
Για τα φιλοσοφικά δοκίμια του Ντέιβιντ Χιουμ (David Hume) «Ο σκεπτικιστής, ο επικούρειος, ο στωικός, ο πλατωνικός» (μτφρ. Γιάννης Λειβαδίτης, εκδ. Ροές) και του Ιμάνουελ Καντ (Immanuel Kant) «Κριτική του Καθαρού Λόγου» (μτφρ. Αναστάσιος Γιανναράς, εκδ. Παπαζήση).
Γράφει ο Μύρων Ζαχαράκης
Από την πρώτη εμφάνισή της, η φιλοσοφία των Νεώτερων Χρόνων συγκρούστηκε με τη μεταφυσική του Σχολαστικισμού, που αντιπροσώπευε τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησιαστική αυθεντία, και αναζήτησε νέες μεθόδους προς απόκτηση γνώσης, στρεφόμενη στην αισθητηριακή εμπειρία. Αυτή η στροφή στα εμπειρικά δεδομένα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τη μέθοδο της επαγωγής. Ο επιστημονικός εμπειρισμός που είχε προαναγγείλει ο Bacon, βρήκε την εφαρμογή του με τα μαθηματικά όταν ο Γαλιλαίος θεμελίωσε τη μηχανική ως τη θεωρία της κίνησης. Ως αντικείμενο έρευνας θεωρήθηκε στο εξής μόνο οτιδήποτε μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά.
Συνέχεια τούτης της εξέλιξης στάθηκαν οι νευτώνειες ανακαλύψεις. Η νέα επιστήμη έδωσε ώθηση στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, με αποκορύφωμα τον Ιμάνουελ Καντ, έναν ιδιόρρυθμο ιδιοφυή καθηγητή στην Κενιξβέργη, που σφράγισε το φιλοσοφείν.
Είναι, βέβαια, γνωστό πως ο Kant ακολουθούσε για χρόνια τη μεταφυσική φιλοσοφία του Christian Wolff, μέχρι που διάβασε το έργο του φιλοσόφου David Hume, ενός (του πλέον ριζοσπάστη) εκ των τριών κορυφαίων Βρετανών εμπειριστών (οι άλλοι είναι ο Locke και ο Berkeley).
David Hume και Σκεπτικισμός
Ο Hume θα δώσει στην αμφιβολία την πιο ριζική της διατύπωση. Πάγια θέση του ήταν ότι δύο γνωστικοί κλάδοι έχουν λιγότερες εδραιωμένες γνώσεις από οποιουσδήποτε άλλους: η φιλοσοφία και η λογοτεχνική κριτική. Όποιος είναι στοιχειωδώς εξοικειωμένος με τους δύο αυτούς χώρους, πίστευε, γνωρίζει ότι τόσο η φιλοσοφική βιβλιογραφία όσο και η κριτικογραφία δεν εμπεριέχουν κάτι παραπάνω από ατέρμονες συζητήσεις και αμφιλογίες, ακόμη και για τα πλέον θεμελιώδη.
Τίποτα δεν μπορεί να αποφασισθεί μέσω της αφηρημένης και «καθαρής» λογικής σχετικά με κάποια αιτία ή αποτέλεσμα των επιμέρους πραγμάτων.
Η ύλη και το πνεύμα μάς είναι εξίσου άγνωστα. Η μόνη πηγή για τις κρίσεις που διατυπώνουμε, αποτελεί η αισθητηριακή μας εμπειρία. Τίποτα δεν μπορεί να αποφασισθεί μέσω της αφηρημένης και «καθαρής» λογικής σχετικά με κάποια αιτία ή αποτέλεσμα των επιμέρους πραγμάτων.
Ένα μικρό και ευκολοδιάβαστο δοκίμιο, με το οποίο μπορεί ν’ αρχίσει κανείς τη γνωριμία του με το χιουμιανό έργο, είναι το βιβλίο-διαμάχη -σε μορφή διαλόγου- μεταξύ τεσσάρων φανταστικών εκπροσώπων φιλοσοφικών σχολών της Ύστερης Αρχαιότητας. Μιλάει ο Επικούρειος, ο Στωικός, ο Σκεπτικός και ο Πλατωνικός. Ας τους δούμε διαδοχικά.
