alt

Του Νίκου Ξένιου

Στην Αινειάδα του Βιργιλίου[1] η λύπη του πατέρα στη θέα του σκοτωμένου του γιου «παγώνει τα ζωτικά του υγρά»[2], καθιερώνοντας ένα στερεότυπο «απάθειας» στην εκδήλωση της τεράστιας, απροσμέτρητης θλίψης. Λύπης ανάλογης με το βαθύτατο συναίσθημα απώλειας του Μontaigne μπροστά στον χαμό του αγαπημένου του φίλου Étienne de la Boetie: εκλεκτικής νηφαλιότητας, ιδεαλιστικής σύλληψης που προσιδιάζει στο μεταφυσικό ρίγος, σχεδόν συνώνυμης με την vanitas mundi και τη Μελαγχολία.

Στη μελέτη «Περί Μελαγχολίας»(εκδ. Κίχλη) η Αλεξάνδρα Ρασιδάκη ανατρέχει στις αισθητικές, εικαστικές και λογοτεχνικές προσεγγίσεις του πνεύματος δυσθυμίας, εσωστρέφειας, ερμητισμού, αισθητισμού, ηθικής εξάντλησης ή/και συναισθηματικής αποδιοργάνωσης που συναντά κανείς ήδη στον Boissier de Sauvages[3]. Πρόκειται για μιαν ανύποπτης ταχύτητας επικράτηση της θλίψης στο θυμικό του δημιουργού, ή για την υπερβατολογική διάσταση της απλής, καθημερινής αναδίπλωσης και εσωστρέφειας του καλλιτέχνη; Είναι ο «ανικανοποίητος φόβος, η λύπη, η τρέλα, πραγματική ή μεταφορική» που περιγράφει ο Robert Burton[4], ή μήπως τοποθετείται στα πλαίσια του πόνου, του τραυματικού βιώματος που μελετά ο Rοmano Guardini[5];

Η μελαγχολία στην Αναγέννηση δεν καταχωρήθηκε ως «αρρώστια της ψυχής», αλλά ως πηγή δημιουργίας

Ο Θεοδόσιος Πελεγρίνης[6], εκκινώντας από το βιβλίο του Burton, κατέδειξε πώς η μελαγχολία στην Αναγέννηση δεν καταχωρήθηκε ως «αρρώστια της ψυχής», αλλά ως πηγή δημιουργίας. Η Αλεξάνδρα Ρασιδάκη από την ετυμολογία του όρου (μέλαινα χολή) φτάνει σ’ αυτό που οι Λατίνοι αποκαλούσαν taedium vitae (απαρέσκεια για τη ζωή), αυτό που ο  Φρόιντ ονόμασε «ένστικτο θανάτου» και το οποίο ο R. Joly[7] μελέτησε ως συμβολή της συμπτωματολογίας της «μαύρης χολής» στο αναλυτικό σύστημα που είχε παραθέσει ο Ιπποκράτης. Η εργασία του Ιπποκράτη «Αέρια, ύδατα, τόποι» είχε προηγηθεί μιας ολόκληρης σειράς ρητορικών και φιλοσοφικών μελετών: πχ, της Μελέτης των διαθέσεων[8] του Ηuarte de San Juan[9] και της μνημειώδους έκδοσης της Ανατομίας της Μελαγχολίας του Burton. Ο Ρούφος[10] από την Έφεσο ανακαλεί το ΧΧΧ Πρόβλημα του Αριστοτέλη (ή, κατ’άλλους, του Θεόφραστου): «Όσοι έχουν λεπτό και εύθραυστο πνεύμα περιπίπτουν εύκολα σε μελαγχολία, επειδή δε είναι λακωνικοί και φείδονται λέξεων περιπίπτουν σε ονειροπόληση (contemplationem)». Ο Γαλιανός, ο Αρεταίος της Καππαδοκίας, ο Καίλιος Αυρηλιανός, όλοι όσοι δημιούργησαν σχετικά στερεότυπα σχολιάστηκαν από τον Jan Starobinski[11]: οι ορισμοί ποικίλλουν, αλλά επικρατεί η προσέγγιση των Ελλήνων στην παθολογία της επιληψίας[12].

