
Για το δοκίμιο του Τίμοθι Σνάιντερ (Timothy Snyder) «Περί ελευθερίας» (μτφρ. Γιάννης Βογιατζής, εκδ. Παπαδόπουλος). Κεντρική εικόνα, το Μνημείο της Ανεξαρτησίας στο Κίεβο.
Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης
Ο πολύγλωσσος και ευρυμαθής -οι γνώσεις του εκτείνονται από τη φιλοσοφία στις κοινωνικές και από εκεί στις φυσικές επιστήμες- Αμερικανός ιστορικός Τίμοθι Σνάιντερ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, διδάσκων και σε φυλακές των ΗΠΑ και ακτιβιστής υπέρ των λαών που δέχονται επιθέσεις από ισχυρά κράτη, είναι παθιασμένος «εραστής» της ελευθερίας. Σε κάθε έργο του αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του. Αριστερών και σοσιαλδημοκρατικών πεποιθήσεων ο ίδιος, και όχι «φιλελεύθερος» όπως λανθασμένα έχει χαρακτηριστεί, στο βιβλίο του Περί ελευθερίας που εκδόθηκε το 2023, ένα χρόνο πριν τη δεύτερη εκλογή του Τραμπ, κάνει ένα βήμα ακόμη πιο αριστερά.
Στόχος του εδώ είναι η κριτική στην ιδεολογία της περίφημης «αρνητικής ελευθερίας», που είναι το άλλο όνομα της άρνησης της ανάγκης ύπαρξης ενός κράτους που θα ελέγχει τις αγορές και της άρνησης της προτεραιότητας των δημόσιων αγαθών έναντι του μεγάλου ιδιωτικού πλούτου. Σύμφωνα με αυτόν, πίσω από την ιδέα της αρνητικής ελευθερίας ως μοναδικής ελευθερίας κρύβεται η ιδέα που θέλει να «μην υπάρχει εναλλακτική» στην αρχή του λιγότερου κράτους και της απόρριψης κάθε ιδέας για κοινωνικό κράτος παροχής υπηρεσιών. Έτσι αναφέρεται σε πέντε ελευθερίες.
Η ελευθερία της κυριαρχίας
Την πρώτη ελευθερία την αναζητεί στις επεξεργασίες της Γερμανίδας φιλοσόφου Έντιτ Στάιν. Αυτή είναι η ελευθερία της κυριαρχίας. Η αρχή δηλαδή της γνωριμίας μας με το σώμα και το μυαλό μας. Κυρίαρχο είναι το άτομο που γνωρίζει καλά τον εαυτό του και τον κόσμο ώστε να είναι σε θέση να διατυπώνει ορθές κρίσεις για τον κόσμο που τον περιβάλλει. Αυτό όμως μπορεί να συμβαίνει μόνο όταν αυτό το άτομο επικοινωνεί και με άλλα άτομα. Το απομονωμένο άτομο δεν έχει καμία δυνατότητα να κατανοήσει τον κόσμο. Η αντικειμενικότητά μας εξαρτάται από την υποκειμενικότητα των άλλων. Κυρίαρχο είναι το άτομο που μπορεί να ξεχωρίσει το σώμα του (γερμανικά: Leib) από τα άλλα ξένα σώματα, αλλά και από άλλα αντικείμενα που υπόκεινται σε φυσικούς νόμους (γερμανικά: Kӧrprer).
