
Για το δοκίμιο του Άλεξ Βιτάλε (Alex Vitale) «Αστυνόμευση τέλος» (μτφρ. Παναγιώτης Ανδριόπουλος, εκδ. Σάλτο). Εικόνα: Έργο του Μπάνκσι.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Όπου κι αν κοιτάξεις, το ίδιο συμπέρασμα. Η σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα δείχνει ότι, σε μεγάλο βαθμό, παρατηρείται μια σαφής τάση προς ενίσχυση της αστυνόμευσης και της επιτήρησης, αν και αυτή εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο κάθε χώρας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, η ενίσχυση της αστυνομικής ισχύος συνδέεται ιστορικά με τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» και εντάθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οδηγώντας σε εκτεταμένα συστήματα παρακολούθησης και σε αυξημένη στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας. Παράλληλα, η ανάπτυξη τεχνολογιών όπως η αναγνώριση προσώπου ενισχύει περαιτέρω τις δυνατότητες ελέγχου. Στην Κίνα, η τάση αυτή λαμβάνει πιο ακραία μορφή, με ένα σχεδόν καθολικό σύστημα ψηφιακής επιτήρησης που συνδυάζει κάμερες, δεδομένα και αλγοριθμική αξιολόγηση των πολιτών.
Ακόμη και στην Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της COVID-19, η αστυνομία ανέλαβε διευρυμένο ρόλο επιβολής μέτρων, γεγονός που δείχνει πώς οι κρίσεις μπορούν να ενισχύσουν την κρατική επιτήρηση.
Στην Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η ενίσχυση της αστυνόμευσης συνδέεται κυρίως με ζητήματα τρομοκρατίας και δημόσιας τάξης, με αυστηρότερους νόμους και αυξημένη παρουσία στις διαδηλώσεις, όπως στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων. Στη Βραζιλία, αντίθετα, η ένταση εκφράζεται κυρίως μέσω υψηλών επιπέδων αστυνομικής βίας και των στρατιωτικοποιημένων επιχειρήσεων. Ακόμη και στην Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της COVID-19, η αστυνομία ανέλαβε διευρυμένο ρόλο επιβολής μέτρων, γεγονός που δείχνει πώς οι κρίσεις μπορούν να ενισχύσουν την κρατική επιτήρηση.
Ο νέος ρόλος
Συνολικά, η τάση αυτή επιβεβαιώνει σε έναν βαθμό την κριτική του Άλεξ Βιτάλε στο βιβλίο του Αστυνόμευση τέλος, ότι η αστυνομία αναλαμβάνει ολοένα και περισσότερες κοινωνικές λειτουργίες. Ταυτόχρονα, όμως, γεννά κρίσιμα ερωτήματα για την ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και τις ελευθερίες, καθιστώντας το ζήτημα ανοιχτό σε συνεχή δημόσια συζήτηση. Το βιβλίο αποτελεί μία από τις πιο συζητημένες και προκλητικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στον δημόσιο διάλογο γύρω από την αστυνομία, την εγκληματικότητα και τον ρόλο του κράτους στη διαχείριση των κοινωνικών προβλημάτων.
Δεν πρόκειται για ένα απλό έργο που προτείνει μεταρρυθμίσεις ή βελτιώσεις στη λειτουργία της αστυνομίας· αντίθετα, ο συγγραφέας επιχειρεί μια βαθιά και ριζική αποδόμηση της ίδιας της έννοιας της αστυνόμευσης όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι η αστυνομία δεν είναι απλώς ένας ουδέτερος θεσμός που αποσκοπεί στην προστασία των πολιτών, αλλά ένας μηχανισμός που ιστορικά και συστηματικά έχει χρησιμοποιηθεί για τη διατήρηση κοινωνικών ανισοτήτων και την επιβολή μιας συγκεκριμένης τάξης πραγμάτων.