alt

Πρωτίστως, λοιπόν, η Μελαγχολία συνιστά ύφος: γνώριμο και προσφιλές ύφος των μεγάλων μουσικών και ζωγράφων, καθώς και των μεγάλων ρητόρων και ποιητών, ως την εποχή της υπερρεαλιστικής γραφής και του εσωτερικού μονολόγου, ως τους ρυθμούς των νέγρικων μπλουζ και των graffitis στους τοίχους των μητροπόλεων του δυτικού πολιτισμού. Έχουμε μάθει ν’ αντικρίζουμε την Αναγέννηση ως «χρυσό αιώνα» της Μελαγχολίας, ενώ το Μπαρόκ απλά ως μια περίοδο ακμής της: στην Αναγέννηση, η αισθητική αυτή κατηγορία- που έως τότε περέμενε δέσμια της μεσαιωνικής ψυχολογίας, ψυχογραφίας και ηθικής- συνδέθηκε με τον συναισθηματικό κόσμο του έμφρονος ανθρώπου κατά τρόπον ώστε να του υποβάλει μια πρόγευση του Υψηλού, του μεγαλειώδους, του Επιβλητικού, αλλά και των ιδεωδών της ανιδιοτέλειας, της ευγένειας, της φιλίας και της αιωνιότητας, αντίθετα προς τα εκρηκτικά, αιματώδη, εξωστρεφή, φίλεργα και συμμετοχικά συναισθήματα της ημέρας και του ήλιου. Ηρεμία και χαμόγελο, γαλήνιος θαυμασμός και αυγούστεια μεγαλοπρέπεια του Αγίου Πέτρου της Ρώμης, σε αντίθεση με το «ξάφνιασμα», την άβυσσο, τον τρόμο, το κρύο του ρομαντικού τοπίου  και την αποκαλυπτική αίσθηση του Υψηλού[13].

Το δοκίμιο της κας Ρασιδάκη μελετά τη Μελαγχολία ως κεντρικό θέμα της ατομικής διανόησης των φιλοσόφων του Μεσαίωνα και της Ρομαντικής εποχής, ως στάση ζωής και ως εκφραστικό μέσον, ως συναισθηματική κατάσταση πεσιμισμού και ως παθολογία[14]. Η Ρητορική  υποχρέωσε τους γιατρούς και τους φυσιολόγους να περιοριστούν σε ορισμούς των ασθενειών, στερώντας τους το δικαίωμα των ανεξακρίβωτων υποθέσεων. Αυτό, μέχρις ότου ο γιατρός Pinel[15] να συνθέσει την «αθυμία» του Αρεταίου, την «απύρετη εξάντληση» του Boissier de Sauvages, την «καλπάζουσα φαντασία» του Εsquirol[16],τη «μισανθρωπία» των αναχωρητών, την «πρόληψη» και τον «υποχονδριασμό», την «αφασία» και τη θανατοπληξία του Ρομαντισμού σε μια νέα τυπολογία: η Μελαγχολία συνδέεται με τη δημιουργική ευφυḯα, συχνά δε με την ιδιοφυḯα. Η τρέλα του Αίαντα στο ομώνυμο έργο του Σοφοκλή, αλλά και η μανία του Ηρακλέους στον Ευριπίδη, μεγάλα αποσπάσματα από τους πλατωνικούς διαλόγους, το έργο του Εμπεδοκλή, τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη αναγνώσθηκαν πλέον με πυξίδα τη Μελαγχολία. Ο αντικοινωνικός χαρακτήρας του μελαγχολικού είχε βέβαια ήδη εντοπισθεί από τον Ιπποκράτη, σε έντονη αντίθεση προς τα αιματώδη, φλεγματικά και χολερικά γνωρίσματα των υπόλοιπων ανθρώπινων τύπων[17]. Η κα Ρασιδάκη πραγματεύεται την ενοχική αντίληψη του 12ου αιώνα για τη Μελαγχολία και τη σύνδεσή της με το αμάρτημα της «ακηδίας» και το Προπατορικό Αμάρτημα[18]. Διέρχεται των κύριων σταδίων θεωρητικής επεξεργασίας της έννοιας, έως και τον Adorno[19] και τον Freud[20]. Επικεντρώνει όμως στην «τομή» την οποία επιχείρησε η φροϋδική έρευνα με τον ψυχιατρικό λόγο που αντιλαμβάνεται τη μελαγχολία ως επαναληπτικό επεισόδιο της μανιοκαταθλιπτικής ψύχωσης: αν στο Πένθος ο κόσμος γίνεται φτωχός και κενός περιεχομένου, στη Μελαγχολία φτωχαίνει, αδειάζει το ίδιο το Εγώ. Καθιστά, έτσι, ευκολότερη την προσέγγιση του υστερότερου κεφαλαίου της «Η Μελαγχολία της Εξουσίας», όπου πρεσβεύει πως η δημόσια εικόνα του ηγέτη υπονομεύεται από το λογοτεχνικό ψυχογράφημά του ως μελαγχολικής ιδιοσυγκρασίας.

