίημα, «Φάντασμα για μια χάλκινη σάλπιγγα», νιώθεις την εναγώνια προσπάθεια του ποιητή, έστω και την ύστατη ώρα, να γίνει κάποιο θαύμα. Εδώ, εντέλει, λειτουργεί προφητικά.
Δοῦλε, ἐξέσπασμάς με
Δοῦλε, ἐξέσπασας ὡς πάνθηρ στὴ Νέα Ἱεριχώ
Καὶ μὲ τὰ νύχια γράψε
στὸ χῶμα ἐπάνω τὸ σωτήριον
ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΥΜΑ! [σελ.57]
Τέλος, μέσα στη συλλογή, βρήκε θέση η λέξη μετα-άνθρωπος: «Λαοὶ φεύγουν, μετάνθρωποι ἔρχονται» [σελ. 56].
Κατά πόσο θα πάει ο κόσμος με αυτά που σχεδιάζουν και επιβάλλουν οι ιδιοκτήτες της τεχνολογίας, οι κυβερνήτες των κερδών, είναι ένα ενδεχόμενο, αλλά αν σφάξουμε το μέλλον, όπως γράφει ο Γιώργος Κοζίας, ίσως προκύψει το θαύμα. Αλήθεια, μετά όσα προηγήθηκαν, τι αιώνα κάνει έξω;
* Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ είναι ποιητής και δοκιμιογράφος. Τελευταίο του βιβλίο «Το λείψανο της άνοιξης», εκδ. Διαπολιτισμός, 2023.
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1958. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Εργάστηκε στον χώρο του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου. Πρωτοδημοσίευσε στα περιοδικά «Το Δέντρο» και «Ευθύνη» το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989), Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995), Πεδίον ρίψεων (Στιγμή, 2001), Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007), 41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012), Πολεμώντας υπό σκιάν... Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017), Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021) και Τι Αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025).

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά, ιταλικά, αραβικά και πολωνικά. Επίσης, ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Θάνος Μικρούτσικος («Έργα για φλάουτο / Works for flute», Legend Classics, 2007, και Πέντε κείμενα μετά μουσικής. Η γη τσακισμένο καράβι – Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες, Γαβριηλίδης, 2013).
