Ένα Kӧrprer μπορεί να υπάρχει χωρίς εμάς τους ίδιους, αλλά ένα Leib δεν υπάρχει χωρίς εμάς τους ίδιους. Χάρη στο Leib αναδεικνύεται ό,τι έχει σχέση με τη ζωή και την ελευθερία μας. Αυτό βρίσκεται στην καρδιά της γνώσης, αλλά και στην καρδιά μιας πολιτικής της ελευθερίας που δεν είναι αρνητική, αλλά θετική. Με αυτό «βλέπουμε τι πρέπει να κτίσουμε από κοινού για να γίνουμε ελεύθεροι» (σ. 54). Χρειαζόμαστε μια ελευθερία που θα προστατεύει το Leib από την απουσία του κράτους πρόνοιας, όπως το επιδιώκει η αρνητική ελευθερία. Αυτή η ελευθερία είναι μια καταπιεστική ιδέα. Αντίθετα, όταν το πάνω χέρι έχει η ιδέα του Kӧrprer, εκεί το ανθρώπινο σώμα υποχωρεί για χάρη της φυλής. Ο ναζισμός απεικόνιζε τις ανθρώπινες φυλές ως ενιαίους οργανισμούς, τη γερμανική φυλή ως τον ανώτερο από αυτούς τους οργανισμούς και τους εβραίους ως τον κατώτερο, ως ξένα σώματα, βακτήρια ή παράσιτα. Συνεχίζοντας, ο Σνάιντερ προσθέτει πως απανθρώπιζοντας τους άλλους, καθιστούμε και τον ίδιο μας τον εαυτό ανελεύθερο. Δεν υπάρχει δική μας ελευθερία, όταν οι άλλοι δεν είναι ελεύθεροι. Αν ταυτοχρόνως δεν υπάρχω ως Leib, επειδή η φυλή μου απορρίπτεται, τότε ανοίγουν οι δρόμοι της γενοκτονίας. Η λύση είναι να μεταφερθεί η ιδέα της κυριαρχίας στο πρόσωπο. Η ελευθερία είναι υπέρτατη αξία, διότι είναι ο όρος για την άσκηση όλων των άλλων αξιών.
Ιδιαίτερο αυξημένο είναι και το ενδιαφέρον που δείχνει για τον κόσμο των παιδιών και την παιδική ηλικία. Το να αρνούμαστε στα παιδιά τις ικανότητες που χρειάζονται για να κάνουν επιλογές, είναι μια πράξη ανελευθερίας.
Ο Σνάιντερ, για να κάνει πιο καθαρή την αντίληψή του για το «ξεχωριστό ανθρώπινο σώμα», το συνδέει με την υγεία του. Ο συγγραφέας εμπλούτισε τις ιδέες του για την ανάγκη της δημόσιας υγείας, όταν αντιμετώπισε ο ίδιος ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, όπου οι ανεπάρκειες του συστήματος τόσο της ιδιωτικής όσο και της δημόσιας υγείας παραλίγο να του στερήσουν τη ζωή. Η προσωπική περιπέτειά του του έδωσε κι άλλα επιχειρήματα υπέρ της άποψής του που υποστηρίζει πως η ιατρική περίθαλψη από δικαίωμα έχει μετατραπεί σε μηχανισμό μεταφοράς πλούτου προς τους ιατρικούς και νοσοκομειακούς ομίλους. Η υγεία είναι στοιχείο καλής διακυβέρνησης. Στα νοσοκομεία όμως γνώρισε και μια άλλη πτυχή. Τον ρατσισμό. Στα δημόσια νοσοκομεία οι μαύροι γενικά και οι λευκοί φτωχοί αντιμετωπίζονται πολύ χειρότερα από τους πλούσιους λευκούς, όσο και αν ακόμη και γι’ αυτούς οι συνθήκες δεν είναι ιδανικές. Αν φυσικά οι τελευταίοι δεν καταφύγουν στα ιδιωτικά. Ιδιαίτερο αυξημένο είναι και το ενδιαφέρον που δείχνει για τον κόσμο των παιδιών και την παιδική ηλικία. Το να αρνούμαστε στα παιδιά τις ικανότητες που χρειάζονται για να κάνουν επιλογές, είναι μια πράξη ανελευθερίας.