Μελετά τη Μελαγχολία ως κεντρικό θέμα της ατομικής διανόησης των φιλοσόφων του Μεσαίωνα και της Ρομαντικής εποχής, ως στάση ζωής και ως εκφραστικό μέσον, ως συναισθηματική κατάσταση πεσιμισμού και ως παθολογία

Η Φιλοσοφία της Τέχνης παρέμεινε, είναι η αλήθεια, επίμονα προσκολλημένη στην αρχαία δυαρχία νοητού-αισθητού, χωρίς να λαμβάνει υπ’όψιν της την εμπράγματη απεξάρτηση της καρτεσιανής ανθρώπινης αντίληψης από το δίλημμα αυτό. Επί παραδείγματι, στην εικαστική αναψηλάφηση της Μελαγχολίας συστεγάζονται νεκρές φύσεις και trompeloeil. Ο μελετητής ανακαλεί τους συμμετρικούς, πληκτικούς κήπους της ευρωπαϊκής μοναρχίας, τις Βερσαλλίες, το Μικρό Τριανόν, τα τοπία του Watteau, την αίσθηση αποκλεισμού από τα εγκόσμια που κληρονομήθηκε από τον 17ο αιώνα[21]. Τους ιαπωνικούς κήπους, που βασίζονται στο στοιχείο της έκπληξης και καθιερώνουν την αποφυγή της συμμετρίας. Την απαλή μελαγχολία του Poussin[22] που απλώνει το τοπίο ενός νέου, απροσδιόριστου χρόνου μπροστά στα έκπληκτα μάτια του θεατή και τη μουσική του Rameau, οι οπαδοί της οποίας πρέσβευαν πως «η ψυχή είναι ανήσυχη, μελαγχολική, γιατί δεν βρίσκει τη θέση της δίπλα στον Θεό».Τον Étienne de Lacepède, εκλαϊκευτή του Rameau, που απέδωσε το αίτιο της γέννησης της Μουσικής στη Μελαγχολία, αναφερόμενος κυρίως στην Όπερα[23]. Από την κλασική γραμματεία ανακαλεί τους ευριπίδειους Ιππόλυτο και Άδμητο[24], που ενσαρκώνουν ιδεώδεις, αριστοκρατικούς εκπροσώπους  της μελαγχολικής διάθεσης του γαλαζοαίματου, θλιμμένου πρίγκιπα. Τον grotesque μονόλογο του Άμλετ. Το genium cucculatum του διονυσιασμού, τον τύπο της «νυκτέλιας» μάγισσας, τη Δήμητρα και την Κόρη, τις εφέστιες θεότητες και τις Εστιάδες του παρνασσισμού, τη μαινάδα Αγαύη. Τον λουθηρανισμό, που μετέστρεψε τις μεγάλες μάζες των Ευρωπαίων σε μιαν αντιμετώπιση πολύ αισθησιοκρατική ώστε να διακρίνεται από οιανδήποτε μελαγχολική προδιάθεση. Αλλά και την εκβιομηχάνιση της καλλιτεχνικής παραγωγής των ημερών μας, όπου τα στάδια ακμής και ύφεσης της μελαγχολικής διάθεσης φαίνονται συνυφασμένα περισσότερο με τις κοινωνικοπολιτικές συγκρούσεις, παρά με τα κυρίαρχα στα Πανεπιστήμια αισθητικά ρεύματα.

alt

Τον Οκτώβριο του 2005 το Grand Palais στο Παρίσι διοργάνωσε μια διεθνή έκθεση με τίτλο: «Μελαγχολία. Η διάνοια και η τρέλα στη Δύση», όπου, μεταξύ άλλων, παρουσιάστηκαν η γνωστή αλληγορία Melencolia I του Albrecht Dürer, το Μηχανικό Κεφάλι[25] του Raoul Haussmann[26], έργα των Sironi, Grosz, Kiefer, Von Stuck, γκραβούρες του Antonin Artaud και σκίτσα ψυχοπαθών που φιλοτέχνησε ο Kaulbach στο Βερολίνο του 1834: πρόθεση της σημαντικής αυτής έκθεσης ήταν να καταδειχθεί η περιθωριοποίηση που υφίσταται ο μελαγχολικός δημιουργός από τη σύγχρονη πολιτιστική βιομηχανία. Μέχρι πού μπορεί να επεκταθεί αυτή η προσέγγιση; Μα έως και τα νέγρικα spirituals, το tango argentino, ένα μεγάλο μέρος της flamenco παράδοσης, τα blues, αλλά και τα συναισθήματα μόνωσης της εφηβείας, και τη νοσογραφική προσέγγιση της κατάθλιψης, καθώς και τη συνεχή προσπάθεια εξισορρόπησης του ανθρώπου ανάμεσα στις θρησκευτικές του καταβολές και τη φυσική ροπή των πραγμάτων. Στην ερευνητική προσέγγιση της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη ο homo technologicus εκφαίνεται, αναπόφευκτα, ως homo artificialis. Και ως τέτοιος (μη αληθής) εκφαίνεται και στη Λογοτεχνία του εικοστού αιώνα: abandonatus, anxiosus, confusus, diffectuosus, inabilis, instabilis, somnolentis, torbidus και vespertinus. Σιωπηλός παρατηρητής και μονωμένος, εσωστρεφής,  δύσθυμος στοχαστής.

