
Για το βιβλίο της νομπελίστριας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς «Τσερνόμπιλ, Ένα χρονικό του μέλλοντος» (μτφρ. Ορέστης Γεωργιάδης, εισαγωγή Θανάσης Τριαρίδης, εκδ. Πατάκη). Κεντρική εικόνα, από τη αμερικανική σειρά Τσερνόμπιλ. Μέσα στο κομμάτι, το εξώφυλλο από το περιοδικό Νέα Οικολογία του 1986.
Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός
Πριν από σαράντα ολόκληρα χρόνια, την 26η Απριλίου του 1986, στη διάρκεια μιας δοκιμής ασφαλείας ρουτίνας, μια σειρά εκρήξεων κατέστρεψε τον αντιδραστήρα της τέταρτης ενεργειακής μονάδας στον πυρηνικό σταθµό του Τσερνόμπιλ, στην Ουκρανία. Ακολούθησε πυρκαγιά, εκρήξεις, ανατίναξη της χιλίων τόνων μπετονένιας οροφής, οργανωτικό χάος και, τέλος, διασπορά ραδιενεργού ακτινοβολίας και σωματιδίων που έγινε αισθητή στις γειτονικές χώρες και σταδιακά στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αρχικά υπήρξε μια τεράστια προσπάθεια συγκάλυψης του γεγονότος για να μην αμαυρωθεί η εικόνα της μεγάλης σοβιετικής σοσιαλιστικής πατρίδας, αλλά ήδη βρισκόμασταν στα χρόνια της περεστρόικα και της γκλάσνοστ, οπότε δεν ήταν εύκολο να αποκρυβούν η εσπευσμένη εκκένωση της παρακείμενης πόλης Πριπιάτ και της ευρύτερης περιοχής, όπως και η επί τόπου μεταφορά στρατευμάτων, ελικοπτέρων κ.ά.
Γράφαμε τότε ότι επρόκειτο για μια καταστροφή που νομοτελειακά θα ερχόταν να διαψεύσει την περίπου μυστικιστική πίστη του σύγχρονου ανθρώπου στον απόλυτο έλεγχο της φύσης διά της τεχνολογίας.
Το «ατύχηµα» αυτό, για το οποίο ο ίδιος ο Γκορμπατσόφ έγραψε στα απομνημονεύματά του ότι ήταν ο αποφασιστικός παράγων για της πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, χαρακτηρίστηκε έκτοτε ως η μεγαλύτερη ιστορικά ανθρωπογενής καταστροφή, μέχρι τουλάχιστον ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα να συμβεί κάτι αντίστοιχο στην Φουκουσίμα, στην τεχνολογικά εξελιγμένη Ιαπωνία, λόγω ενός μεγάλου σεισμού και του επακολουθήσαντος τσουνάμι. Γράφαμε τότε [το μακρινό 1986] στη Νέα Οικολογία, κι ενώ οι καταναλωτές στριμώχνονταν στις λαϊκές για να αγοράσουν πάμφθηνες φράουλες, ότι ο ιστορικός χρόνος εφεξής θα διαιρείται σε προ και μετά Τσερνόμπιλ εποχή. Γράφαμε επίσης ότι επρόκειτο για μια καταστροφή που νομοτελειακά θα ερχόταν να διαψεύσει την περίπου μυστικιστική πίστη του σύγχρονου ανθρώπου στον απόλυτο έλεγχο της φύσης διά της τεχνολογίας.

Δεν γίναμε έκτοτε και πολύ σοφότεροι, όπως αποδεικνύουν ξανά και ξανά οι νέοι καιροί. Το μόνο καλό από την ιστορία αυτή ήταν η σημαντική βελτίωση των συντελεστών ασφαλείας στους πυρηνικούς σταθμούς. Το γεγονός ωστόσο της εξάρτησης από την ενεργειακή αυτή πηγή παρέμεινε, και κάθε τόσο επανέρχεται στο προσκήνιο με αφορμή τις ποικίλες ενεργειακές κρίσεις, όπως η παρούσα. Ενδεικτικά πάντως ας θυμίσουμε ότι η προηγμένη Γαλλία παράγει πάνω από τα δύο τρίτα της ηλεκτρικής της ενέργειας σε πυρηνικούς σταθμούς και μάλλον τους έθεσε στο τραπέζι των φιλικών της προσφορών κατά τα πρόσφατα εμπορικά ταξίδια του προέδρου Μακρόν, μαζί με φρεγάτες, δορυφόρους και άλλα πολλά ενώπιον των έκθαμβων πατριωτών ιθαγενών.