Η αρχή της μη προβλεψιμότητας
Η δεύτερη ελευθερία είναι η αρχή της μη προβλεψιμότητας. Εδώ επικαλείται πολλά παραδείγματα από τη ζωή των αντιφρονούντων στο κομμουνιστικό σύστημα. Στο κομμουνιστικό σύστημα όλα ήταν προβλέψιμα, όλα ήταν ελεγχόμενα από το κόμμα. Εκεί δεν υπήρχε κανένας χώρος για ελευθερία. Στο κομμουνιστικό σύστημα, αν το άτομο προσποιείτο το ικανοποιημένο άτομο, δεν υπήρχαν συνέπειες γι’ αυτό. Το είχε πει και μια βουλεύτριά μας αυτό, νομίζοντας πως λέει κάτι καλό για το σύστημα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η τυραννία του κομμουνισμού, κατά τον Χάβελ, δεν απαιτούσε αφοσίωση, αλλά προβλεψιμότητα. Η αρχή της μη προβλεψιμότητας καθιστά το άτομο υπεύθυνο για τις πράξεις του, αλλά και ελεύθερο να πράττει σύμφωνα με τις επιλογές του. Η μη προβλεψιμότητα είναι ελευθερία, είναι αυτό που ο Χάβελ, αλλά και ο Διαφωτισμός θα πρόσθετα, ονομάζει «αυτονομία» του ατόμου. Σύμφωνα με την ελευθερία της μη προβλεψιμότητας, καμία επιλογή δεν είναι ποτέ οριστική, επειδή ο κόσμος γύρω μας αλλάζει και επειδή και οι ίδιες οι αξίες μας διαρκώς ανανοηματοδοτούνται. Οι αξίες δεν είναι υλικά αντικείμενα, γι’ αυτό και όσο προχωράμε αναγκαζόμαστε να τις βλέπουμε με άλλο, με νέο μάτι, και να τους δίνουμε νέα νοήματα. Αυτό που θέλει από εμάς η ελευθερία της μη προβλεψιμότητας είναι να μην είμαστε ουδέτεροι.
Με ευρωπαϊκούς και όχι αμερικανικούς όρους, η ελευθερία της κινητικότητας είναι το κράτος πρόνοιας. Είναι το κράτος της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, η οποία διαδέχθηκε την αυτοκρατορική κινητικότητα.
Πουθενά δεν ήταν πιο κατηγορηματική η απουσία της ελευθερίας της μη προβλεψιμότητας από την αντιμετώπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σοβιετική Ένωση και τους δορυφόρους της. Οι αντιφρονούντες αγωνίστηκαν κατά της καταπιεστικής προβλεψιμότητας και διεκδίκησαν να μη τους υποχρεώνουν να ζουν σε κομματικά κουτάκια. Πρώτα αντέδρασαν οι μουσικοί της ροκ σκηνής και μετά οι διανοούμενοι. Όλοι αυτοί δεν κατέθεσαν και δεν υποστήριξαν μεγάλες αφηγήσεις για το μέλλον των κοινωνιών τους. Απλά διεκδίκησαν την ελευθερία η ζωή τους να μην υπερκαθορίζεται από το κόμμα. Στο τέλος νίκησαν και κατά τον Πολωνό φιλόσοφο Λέσεκ Κολακόφσκι, επέβαλλαν τον αξιακό πλουραλισμό απέναντι στον κομμουνιστικό μονισμό.
Η κινητικότητα και η αντικειμενικότητα
Η τρίτη ελευθερία είναι αυτή της κινητικότητας. Αυτή είναι εκείνη η κίνηση στον χώρο και στο χρόνο μεταξύ ανθρώπινων σωμάτων και της μεταξύ τους ανταλλαγής αξιών. Η κινητικότητα σημαίνει την ουσιαστική δυνατότητα να κινούμαστε ανοδικά στο χώρο και στον χρόνο. Δυνατότητα που δεν μας δίνει η αρνητική ελευθερία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, κύριο ρόλο παίζει ένα κράτος φροντίδας για τους πολίτες του. Ένα κράτος δηλαδή που φροντίζει να μειώνει τα ποσοστά φτώχειας και τις ανισότητες. Ένα κράτος που μαζί με τη φροντίδα επαναφέρει και την πίστη πως υπάρχει μέλλον. «Είμαστε πιο κινητικοί όταν μπορούμε να βασιστούμε στην ικανοποίηση ορισμένων βασικών ανθρώπινων απαιτήσεων» (σ. 175).