Από την εκτενή αυτήν μελέτη δεν θα μπορούσαν να λείπουν η Julia Kristeva, η Αnna Seghers[27], η μεγάλη αουτσάιντερ της γερμανόφωνης μεταπολεμικής λογοτεχνίας Ilse Aichinger[28] καθώς και η «αφήγηση ως εργασία πένθους», που συγκεφαλαιώνουν πολύχρονη αναδίφηση της συγγραφέως[29]στον ευρωπαϊκό περί Μελαγχολίας λόγο και στον Γνωστικισμό: η «εκ των υστέρων» ανάπλαση του παρελθόντος, με στόχο την υπέρβαση του αισθήματος απώλειας,παράγει ανατροπή της χρονικής αλληλουχίας στην αφήγηση, επισημαίνει η Αλεξάνδρα Ρασιδάκη. Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίον αυτή η διαπίστωση αυτόματα τεκμηριώνεται  με την επιλογή των plates που κοσμούν το βιβλίο της: νεκρές φύσεις όπου η υπόμνηση της ταυτότητας και της θνητότητας (μια νεκροκεφαλή, π.χ.) «ακινητοποιούνται» και συμβολοποιούνται στα μάτια του θεατή. Εύκολα κανείς θα όριζε το ‘κρόνειο’ ταμπεραμέντο, το crepusculo της Τέχνης, ως ευκόλως αναγνωρίσιμο αισθητικό κατηγόρημα που ανήκει στη σφαίρα και τη δικαιοδοσία του Υψηλού, αν ως εφαλτήριο χρησιμοποιούσε τη λογοτεχνία της Marguerite Duras, του William Faulkner, του Franz Kafka, του Heinrich Böll, του Jukio Mishima ή του Γιώργου Χειμωνά. Όμως η ανάλυση που η κα Ρασιδάκη κάνει στο «Φθινόπωρο του Πατριάρχη» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και στον «Λαβύρινθο» του Πάνου Καρνέζη περνά τη βάσανο μιας θεωρητικοποίησης της μελαγχολικής κράσης ως γνωρίσματος της αφήγησης και φυσικά εκπλήσσει τον αναγνώστη. Η δυσκολία του εγχειρήματος συνίσταται ακριβώς στο μη προφανές του ερευνητικού αντικειμένου: εδώ προτάσσεται ο συσχετισμός εξουσίας και μελαγχολίας, με υποστηρικτικό υλικό την προϋπάρχουσα[30] γραμματολογία, στον λατινοαμερικανικό λογοτεχνικό χώρο και στην μετά τη μικρασιατική καταστροφή ελληνική λογοτεχνία, αντίστοιχα. Δυσχερής φαίνεται η σύνδεση του μεγαλοϊδεατισμού και της περίλυπης αφηγηματικής απομυθοποίησής του. Όμως μιλάμε εδώ για ένα κατεξοχήν ανοικτό διάλογο: η συγγραφέας γνωρίζει εις βάθος το αχανές του τοπίου που επιχειρεί να εξερευνήσει.

Με τόσο εκτεταμένη βιβλιογραφία πίσω της, εστιάζοντας σε νέες παραμέτρους του ζητήματος που κομίζουν πολύτιμο προβληματισμό και περιβεβλημένη τη γνωστή εκδοτική κομψότητα των εκδόσεων «Κίχλη», η μελέτη της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη έρχεται να καταλεχθεί στις σημαντικότερες εκδόσεις των τελευταίων χρόνων. Κι αυτό δεν θα ήταν εφικτό χωρίς το άγρυπνο και σχολαστικό βλέμμα της εκδότριας Γιώτας Κριτσέλη.

ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ

altΠερί μελαγχολίας
Στη θεωρία, τη λογοτεχνία, την τέχνη
Αλεξάνδρα Ρασιδάκη
Κίχλη, 2012
Σελ. 299, τιμή € 20,00

politeia_order

 

 

 


[1] Βιργιλίου, Αινειάδα,  XI, 151
[2]etviavixtandemvocilaxatadoloreest”, Montaigne, EssaissurlaTristesse, όπουκαιηπαραπομπήστοανείπωτοπένθοςτης «πετρωμένης» Νιόβης: «voila pourquoi les poètes imaginent que la malheureuse Niobé, ayant perdu d'abord ses sept fils, et sitôt après autant de filles, incapable de supporter une telle perte, fut finalement transformée en rocher pétrifiée de douleur ».
[3]NosologiaMethodica,  Editio Ultima, Amsterdam, 1768, Paris (Seuil),1953, σελ.9
[4]AnatomyofMelancholy, London & Toronto, 1977, τόμο 1ο , σελ. 40
[5]The Virtues, Sophia Institute Press, Manchester, NH pp.163 και Freedom, Grace and Destiny, Henry Regnery Co. pp. 251  
[6]Η Μελαγχολία της Αναγέννησης, Ελληνικά Γράμματα, 1995
[7]Η συλλογή του Ιπποκράτη και ο ρόλος της στην Ιστορία της Ιατρικής, συνέδριο του Στρασβούργου, 1972, Leiden, 1975, σελ. 107-8
[8]Examen de ingenios para las ciencias, 1575
[9] Το βιβλίο του Ηuarte de San Juan μεταφράστηκε στα γερμανικά από τον Lessing, το 1752
[10]Περί οξέων και χρονίων παθών.
[11] Στην «Ιστορία της Μελαγχολίας και της θεραπείας της από τις απαρχές έως το 1900» που εκδόθηκε το 1960 στη Βασιλεία
[12]«Η μαύρη χολή ανεβαίνει ως αναθυμίαση στον εγκέφαλο και προκαλεί σπασμούς”
[13] όπως υποστήριξε ο Johan Huizinga στοPessimismandtheidealofthesublimelife,1924:22ff
[14] Κάτι που κάνει και ο Etienne Souriau, στο CorrespondencedesArts (Paris, Flammarion, 1969), αναφερόμενος στα οράματα της Μαρίας Μαγδαληνής και του Αγίου Ιερώνυμου. Ανάλογες διακρίσεις παρακολούθησε ο υποφαινόμενος, το 1986, στις μεταπτυχιακές παραδόσεις Αισθητικής του Yves Hersant, στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales που έφεραν τον τίτλο «Από τον Μαύρο Ήλιο στον Βασιλιά-Ήλιο» (DuSoleilNoirauRoiSoleil): εκεί συνειδητοποίησα πως η Μελαγχολία απειλεί το στέρεο οικοδόμημα του Καθαρού Λόγου, γιατί καθιερώνει τον ίλιγγο της καταστροφής και του finis mundi. Ο Yves Hersant παρουσίαζε την εποχή της αποκατάστασης του ανθρώπου στις υψηλότερες βαθμίδες της κλίμακας των αξιών να διαδέχεται καλπάζοντας τη Μεγάλη Πανούκλα του Μεσαίωνα, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη του λυκόφωτος και την εισαγωγή στο λυκαυγές του Διαφωτισμού.
[15]NosologiePhilosophique, 5η έκδοση, 1813, τόμο 2ο, σελ 90
[16]Des maladies mentales considérées sous les rapports médical, hygiénique et médico-légal, Vol. 1
[17] M.Preaux, Mélancolies, Paris, Herscher, 1982, p.91
[18] Hildergarde de Bingen, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Helene Prigent στο βιβλίο της Mélancolie: lesmétamorphosesdeladépression, Paris, Gallimard, 2001
[19]ΤhéorieEsthétique
[20]Πένθος και Μελαγχολία, στον τόμο, Μεταψυχολογικά κείμενα του 1915, Εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα 2005
[21] J.M.Morel, ThéoriedesJardins, 1776
[22]ΕtinArcadiaego
[23]Lapoétiquedelamusique, Paris, 1785: Καθώς η ευτυχία υφίσταται μόνο σε κατάσταση μετάβασης μπορεί εύκολα να εκφραστεί, σε αντίθεση με τη μελαγχολία, που ουσιαστικά ποτέ δεν βρίσκει την επαρκή της απόδοση στις τέχνες και τα γράμματα. Μια ελάσσων (μινόρε) μουσική κλίμακα από μόνη της αποδίδει αυτό το συναίσθημα, γιατί αφήνει στην ψυχή «κάτι ακόμα» να ελπίζει, καθώς οι συγχορδίες που παράγει, με όρους μουσικής ψυχολογίας, είναι ατελείς. Το ίδιο ισχύει για κάθε ημιτελές έργο τέχνης. Το ίδιο λέει και ο d'Alembert  στην Εncyclopédie του Διαφωτισμού, ενώ οι Ευρωπαίοι μουσικολόγοι και αναλυτές των Requiem μέχρι σήμερα θεωρούν την ευρωπαϊκή Αρμονία μιαν αρμονία της ελάσσονος κλίμακας.