Μίλησε µε εκατοντάδες ανθρώπους, έψαξε αρχεία νοσοκοµείων και εφημερίδων, επισκέφθηκε ληξιαρχεία και αστυνομικά τμήματα αναζητώντας την αλήθεια των θυμάτων της καταστροφής.
Η Λευκορωσίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς ήταν ήδη τον καιρό εκείνο αρκετά γνωστή για τα μεγάλα ρεπορτάζ της που ασχολούνταν με μαρτυρίες βετεράνων του Αφγανιστάν ή με εξομολογήσεις γυναικών για τα δεινά τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή ακόμη με το φαινόμενο των μαζικών αυτοκτονιών που ακολούθησαν την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στη Δύση για το θάρρος με το οποίο αντιμετώπιζε τις προσπάθειες φίμωσής της και τις δικαστικές της διώξεις, μέχρι τουλάχιστον η περεστρόικα και ο Γκορμπατσώφ να την απενοχοποιήσουν. Ορισμένες από τις έρευνές της κατέληξαν σε βιβλία τα οποία πλέον έχουν κυκλοφορήσει και στη χώρα μας. Μια δεκαετία μετά την ιστορία του Τσερνόμπιλ η Αλεξίεβιτς περιηγήθηκε συστηματικά στην απαγορευμένη ζώνη -όχι χωρίς τίμημα, όπως μας πληροφορεί, και για τη δική της υγεία- προκειμένου να συγγράψει το παρόν βιβλίο, το οποίο πρωτοεκδόθηκε στην Ελλάδα ήδη τον Δεκέμβριο του 2000 από τον «Σύλλογο Υποστήριξης Ερευνών κατά της Λευχαιμίας», με πρόλογο του Θανάση Τριαρίδη. Μίλησε µε εκατοντάδες ανθρώπους, έψαξε αρχεία νοσοκοµείων και εφημερίδων, επισκέφθηκε ληξιαρχεία και αστυνομικά τμήματα αναζητώντας την αλήθεια των θυμάτων της καταστροφής.
Βιβλίο με μαρτυρίες
Εκατό από αυτές τις μαρτυρίες συγκροτούν το συγκεκριμένο βιβλίο της. Μιλούν γέροι και νέοι, φοιτητές, νοικοκυρές, στρατιωτικοί, πυροσβέστες, επιστήμονες (ορισμένοι υψηλά ιστάμενοι στο σοβιετικό σύστημα, όπως ο τότε πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών), χρονίως ασθενείς και συγγενείς νοσηλευομένων, μητέρες που γέννησαν παραμορφωμένα παιδιά, πρώην μαθητές που ζουν πλέον σε μονάδες αντιμετώπισης της λευχαιμίας, μια γυναίκα που αναρωτιέται αν θα μπορέσει ξανά να εκστομίσει στον καλό της τη λέξη «σ’ αγαπώ». Παρελαύνουν αγρότες που ξεριζώθηκαν από την απαγορευμένη ζώνη ή που δεν καταλάβαιναν τι τους βρήκε όταν τους απαγορεύθηκε να καλλιεργούν τη γη τους. Νέες κοπέλες που ζουν τώρα αλλού αποκρύπτοντας την καταγωγή τους μήπως και βρουν σύντροφο. Και ακόμη γονείς που έθαψαν τα παιδιά τους, γυναίκες που είδαν τους άντρες τους να λιώνουν ζωντανοί στην προσπάθεια κατάσβεσης της φωτιάς, θρησκόληπτοι γέροντες που αναθυµούνται παλιές προφητείες και δοξασίες. Και υπάρχει βέβαια η φύση που επαναδιεκδικεί μετά από χρόνια τα δικαιώματά της, άσχετα από το πόσα μπεκερέλ κουβαλάει.