Το άτομο, υποστηρίζει ο Επικούρειος, ο άνθρωπος της ηδονής και της κομψότητας, γίνεται ευτυχισμένο όταν ακολουθεί τις φυσικές του κλίσεις και όχι τον ορθολογισμό. Είναι όντως έτσι; Η Φύση, σαν τρυφερός γονέας, μας χάρισε τη νοημοσύνη και την τέχνη, δύο τάλαντα πολύτιμα, για να τα χρησιμοποιούμε με απώτερο σκοπό την ευτυχία μας. Αυτά λέει ο Στωικός, ο άνθρωπος της αρετής και της δράσης. Απεναντίας, η ευτυχία έγκειται στη θέαση ενός τελειότατου αντικειμένου, λέει ο Πλατωνικός, ο άνθρωπος της θεωρίας και της φιλοσοφικής αφοσίωσης.
Ο Hume αποδίδει γλαφυρά τις φιλοσοφικές διαφορές των αντιλήψεων, παρουσιάζοντας τα επιχειρήματα κάθε πλευράς με τρόπο που επιβεβαιώνει τις αμφιβολίες του για την προοπτική να δοθεί μια οριστική λύση στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα
Τέλος, ο Σκεπτικός, ο οποίος αντιπροσωπεύει πληρέστερα τις απόψεις του συγγραφέα, λέει ότι πρέπει να είμαστε καχύποπτοι με κάθε λογής οριστικές «λύσεις» που μας προσφέρουν κατά καιρούς οι φιλόσοφοι. Διότι οι φιλόσοφοι, εξηγεί στη συνέχεια, διακρίνονται από στενότητα της νόησης. Το μυαλό τους είναι εκ προθέσεως ανίκανο να συλλάβει την ποικιλία των ανθρώπινων παθών, ιδίως από τη στιγμή που αυτά μεταβάλλονται στον χρόνο και διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Ο Hume αποδίδει γλαφυρά τις φιλοσοφικές διαφορές των αντιλήψεων, παρουσιάζοντας τα επιχειρήματα κάθε πλευράς με τρόπο που επιβεβαιώνει τις αμφιβολίες του για την προοπτική να δοθεί μια οριστική λύση στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα. Ο σκεπτικισμός του σηματοδότησε και σηματοδοτεί μια σθεναρή αμφισβήτηση της εγκυρότητας κάθε ανθρώπινης γνώσης εν γένει.
Immanuel Kant και Κριτικισμός
Προβληματισμένος απ’ τα σκεπτικιστικά επιχειρήματα των πραγματειών του Hume, ο Immanuel Kant απομακρύνθηκε από την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί με την καθαρή και αφηρημένη λογική να γνωρίσει πλήρως τον κόσμο μας. Στο εξής, αυτή την άποψη θα την αποκαλεί «δογματισμό». Ο Hume, θα γράψει ο ίδιος ο Kant εμφατικά, κατόρθωσε να τον αφυπνίσει από τον «δογματικό» του λήθαργο.
Ακόμη και ο ήλιος μπορεί κάποτε να μην ανατείλει.
Στην καντιανή γλώσσα, δογματισμός δεν σημαίνει αυτό που εννοούμε συνήθως. Σημαίνει την πεποίθηση πως μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο όπως είναι πραγματικά, στηριγμένοι στις νοητικές μας λειτουργίες. Ο χιουμιανός σκεπτικισμός πρέσβευε εντελώς το αντίθετο: όλη μας η γνώση πηγάζει από τις αισθήσεις και, επομένως, τίποτα δεν είναι σίγουρο και όλα μπορούν να αμφισβητηθούν κάποτε. Ακόμη και ο ήλιος μπορεί κάποτε να μην ανατείλει.