[24] …καθώς και τη διάδοχη «Φαίδρα» του Ρακίνα.
[25]Mechanischer Kopf
[26] Raoul Haussmann: εμβληματική μορφή του βερολινέζικου ντανταϊσμού
[27] Αnna Seghers, Der Ausflug der toten Mädchen. Mεταφράστηκε στα Ελληνικά ως «Εκδρομή των νεκρών κοριτσιών» (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα,1990) και ως «Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» σε μετάφραση Γ. Δεπάστα (Άγρα, 2000).
[28] Tην «Επίκαιρη συμβουλή» της Ilse Aichinger μετέφρασε η κα Ρασιδάκη για τις εκδόσεις «Ροές» το 2009, στο επίμετρο της οποίας και η σχετική μελέτη ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ.
[29] Η Αλεξάνδρα Ρασιδάκη έχει εξετάσει, σε προηγούμενη αρθρογραφία της, κείμενα της γερμανικής γραμματείας τα οποία εντάσσονται στον γενικότερο μεταπολεμικό προβληματισμό σχετικά με τον ρόλο της τέχνης στην αντιμετώπιση του τραυματικού παρελθόντος. Πρόκειται για κείμενα στα οποία η Απώλεια αποτελεί το έναυσμα της αφηγηματικής διαδικασίας, και τα οποία ως εκ τούτου μπορούν να διαβαστούν ως «εργασία του πένθους». Θεωρητική βάση της ανάλυσης της κας Ρασιδάκη αποτελεί ο ορισμός της «εργασίας πένθους» από τον Σίγκμουντ Φρόιντ ως μίας επίπονης διαδικασίας ανάμνησης, κατά την οποία το χαμένο αντικείμενο συνεχίζει να υπάρχει ψυχικά. Η αφήγηση παρουσιάζεται στα κείμενα αυτά ως διαδικασία ανάμνησης η οποία, εκκινώντας από τον θάνατο και την καταστροφή, προχωρά στην ανάπλαση του παρελθόντος. Η αφηγηματολογική επιλογή της εκ των υστέρων οπτικής επιτρέπει την ανατροπή της χρονικής αλληλουχίας. Ο στόχος της διαδικασίας αυτής είναι η εργασία του πένθους: το Εγώ, δηλαδή,  να ξεπεράσει την Απώλεια και να στραφεί και πάλι προς τη ζωή. Τη σκέψη του Φρόιντ συνεχίζει στον «Μαύρο Ήλιο» η Τζούλια Κρίστεβα. (‘Εκ των υστέρων’, τεύχος 113, Αθήνα (Εξάντας) 2005, σσ. 66-84.) Περαιτέρω μελέτη της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη στα:
«Δισταχτικοί ταξιδιώτες, απραγματοποίητα ταξίδια: ο απόηχος ενός ρομαντικού μοτίβου στα διηγήματα του Γ. Βιζυηνού» Δια-Κείμενα, 13 «Λογοτεχνία και ταξίδι». 2011, σσ. 125-135.,
«Συνέπειες του ρομαντισμού: Το διήγημα του Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» ως χρονικό μελαγχολίας“. Νέα Εστία, 161, Ιούνιος 2007, σσ. 1029-1051. ,
«Η μελαγχολική πλευρά της Γνώσης». Εκ των Υστέρων, τεύχος 3, Αθήνα, Νοέμβριος 1999, σσ. 173-181.
30. Δεν θα ήταν δυνατόν ένα μόνο δοκίμιο Αισθητικής να μελετήσει τη Μελαγχολία σε σχέση με τον Goya και τον Giorgione, τον Blake, τον Schongauer, τον Cranach τον Πρεσβύτερο, τoν Αrchimboldo, τoν Bruegel τoν Πρεσβύτερο, τον σύγχρονό μας Edward Hopper, τους Φλαμανδούς με επικεφαλής τον Ιερώνυμο Bosch και τον Vermeer, τον Edvard Munch, τα χαρακτικά του Dΰrer και τους Αστούς του Καλαί του Rodin. Κραυγάζουν τη μελαγχολία τους ο τευτονικός ήρωας, το Τραγούδι του Roland, το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν, η Ιφιγένεια του Gluck, η Λάουρα του Petrarca, ο Ανηψιός του Ραμώ του Diderot, η Νέα Ιουστίνη του de Sade, ο Δον Ζουάν του Μoliere, ο  Holderlin και ο Coleridge, Τα πάθη του νεαρού Βερθερου του Goethe, ο Μοναχικός Περιπατητής του Rousseau, το έργο του Chateaubriand, της Madame de Stael,του Stendhal και του Ντοστογιέφσκι, το έργο της Virginia Wolf και του James Joyce, o Φυλακισμένος του Τσίλον του Βyron,  το Τραγούδι στον Εαυτό μου του Walt Whitman και το ¨Κοράκι¨ του  Poe, η Ιστορία του Ρε της Σκότζια του Τριβώλη, οι ταινίες του Karl Dreyer, του Ingmar Bergman, του Luchino Visconti, του Iniaritou και του Lars Von Trier, η πορτογαλική Saudade, η flamenco solea, η γερμανική Weltschmerz, η Punk μουσική καθώς και όλη η λογοτεχνική και θεατρική/κινηματογραφική παραγωγή που ακολούθησε την εμφάνιση του AIDS στις δυτικές κοινωνίες.