Η δομή και το «μοντάζ» των μαρτυριών μας δίνει μια εικόνα αντικειμενικού χάους και ανθρώπινης αδυναμίας να συλληφθεί η πραγματικότητα: πυροσβέστες σβήνουν τη φωτιά με γυμνά χέρια, άλλοι χωρίς στολές χοροπηδάνε στην πυρωμένη ταράτσα της φλεγόμενης μονάδας, σκαφτιάδες θάβουν με απλά φτυάρια το ραδιενεργό υλικό, ενώ αργόσχολοι αποθαυμάζουν το θέαμα, ληστές σηκώνουν από τα εγκαταλειμμένα σπίτια ό,τι μπορούν, φαντάροι ποτίζονται με άφθονη βότκα για να είναι τύφλα στη διάρκεια των επιχειρήσεων - αλλά και γιατί το αλκοόλ κρατάει, λέει, μακριά τον καρκίνο (!). Και βεβαίως έχουμε κατά το συνήθειο της εποχής επίσημες καταγγελίες του ιμπεριαλιστικού τύπου που κατεδαφίζει την εικόνα μιας καταπράσινης Σοβιετικής πατρίδας όπου άνθρωπος και φύση βαδίζουν χέρι χέρι χτίζοντας τον κομμουνισμό (και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, σ’ ό,τι αφορά τις τέχνες). Η άκαμπτη γραφειοκρατία, η ασυνεννοησία των αρχών, η διαστρέβλωση της αλήθειας από την ιδεολογία και οι τακτικές απόκρυψης, συμβαδίζουν με τον ηρωισμό, την ανεμελιά, την αίσθηση ότι παρά ταύτα η ζωή συνεχίζεται. Το κύριο όμως συναίσθημα που αναδύεται από τις σελίδες αυτές είναι η αδυναμία να προβλεφθεί το μέλλον, καθώς οι επιδημιολογικές επιπτώσεις είναι μακροπρόθεσμες και ουδείς γνωρίζει τι του επιφυλάσσεται στο μέλλον. Προκύπτει ακόμη ένα συναίσθημα μόνιμης ανασφάλειας, καθώς ο κίνδυνος αναδεικνύεται σε δομικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας, όπως θα έλεγε λίγο αργότερα ο Ούλριχ Μπεκ στο περίφημο βιβλίο του Η Κοινωνία της Διακινδύνευσης.
Πολυφωνία που λειτουργεί δραστικά
Θυμάμαι ότι πριν πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου φοβόμουν μήπως βαρεθώ διαβάζοντας λυρικού τύπου δακρύβρεκτες ιστορίες αλλά τελικά το ρούφηξα απνευστί καθώς η ένταση κλιμακώνεται έντεχνα και οι συσσωρευμένες απορίες του αναγνώστη εντέλει απαντώνται. Η πολυφωνία της Αλεξίεβιτς λειτουργεί δραστικά. Η ίδια η συγγραφέας μας διευκρινίζει σεμνά ότι δεν ήταν στόχος της ένα χρονικό της καταστροφής -επιστημονικό, ιατρικό, ψυχοθεραπευτικό ή άλλο- αλλά η ιστορία των ανθρώπων που ενεπλάκησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Άλλωστε έχουν έκτοτε εκδοθεί εκατοντάδες σχετικά βιβλία και έχουν γίνει χιλιάδες επιστημονικές ανακοινώσεις. Αυτό που επιδιώκει η Αλεξίεβιτς είναι περισσότερο η ανάδειξη των υποκειμενικών αντιλήψεων για την βιωμένη καταστροφή. Και πράγματι έχεις συχνά την αίσθηση ότι παρακολουθείς τον χορό μιας αρχαίας τραγωδίας. Οι φωνές είναι αναμφίβολα μεταποιημένες και ομογενοποιημένες από το χέρι της συγγραφέως, η συρραφή είναι αναντίρρητα δική της, αλλά οι ιδιομορφίες της γλώσσας του καθενός διατηρούνται σε ένα βαθμό. «Μαγνητοφωνώντας τους, είχα την αίσθηση πως ηχογραφώ το μέλλον» γράφει η Αλεξίεβιτς στη δική της μαρτυρία για το βιβλίο. Πέραν τούτου όμως το παζλ –τεχνολογικό, πολιτικό, επιστημονικό, ανθρωπολογικό-, συγκροτείται όσο προχωρεί η ανάγνωση.