Από την αρχή, ο Βιτάλε θέτει υπό αμφισβήτηση μια ευρέως διαδεδομένη παραδοχή: ότι η αύξηση της αστυνόμευσης οδηγεί αυτομάτως σε μεγαλύτερη ασφάλεια. Αντί να αποδεχθεί αυτή τη σχέση ως δεδομένη, εξετάζει ιστορικά και κοινωνιολογικά τον ρόλο της αστυνομίας, υποστηρίζοντας ότι η σύγχρονη μορφή της διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό για να ελέγχει πληθυσμούς που θεωρούνταν «επικίνδυνοι» ή «ανεπιθύμητοι», όπως η εργατική τάξη, οι μετανάστες και οι φυλετικές μειονότητες.
Η πολιτική επιλογή
Μέσα από αυτή τη σκοπιά, η αστυνόμευση δεν εμφανίζεται ως φυσική ή αναπόφευκτη απάντηση στο έγκλημα, αλλά ως πολιτική επιλογή με συγκεκριμένες κοινωνικές στοχεύσεις. Ένα από τα βασικά πεδία στα οποία ο συγγραφέας αναπτύσσει την κριτική του είναι ο λεγόμενος «πόλεμος κατά των ναρκωτικών».
Αντί να αντιμετωπίζονται τα ναρκωτικά ως ζήτημα δημόσιας υγείας, αντιμετωπίζονται ως ποινικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα να ενεργοποιούνται μηχανισμοί καταστολής αντί για μηχανισμούς φροντίδας.
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ποινικοποίηση της χρήσης και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών όχι μόνο απέτυχε να περιορίσει το φαινόμενο, αλλά συνέβαλε στην ενίσχυση της βίας, στη διόγκωση των φυλακών και στην περιθωριοποίηση ολόκληρων κοινοτήτων. Αντί να αντιμετωπίζονται τα ναρκωτικά ως ζήτημα δημόσιας υγείας, αντιμετωπίζονται ως ποινικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα να ενεργοποιούνται μηχανισμοί καταστολής αντί για μηχανισμούς φροντίδας. Η ανάλυση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη θέση του βιβλίου: ότι πολλά από τα προβλήματα που καλείται να διαχειριστεί η αστυνομία δεν είναι κατ’ ουσίαν ζητήματα εγκληματικότητας, αλλά κοινωνικά ζητήματα που απαιτούν διαφορετικού τύπου παρεμβάσεις.
Φτωχοί, άστεγοι και θέματα ψυχικής υγείας
Στο ίδιο πνεύμα, ο Βιτάλε εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η αστυνομία εμπλέκεται στη διαχείριση της φτώχειας και της αστεγίας. Περιγράφει πώς πρακτικές όπως η απομάκρυνση αστέγων από δημόσιους χώρους ή η επιβολή προστίμων για μικροπαραβάσεις λειτουργούν στην πράξη ως μηχανισμοί ποινικοποίησης της φτώχειας. Αντί να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα στη ρίζα του -μέσω πολιτικών στέγασης, κοινωνικής πρόνοιας και υποστήριξης- μετατρέπεται σε αντικείμενο αστυνομικής παρέμβασης. Με αυτόν τον τρόπο, η αστυνομία δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά το μετατοπίζει και το αναπαράγει.
Ο Βιτάλε ασκεί κριτική σε στρατηγικές που στοχεύουν μικροπαραβάσεις, υποστηρίζοντας ότι αυτές οδηγούν σε μαζικές συλλήψεις χωρίς να αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια της εγκληματικότητας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στον ρόλο της αστυνομίας σε ζητήματα ψυχικής υγείας. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι σε πολλές περιπτώσεις, αστυνομικοί καλούνται να διαχειριστούν καταστάσεις που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση και ευαισθησία, όπως ψυχιατρικές κρίσεις. Το αποτέλεσμα είναι συχνά τραγικό, καθώς η έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης και η έμφαση στη χρήση βίας μπορεί να οδηγήσουν σε κλιμάκωση της έντασης αντί για εκτόνωση. Και εδώ, η βασική του θέση επανέρχεται: η ανάθεση τέτοιων ρόλων στην αστυνομία είναι λανθασμένη από τη βάση της.
Ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι της ανάλυσης αφορά την αστυνόμευση της «δημόσιας τάξης» και τις πολιτικές μηδενικής ανοχής. Ο Βιτάλε ασκεί κριτική σε στρατηγικές που στοχεύουν μικροπαραβάσεις, υποστηρίζοντας ότι αυτές οδηγούν σε μαζικές συλλήψεις χωρίς να αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια της εγκληματικότητας. Αντί να ενισχύουν την ασφάλεια, δημιουργούν ένα διευρυμένο πλέγμα ελέγχου που πλήττει κυρίως τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Συνολικά, το βιβλίο οικοδομεί ένα συνεκτικό επιχείρημα: ότι η αστυνομία έχει επεκταθεί πολύ πέρα από τον αρχικό της ρόλο και έχει αναλάβει τη διαχείριση ενός ευρέος φάσματος κοινωνικών προβλημάτων, για τα οποία δεν είναι ούτε κατάλληλη ούτε αποτελεσματική. Η λύση που προτείνει δεν είναι απλώς η μεταρρύθμιση ή η καλύτερη εκπαίδευση της αστυνομίας, αλλά η σταδιακή απομάκρυνση πολλών από αυτές τις αρμοδιότητες από το πεδίο της αστυνόμευσης και η μεταφορά τους σε κοινωνικούς θεσμούς, όπως οι υπηρεσίες υγείας, η εκπαίδευση και η κοινωνική πρόνοια.
Αμφιλεγόμενο βιβλίο
Αυτή η πρόταση αποτελεί και το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του βιβλίου, αλλά ταυτόχρονα και το πιο αμφιλεγόμενο. Από τη μία πλευρά, η δύναμή του έγκειται στο ότι αναγκάζει τον αναγνώστη να επανεξετάσει βασικές παραδοχές για το τι είναι η ασφάλεια και πώς επιτυγχάνεται. Αντί να περιορίζεται σε επιφανειακές λύσεις, στρέφει την προσοχή στις κοινωνικές αιτίες της εγκληματικότητας, προτείνοντας μια πιο ολιστική και ανθρώπινη προσέγγιση. Η ανάλυσή του είναι συχνά πειστική, ιδιαίτερα όταν τεκμηριώνει τις αποτυχίες κατασταλτικών πολιτικών και αναδεικνύει τις κοινωνικές τους συνέπειες.
Επιπλέον, το βιβλίο συμβάλλει σημαντικά στο να διευρυνθεί ο δημόσιος διάλογος. Θέτει ερωτήματα που σπάνια τίθενται με τόση σαφήνεια: Είναι πράγματι η αστυνομία η κατάλληλη απάντηση σε κάθε μορφή κοινωνικής απόκλισης; Τι θα συνέβαινε αν επενδύαμε περισσότερο στην πρόληψη παρά στην καταστολή; Ποιο είναι το κόστος -όχι μόνο οικονομικό, αλλά και κοινωνικό- της μαζικής αστυνόμευσης;
Η άλλη άποψη
Ωστόσο, τα ίδια στοιχεία που αποτελούν τη δύναμη του βιβλίου είναι και εκείνα που το καθιστούν ευάλωτο σε κριτική. Μία από τις βασικές ενστάσεις που διατυπώνονται είναι ότι ο Βιτάλε, ενώ είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός στην αποδόμηση του υπάρχοντος συστήματος, δεν προσφέρει πάντα εξίσου συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες εναλλακτικές λύσεις.
Αν και είναι σαφές ότι η αστυνομία έχει εμπλακεί σε προβληματικές πρακτικές, το συμπέρασμα ότι η λύση βρίσκεται στη δραστική συρρίκνωσή της, ή ακόμη και στην κατάργησή της, δεν είναι αυτονόητο.