Με ευρωπαϊκούς και όχι αμερικανικούς όρους, η ελευθερία της κινητικότητας είναι το κράτος πρόνοιας. Είναι το κράτος της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, η οποία διαδέχθηκε την αυτοκρατορική κινητικότητα. Η έλλειψη της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας αποτελεί την καύσιμο ύλη της ανόδου της Ακροδεξιάς. Και αυτό αφορά κυρίως την κοινωνική υποχώρηση του στάτους της μεσαίας τάξης. Αλλά και η μαζική φυλάκιση ως μέσο πάταξης των μαύρων, σταματά την κίνηση στον χώρο και αφαιρεί τον χρόνο. Ένας μαύρος άνδρας είχε περίπου πέντε φορές περισσότερες πιθανότητες να φυλακιστεί από ένα λευκό πριν από τη δεύτερη θητεία Τραμπ. «Η φυλάκιση μαύρων μετέδιδε το μήνυμα ότι ήταν ανώτερο και ασφαλέστερο να είσαι λευκός» (σ. 204). Τα ίδια αφορούν και τη φυλετική ανελευθερία που θέτει περιορισμούς στο δικαίωμα ψήφου των μαύρων αλλά και άλλων μειονοτήτων. Τώρα, με τον Τράμπ για δεύτερη φορά, να προσθέσω, πως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα.
Η κριτική του στους μέσους όρους είναι υπόδειγμα κοινωνικής και πολιτικής κριτικής. Συνοψίζοντας, υποστηρίζει πως όπου υπάρχουν τεράστιες ανισότητες, δεν υπάρχει συζήτηση για ελευθερίες.
Ο Σνάιντερ γράφει και για τον περιβόητο σαδολαϊκισμό. Αν ο λαϊκισμός διεκδικεί κάτι από την αναδιανομή, ο σαδολαϊκισμός ζητά όχι εμείς να ζούμε καλά, αλλά οι άλλοι να ζουν χειρότερα από εμάς. Αυτός δεν διεκδικεί να σταματήσουμε να υποφέρουμε, αλλά οι άλλοι, οι διαφορετικοί, να ζουν χειρότερα από εμάς. Με άλλα λόγια, μιλάμε εδώ για το φαινόμενο του κοινωνικού αυτοματισμού. Και κυρίως βεβαίως εδώ ο συγγραφέας θέτει το ζήτημα των τεράστιων ανισοτήτων, οι οποίες βαθαίνουν το χάσμα ανάμεσα στο 1% και όλων των υπολοίπων. Η κριτική του στους μέσους όρους είναι υπόδειγμα κοινωνικής και πολιτικής κριτικής. Συνοψίζοντας, υποστηρίζει πως όπου υπάρχουν τεράστιες ανισότητες, δεν υπάρχει συζήτηση για ελευθερίες.
Η τέταρτη ελευθερία είναι αυτή της αντικειμενικότητας. Αυτή αφορά την αλήθεια που στηρίζεται στα γεγονότα. Την αληθινή και όχι τη ψευδεπίγραφη αλήθεια. Ο Σνάιντερ απορρίπτει τη θεωρία της σχετικότητας των αξιών και των αληθειών. Η στήριξη στα πραγματικά γεγονότα είναι η ασπίδα μας απέναντι «στον ορυμαγδό των ασυναρτησιών». Στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό τα γεγονότα δεν έπαιζαν κανένα ρόλο. Το κόμμα είχε πάντα δίκιο και το μόνο που απαιτούσε ήταν η συμμόρφωση προς τις υποδείξεις. Ενώ στον ναζισμό, το κόμμα δεν ενδιαφερόταν να έχει πάντα δίκιο. Το ενδιέφερε «να πείθει» πως οι εβραίοι είχαν πάντα άδικο. Σημασία έχει πως όπου απουσιάζει η ελευθερία της αντικειμενικότητας, όπου δηλαδή τα γεγονότα αγνοούνται ή και διαστρεβλώνονται, εκεί οι λαοί εκλέγουν «δικτάτορες».