Προσωπικά πιστεύω έτσι κι αλλιώς στις αισθητικές αξίες, την αφηγηματικά δεινότητα και τη λυτρωτική δύναμη που συχνά συνοδεύουν το συγγραφικό έργο ανθρωπολόγων, ιστορικών, φυσικών επιστημόνων, γεωγράφων, όπως και στην καθαρόαιμη ταξιδιωτική λογοτεχνία.
Πολλή συζήτηση έχει γίνει και πολλή θα γίνει ακόμη περί του αν αυτού του τύπου η λογοτεχνία της μαρτυρίας (του ντοκουμέντου) δικαιούται ενός Νόμπελ. Πάντως η σχολή της νέας δημοσιογραφίας ή κατ’ άλλους του μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος, είχε ήδη εγκαθιδρυθεί από την δεκαετία του ’60 με τον Τρούμαν Καπότε, τον Νόρμαν Μαίηλερ, αργότερα τον Τομ Γουλφ (στα καθ’ ημάς με ορισμένα από τα γνωστότερα έργα του Βασίλη Βασιλικού ή του Θανάση Βαλτινού). Η αλήθεια είναι επίσης ότι στις απαρχές του θεσμού είχαμε αρκετές παρόμοιες απονομές, η τελευταία όμως, αν θυμάμαι καλά, ήταν αυτή του Ουίνστον Τσώρτσιλ λίγο μετά τον Πόλεμο. Προσωπικά πιστεύω έτσι κι αλλιώς στις αισθητικές αξίες, την αφηγηματικά δεινότητα και τη λυτρωτική δύναμη που συχνά συνοδεύουν το συγγραφικό έργο ανθρωπολόγων, ιστορικών, φυσικών επιστημόνων, γεωγράφων, όπως και στην καθαρόαιμη ταξιδιωτική λογοτεχνία. Αλλά περί αυτών ίσως μια άλλη φορά.
Ας κλείσω με το επιμύθιο του βιβλίου, παρμένο από την ουκρανική εφημερίδα Ναμπάτ (Φεβρουάριος 1996):
«Ταξιδιωτικό γραφείο του Κιέβου οργανώνει εκδρομές στο Τσέρνομπιλ. Περιλαμβάνεται ο γύρος των εγκαταλειμμένων πόλεων….
Τιμές εξαιρετικά συμφέρουσες…
Επισκεφθείτε τη Μέκκα της πυρηνικής ενέργειας».
Έκτοτε βέβαια η βουλιμική ανθρωπότητα διοργάνωσε πάμπολλες εκδρομές στην περιοχή. Ευτυχώς που η φύση επαναδιεκδικεί τα δικαιώματά της και έχει συντελεσθεί στην περιοχή ένα μικρό θαύμα φυσικής αναγέννησης. Μέχρι πολύ πρόσφατα, όταν ένα πουτινικό drown Shaged 136 τρύπησε τον Φεβρουάριο του ’25 την αεροστεγή σφράγιση του Τσερνόμπιλ. Ξέσπασε πυρκαγιά που διήρκεσε επί 18 ολόκληρες μέρες. Διαρροή ραδιενέργειας αυτή την φορά μάλλον δεν είχαμε αλλά το κόστος της επισκευής εκτιμάται σε πάνω από 500 εκατομμύρια ευρώ. Μέχρι το επόμενο ντρόουν ή τον επόμενο παράφρονα.
* Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Τελευταίο του βιβλίο είναι η συλλογή διηγημάτων «Η υπόθεση της Ερυθράς Βασίλισσας» (εκδ. Καστανιώτη).
