 

Ακολουθήστε την boopress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Μακιαβέλλι: Η τέχνη τού να διδάσκεις στους ανθρώπους τι πρέπει να φοβούνται» του Πατρίκ Μπουσρόν (κριτική)

«Μακιαβέλλι: Η τέχνη τού να διδάσκεις στους ανθρώπους τι πρέπει να φοβούνται» του Πατρίκ Μπουσρόν (κριτική)

Για το βιβλίο του Patrick Boucheron «Μακιαβέλλι: Η τέχνη τού να διδάσκεις στους ανθρώπους τι πρέπει να φοβούνται» (μτφρ. Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, εκδ. Πατάκη).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Γνωρίζουμε πραγματικά ποιος και τι ήταν ο Μακιαβέλλι...

«Ο καρπός της ασθενείας μου» του Νικήτα Σινιόσογλου (κριτική)

«Ο καρπός της ασθενείας μου» του Νικήτα Σινιόσογλου (κριτική)

Για το δοκίμιο του Νικήτα Σινιόσογλου «Ο καρπός της ασθενείας μου – Δοκίμιο με σάρκα και οστά» (εκδ. Κίχλη). Κεντρική εικόνα: Πίνακας, λάδι σε καμβά (2016) © Clive Head.

Της Ιωάννας Κυριακίδου

Ο Νικήτας Σινιόσογλου είναι ένας αλλόκοτος συγγρα...

«Ο δρόμος προς την ανελευθερία: Ρωσία, Ευρώπη, Αμερική» του Τίμοθι Σνάιντερ (κριτική)

«Ο δρόμος προς την ανελευθερία: Ρωσία, Ευρώπη, Αμερική» του Τίμοθι Σνάιντερ (κριτική)

Για το βιβλίο του Timothy Snyder «Ο δρόμος προς την ανελευθερία: Ρωσία, Ευρώπη, Αμερική» (μτφρ. Ανδρέας Παππάς, εκδ. Παπαδόπουλος. Βιβλίο «που κυκλοφόρησε το 2018 και που διαβάζεται σαν να γράφτηκε σήμερα».

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Ο πολύγλωσσος και...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Μάνος Κοντολέων: «Η καθαρή λογοτεχνία δεν έχει ηλικιακά όρια μήτε δημιουργίας μήτε πρόσληψης»

Μάνος Κοντολέων: «Η καθαρή λογοτεχνία δεν έχει ηλικιακά όρια μήτε δημιουργίας μήτε πρόσληψης»

Συνέντευξη εφ' όλης της ύλης με τον βραβευμένο συγγραφέα Μάνο Κοντολέων.

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Πάνε κιόλας, Μάνο, τρία χρόνια απ’ όταν έκλεισες 40 χρόνια δημιουργικής πορείας στον χώρο της λογοτεχνίας, κι έγινε μάλιστα μια ημερίδα προς τιμήν...

Στην Ινδή Γκιτάντζαλι Σρι το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ

Στην Ινδή Γκιτάντζαλι Σρι το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ

Η συγγραφέας Γκιτάντζαλι Σρι (Geetanjali Shree) και η μεταφράστρια Daisy Rockwell θα μοιραστούν το χρηματικό έπαθλο των 50,000 λιρών για το «εξαιρετικά διασκεδαστικό και αστείο» βιβλίο «Tomb of Sand» (Τάφος από άμμο). Θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Book Press ...