Η πέμπτη ελευθερία και η προοδευτική διακυβέρνηση
Η πέμπτη ελευθερία είναι αυτή της αλληλεγγύης. Ίσως και η σπουδαιότερη κατά τον Σνάιντερ. Αυτή είναι η ελευθερία που σηματοδοτεί τη δίκαιη κοινωνία και τους δίκαιους ανθρώπους. Αυτή είναι η δυνατότητα της ελευθερίας εκείνου του λόγου που υπερασπίζεται την αλήθεια και τη συμπερίληψη. Δεν είμαστε ελεύθεροι, αν οι αλήθειες μας δεν γίνονται κατανοητές και αποδεκτές από τους άλλους, αν δηλαδή δεν είμαστε σε θέση να μοιραστούμε τις εμπειρίες μας με τις εμπειρίες των ομοίων με εμάς, αλλά και με αυτούς που δεν έχουμε τις ίδιες εμπειρίες. Ή μάλλον, πιο σωστά, αν έχουμε διαφορετικές εμπειρίες, η ανάγκη επικοινωνίας των αληθειών μας είναι ακόμη πιο επιτακτική. Και επειδή αυτά μπορεί να φαντάζουν γενικόλογα, ο συγγραφέας τα συγκεκριμενοποιεί.
Η ιστορία του δικαιώματος της ψήφου είναι μια ιστορία ανισοτήτων, των γυναικών παλαιότερα, των μαύρων και των φυλακισμένων σήμερα. Και ποιος ξέρει ποιων άλλων αύριο.
Η διεκδίκηση του δικαιώματος της ψήφου, που πολλές φορές παραβιάζεται για τους μαύρους και τους φυλακισμένους στις ΗΠΑ, συνιστά εφαρμοσμένη αλληλεγγύη. Η ιστορία του δικαιώματος της ψήφου είναι μια ιστορία ανισοτήτων, των γυναικών παλαιότερα, των μαύρων και των φυλακισμένων σήμερα. Και ποιος ξέρει ποιων άλλων αύριο. Στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού και ειδικά στην Πολωνία, το κεντρικό σύνθημα ήταν: «Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς αλληλεγγύη». Δυστυχώς, όμως, και κάνω έκκληση να προσεχθεί αυτό το σημείο, κατά τον συγγραφέα η ελευθερία που επικράτησε στην Ανατολική Ευρώπη μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» ήταν αυτή της αρνητικής ελευθερίας. Της παράδοσης, δηλαδή, της ελευθερίας στην ελευθερία των αγορών. Η αγορά αύξησε μεν το μέσο βιοτικό επίπεδο στην ανατολική Ευρώπη, αλλά δεν δημιούργησε ούτε κοινωνία των πολιτών ούτε αλληλεγγύη.
Η συζήτηση για την αποδοτικότητα απορρίπτει τις ηθικές αρετές της αλληλεγγύης. Αυτές οι αρετές παρουσιάζονται ως εμπόδια «για τη δουλειά» ως «χάσιμο χρόνου».