Η ιδέα της μεταφοράς πόρων από την αστυνομία σε κοινωνικές υπηρεσίες είναι ελκυστική σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά εγείρει πρακτικά ερωτήματα: Πώς θα διαχειριστούμε σοβαρά εγκλήματα όπως η ανθρωποκτονία ή η οργανωμένη εγκληματικότητα; Ποιος θα έχει την ευθύνη της άμεσης παρέμβασης σε επικίνδυνες καταστάσεις; Επιπλέον, ορισμένοι επικριτές υποστηρίζουν ότι το βιβλίο τείνει να υποτιμά τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει μια λειτουργική και δημοκρατικά ελεγχόμενη αστυνομία. Αν και είναι σαφές ότι η αστυνομία έχει εμπλακεί σε προβληματικές πρακτικές, το συμπέρασμα ότι η λύση βρίσκεται στη δραστική συρρίκνωσή της, ή ακόμη και στην κατάργησή της, δεν είναι αυτονόητο. Υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στην κριτική του υπάρχοντος συστήματος και στη διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού εναλλακτικού μοντέλου.
Τα κοινωνικά πλαίσια
Ένα άλλο σημείο που αξίζει περαιτέρω συζήτηση είναι ο βαθμός στον οποίο τα επιχειρήματα του Βιτάλε μπορούν να εφαρμοστούν σε διαφορετικά κοινωνικά και πολιτικά πλαίσια. Το βιβλίο αντλεί σε μεγάλο βαθμό από την εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου το σύστημα αστυνόμευσης έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως η εκτεταμένη οπλοκατοχή και οι έντονες φυλετικές ανισότητες. Σε άλλες χώρες, όπου οι συνθήκες διαφέρουν, η εφαρμογή των ίδιων προτάσεων μπορεί να μην είναι εξίσου άμεση ή αποτελεσματική.
Παρά τις ενστάσεις αυτές, το βιβλίο επιτυγχάνει κάτι σημαντικό: μετατοπίζει τη συζήτηση. Αντί να περιορίζεται στο πώς μπορεί να γίνει η αστυνομία πιο αποτελεσματική, θέτει το ερώτημα αν και σε ποιο βαθμό αυτή είναι η κατάλληλη λύση. Αυτή η μετατόπιση είναι κρίσιμη, διότι ανοίγει τον δρόμο για νέες προσεγγίσεις και πειραματισμούς. Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τα συμπεράσματα του Βιτάλε, το βέβαιο είναι ότι το βιβλίο του αποτελεί μια σημαντική συμβολή στον σύγχρονο διάλογο. Και ίσως η μεγαλύτερη αξία του δεν βρίσκεται στις απαντήσεις που δίνει, αλλά στα ερωτήματα που μας αναγκάζει να θέσουμε.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Άλεξ Βιτάλε είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστημίου Brooklyn College και στο CUNY Graduate Center και συντονιστής του Policing and Social Justice Project. Έχει αφιερώσει τα τελευταία 30 χρόνια γράφοντας για την αστυνομία και συμβουλεύει κινήματα βάσης, οργανισμούς ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων, καθώς και κυβερνήσεις διεθνώς.
![]() |
|
Εικόνα: http://www.alex-vitale.info |
Τα ακαδημαϊκά του κείμενα για την αστυνομία έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά όπως τα Policing and Society, The American Journal of Sociology, Social Research, Criminology and Public Policy, Police Practice and Research, Mobilization και Contemporary Sociology.
Είναι τακτικός συντάκτης δοκιμίων και κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες όπως οι The New York Times, Washington Post, The Guardian, The Nation, Vice News, Fortune και USA Today. Έχει εμφανιστεί τηλεοπτικά σε μέσα και εκπομπές όπως τα CNN, MSNBC, CNBC, NPR, PBS, Democracy Now και The Daily Show with Trevor Noah.