«Προσκόμματα και ποιμαντικές λύσεις για την κατάβαση της αγέλης στον κάμπο σε περίπτωση αντάρας» του Αλέξιου Μάινα (κριτική)

«Προσκόμματα και ποιμαντικές λύσεις για την κατάβαση της αγέλης στον κάμπο σε περίπτωση αντάρας» του Αλέξιου Μάινα (κριτική)

Για την ποιητική συλλογή του Αλέξιου Μάινα «Προσκόμματα και ποιμαντικές λύσεις για την κατάβαση της αγέλης στον κάμπο σε περίπτωση αντάρας» (εκδ. Μικρή Άρκτος). Κεντρική εικόνα: Ο πίνακας του Jean-Michel Basquiat «Εκπεπτωκός άγγελος» (1981).

Της Χλόης Κουτσουμπέλη

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Πίσω από τον ήχο του νερού» της Γεωργίας Τάτση (προδημοσίευση)

«Πίσω από τον ήχο του νερού» της Γεωργίας Τάτση (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα της Γεωργίας Τάτση «Πίσω από τον ήχο του νερού», που θα κυκλοφορήσει στις 6 Ιουνίου από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Μην ανησυχείς. Μην αισθάνεσαι θλίψη. Έλα, χαμογέλα. Για σένα δεν πέθαν...

«Σπίτια και τάφοι» του Μπερνάρντο Ατσάγα (προδημοσίευση)

«Σπίτια και τάφοι» του Μπερνάρντο Ατσάγα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μπερνάρντο Ατσάγα (Bernardo Atzaga) «Σπίτια και τάφοι» (μτφρ. Κώστας Αθανασίου), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 3 Ιουνίου από τις εκδόσεις Εκκρεμές. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός ...

«Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

«Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά», που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Εστία.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μέχρι κάποια ηλικία η μνήμη θυμίζει πατάρι· στοιβάζεις ό,...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Σταυροδρόμια», «Σάγκι Μπέιν», «Η υπόσχεση»: Τρία σπουδαία σύγχρονα μυθιστορήματα

«Σταυροδρόμια», «Σάγκι Μπέιν», «Η υπόσχεση»: Τρία σπουδαία σύγχρονα μυθιστορήματα

Το μυθιστόρημα, ακόμη και την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, παραμένει το μεγάλο χωνευτήρι της πεζογραφικής φόρμας, ένας αφηγηματικός κόσμος ευρύχωρος και δεκτικός, που έχει τη μοναδική δύναμη να κινεί μεγάλους όγκους αφηγηματικού υλικού και να τους κατανέμει ομαλά μέσα στη διάρκεια μίας ή και πολλών δεκαετιών. ...

Έξι αστυνομικά μυθιστορήματα και ένα δοκίμιο του Όργουελ

Έξι αστυνομικά μυθιστορήματα και ένα δοκίμιο του Όργουελ

Έξι προσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα και ένα δοκίμιο του George Orwell. Κλασικό και σύγχρονο βρετανικό, σκανδιναβικό αλλά και μια αυτοέκδοση ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος μεταξύ των προτάσεων. Κεντρική εικόνα: Εικονογράφηση του Λιθουανού © Karolis Strautniekas.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου ...

Πόλεμος στην Ουκρανία: Οκτώ βιβλία για το «πώς φτάσαμε ως εδώ»

Πόλεμος στην Ουκρανία: Οκτώ βιβλία για το «πώς φτάσαμε ως εδώ»

Οκτώ βιβλία που μας βοηθούν να καταλάβουμε, ακόμη και σε καταστάσεις κρίσιμες και τραγικές όπως αυτές που ζούμε σήμερα, «Πώς φτάσαμε ως εδώ». Τα έξι είναι βιβλία ιστορίας, έρευνας και γεωπολιτικής και τα δύο είναι λογοτεχνικά έργα Ουκρανών συγγραφέων. Στην κεντρική εικόνα: Από διαδήλωση στο Βερολίνο την περασμένη Κυ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

14 Σεπτεμβρίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τα βιβλία του χειμώνα: Τι θα διαβάσουμε τους μήνες που έρχονται (ανανεωμένο)

Επιλογές βιβλίων από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης, βιογραφιών και δοκιμίων από 34 εκδοτικούς οίκους. Επιμέλεια: Κώστας Αγορα

ΦΑΚΕΛΟΙ