Η αλληλεγγύη είναι απαραίτητη για να αμφισβητηθεί αυτό που ο συγγραφέας κατονομάζει ως πολιτική του αναπόφευκτου ή, με άλλα λόγια, η πολιτική τού «δεν υπάρχει εναλλακτική». Την πολιτική του αναπόφευκτου που επικράτησε μετά την πτώση του κομμουνισμού, συμπλήρωσε η πολιτική της αιωνιότητας στις αρχές του 21ου και τη καταστροφής που αναδύεται τώρα. Αυτές οι τρεις χρονοστρεβλώσεις υποσκάπτουν την αλληλεγγύη και την ελευθερία γενικότερα. Επικεφαλής τους είναι οι μεγιστάνες ιδιοκτήτες των τεχνολογικών μέσων και της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτοί, αντί της αλληλεγγύης υποστηρίζουν την αρχή της αποδοτικότητας. Η συζήτηση για την αποδοτικότητα απορρίπτει τις ηθικές αρετές της αλληλεγγύης. Αυτές οι αρετές παρουσιάζονται ως εμπόδια «για τη δουλειά» ως «χάσιμο χρόνου». Ο Σνάιντερ υποβάλλει σε δριμύτατη κριτική τον λεγόμενο λιμπεραλισμό και τον χαρακτηρίζει «φιλελεύθερη ανελευθερία». Οι λιμπεραλιστές ισχυρίζονται πως οι αγορές υπερασπίζονται την ελευθερία, ενώ κατά τον Σνάιντερ, αυτοί κατ’ ουσία πιστεύουν πως οι άνθρωποι πρέπει να υπερασπίζονται τις αγορές και όχι οι αγορές τους ανθρώπους και την ελευθερία. Οι αγορές όμως δεν μπορούν να είναι ελεύθερες. Μόνο οι άνθρωποι μπορεί να είναι ελεύθεροι.
Μετά την πέμπτη ελευθερία ο συγγραφέας αυτού του εξαιρετικού έργου φτάνει στο ερώτημα: «Τι να κάνουμε, για να έχουμε τις ελευθερίες μας»; Η ουκρανική αντίσταση μας υπενθυμίζει ότι η ελευθερία δεν μπορεί να ανατεθεί σε απρόσωπες δυνάμεις. Έτσι, εκτός από τις θεωρητικές του επεξεργασίες, καταφεύγει και στην εμπειρία του από τα ταξίδια του στην Ουκρανία. Αυτός αναφέρει την ογδονταπεντάχρονη Μαρίγια που ζει μόνη της σε μια παράγκα, σε ένα χωριό το οποίο καταλήφθηκε από τους Ρώσους και μετά απελευθερώθηκε απ’ αυτούς. Είναι ελεύθερη τώρα; Η ελευθερία της ταλαιπωρημένης από τον πόλεμο ουκρανής ηλικιωμένης γυναίκας δεν θα είναι πλήρης, αν παραμείνει μόνο στο επίπεδο της «ελευθερίας από τους Ρώσους», αν είναι μόνο αρνητική.
Η ελευθερία δεν είναι μόνο η απουσία του κακού, αλλά και η παρουσία του καλού. Και γι’ αυτό χρειάζεται να ενισχυθεί η εργασία, το κράτος πρόνοιας, να αλλάξει το φορολογικό μείγμα, να υπάρξει φροντίδα για τα παιδιά και τους νέους, πολιτικές για να απαλλαγούν τα μυαλά μας από την εξάρτησή τους από τις οθόνες, να ενισχυθεί η ελευθερία του λόγου για όλους και όχι μόνο για τους ολιγάρχες
Θα είναι πραγματικά ελεύθερη μόνο όταν θα ζει σε κανονικό σπίτι με την πολυθρόνα της, τις ανέσεις της, με το να δέχεται επισκέψεις. Η ελευθερία της πρέπει να είναι και θετική. Αυτή και όλοι οι Ουκρανοί χρειάζονται να τους καταβάλλεται η σύνταξη ή να έχουν αξιοπρεπείς δουλειές οι νεότεροι, τα μαγαζιά να είναι ανοικτά, τα νοσοκομεία να λειτουργούν καλά, οι δημόσιες συγκοινωνίες να καλύπτουν τις ανάγκες τους, το κράτος να είναι δίπλα τους. Αυτό ισχύει όχι μόνο όμως για τους δεινοπαθούντες Ουκρανούς. Ισχύει για τους πολίτες όλων των κρατών και φυσικά και γι’ αυτούς των ΗΠΑ. Η ελευθερία δεν είναι μόνο η απουσία του κακού, αλλά και η παρουσία του καλού. Και γι’ αυτό χρειάζεται να ενισχυθεί η εργασία, το κράτος πρόνοιας, να αλλάξει το φορολογικό μείγμα, να υπάρξει φροντίδα για τα παιδιά και τους νέους, πολιτικές για να απαλλαγούν τα μυαλά μας από την εξάρτησή τους από τις οθόνες, να ενισχυθεί η ελευθερία του λόγου για όλους και όχι μόνο για τους ολιγάρχες, να ενισχύονται από το κράτος και οι μη πλούσιοι υποψήφιοι για να διεκδικούν δημόσια αξιώματα. Τελικά, το «νόημα της ελευθερίας του λόγου είναι να αμφισβητεί τη συσσωρευμένη εξουσία, που σημαίνει τον συσσωρευμένο πλούτο» (σ. 346) και όχι η ελευθερία να μπορούν οι πλούσιοι να κάνουν ό,τι θέλουν, επειδή είναι πλούσιοι. Και μη σπεύσει κανείς να υποστηρίξει πως αυτό είναι λαϊκισμός. Αυτό είναι η κραυγή της αγωνίας για το μέλλον των κοινωνιών και όχι λαϊκισμός. Σε τελική ανάλυση το ερώτημα δεν είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη κυβέρνηση, αλλά καλύτερη για τους πολλούς ή καλύτερη για τους λίγους κυβέρνηση.
Βατή η μετάφραση, αν και ένα θεματάκι με τα ανατολικοευρωπαϊκά ονόματα υπάρχει. Για παράδειγμα, όλοι γνωρίζουν πως πίσω από τον Μίτσνικ της μετάφρασης βρίσκεται ο Πολωνός Μίχνικ. Ορθά όμως ο μεταφραστής διευκρινίζει πως όταν ο συγγραφέας αναφέρεται με επικριτικό τόνο στους «φιλελεύθερους», εννοεί τους libertarians και όχι τους liberals. Αυτό είναι ένα σημείο που αν δεν προσεχθεί, μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα για το ποιον φιλελευθερισμό υποβάλλει σε κριτική ο συγγραφέας. Βοηθάει πολύ τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες το Ευρετήριο.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το νέο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί ορισμένοι ζάπλουτοι υποστηρίζουν τη φαντασίωση της «ελεύθερης αγοράς»: γι’ αυτούς το παιγνίδι είναι η διατήρηση του πλούτου και ο φιλελευθερισμός τους παρέχει τους κανόνες. Το κράτος εισπράττει φόρους, κι ως εκ τούτου πρέπει να απονομιμοποιηθεί. Ο τρόπος για να γίνει αυτό είναι να ισχυριστούν ότι το κράτος είναι αναποτελεσματικό σε ό,τι κάνει. Η αντίληψη ότι η ελευθερία είναι η αδράνεια του κράτους έχει νόημα μόνο για τη μικρή μειοψηφία που μπορεί να προστατεύσει τις οικογένειές της χωρίς αντιπροσωπευτική κυβέρνηση» (σ. 311).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Τίμοθι Σνάιντερ (Timothy Snyder) είναι Αμερικανός ιστορικός, συγγραφέας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, συνεργάτης του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών της Βιέννης και του Κολεγίου της Ευρώπης που εδρεύει στη Βαρσοβία. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Μπράουν και πήρε το διδακτορικό του το 1997 από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ειδικεύτηκε στην ιστορία της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, και του Ολοκαυτώματος.
![]() |
|
Πηγή: Council on Foreign Relations |
Είναι μέλος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων των ΗΠΑ, της Επιτροπής Αρχών του Μουσείου Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ (Holocaust Memorial Museum) και μετέχει στη συντακτική επιτροπή των περιοδικών Journal of Modern European History και East European Politics and Societies. Άρθρα του δημοσιεύονται τακτικά σε πολλά αμερικανικά και ευρωπαϊκά έντυπα.
Από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του: Απέναντι στην τυραννία: 20 μαθήματα από τον 20ό αιώνα, Αιματοβαμμένες χώρες: Η Ευρώπη μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν και Ο δρόμος προς την ανελευθερία: Ρωσία, Ευρώπη, Αμερική.

