Τι ισχύει λοιπόν; Είναι η αφηρημένη γνώση εφικτή (όπως το ήθελε και ο μέγας Πλάτων) ή μήπως έχει δίκιο ο Hume και το καθετί επιδέχεται αμφισβήτηση; Και αν ισχύει το τελευταίο, δεν κλονίζονται άραγε μαζί του και όλες οι επιστημονικές πρόοδοι του Αιώνα των Φώτων; Και ποιος θα προστατεύσει τις ηθικές αρχές από τον πιθανό τους κλονισμό;
Η καντιανή απάντηση ήταν τελικά ο «κριτικισμός»
Εγκαταλείποντας τον δογματικό μεταφυσικό Wolff εξαιτίας του σκεπτικιστή εμπειριστή Hume, ο Kant άνοιξε πανιά για μια καινούργια προσέγγιση. Η πρόκληση ήταν να βρει μια πειστική απάντηση ενάντια στον Hume, αλλά συγχρόνως ν’ αποφύγει τις παρελθοντικές αστοχίες του Σχολαστικισμού και του Wolff. Η καντιανή απάντηση ήταν τελικά ο «κριτικισμός»: πρόκειται για μια προσέγγιση που αντλεί από τους προγενέστερους φιλοσόφους και παράλληλα επιχειρεί την υπέρβασή τους. Ο κριτικισμός θα διατυπωθεί για πρώτη φορά συστηματικά μέσα στο απαιτητικό και πολυσέλιδο βιβλίο Κριτική του Καθαρού Λόγου.
Η πρώτη δημοσίευση της Κριτικής του Καθαρού Λόγου θα λάβει χώρα το 1781, οκτώ χρόνια πριν το ξέσπασμα της επανάστασης στη Γαλλία. Η παρούσα επανέκδοση είναι αναπαραγωγή της παλαιότερης, που μετέφρασε ο ακαδημαϊκός Αναστάσιος Γιανναράς.
Εξαιτίας του αδόκητου θανάτου του, το 1977, η μεταφραστική εργασία της Κριτικής θα παραμείνει ημιτελής για καιρό, για να ολοκληρωθεί τελικά υπό του ακαδημαϊκού Μιχαήλ Φ. Δημητρακοπούλου. Εδώ έχουμε μόνο το πρώτο μέρος, μαζί με έναν πρόλογο από τον Δρ. Δημήτρη Ν. Λαμπρέλλη. Ας δούμε τι μπορούμε να πούμε γι’ αυτή, παρουσιάζοντας εκλαϊκευμένα λίγα από τα κεντρικά της ζητήματα.
Έννοιες και Εποπτείες
Σύμφωνα με τον Kant, ο εξωτερικός κόσμος υπάρχει αντικειμενικά. Ωστόσο, η γνώση του κόσμου είναι τελικά η γνώση του υποκειμένου για τον κόσμο, όχι του κόσμου όπως είναι αντικειμενικά. Ο αντικειμενικός κόσμος ονομάζεται Νοούμενος (ή αλλιώς Πράγμα Καθαυτό), ενώ ο κόσμος όπως τον προσλαμβάνουμε είναι ο κόσμος των φαινομένων (Φαινόμενος κόσμος). Η «αλήθεια», κατά την καντιανή διατύπωση, δεν είναι παρά η συμφωνία της γνώσης με το αντικείμενό της, και η ενότητα της νόησης συνίσταται στη σύνδεση πολλών παραστάσεων κάτω από μια ενιαία και κοινή.
Απαιτείται τόσο η εμπειρία (επαφή με τον εξωτερικό κόσμο) όσο και η νόηση (επεξεργασία των ερεθισμάτων που γεννά η προαναφερθείσα επαφή).
Πιο συγκεκριμένα, κάθε γνώση προϋποθέτει δύο πηγές: τη δεκτικότητα των εντυπώσεων και την αυτενέργεια των εννοιών. Απαιτείται τόσο η εμπειρία (επαφή με τον εξωτερικό κόσμο) όσο και η νόηση (επεξεργασία των ερεθισμάτων που γεννά η προαναφερθείσα επαφή). Η πρώτη προσφέρεται μέσω των αισθήσεων (εποπτεία), ενώ η δεύτερη προκύπτει από την εννοιακή επεξεργασία (νόηση). Ούτε η νόηση μόνη της επαρκεί, ούτε όλη η γνώση είναι εμπειρική και αμφίβολη. Ο όρος a priori δηλώνει ό,τι προηγείται της εμπειρίας, ενώ a posteriori λέγεται ό,τι εξαρτάται από αυτή.
Σύμφωνα με τον Kant, χωρίς έννοιες, οι εποπτείες είναι «τυφλές», και χωρίς εποπτείες, οι έννοιες είναι «κενές». Η εποπτεία είναι πάντα αισθητηριακή και οργανώνεται από τις μορφές του χώρου και του χρόνου, οι οποίες δεν είναι εμπειρικά δεδομένα αλλά a priori μορφές της αισθητικότητας. Βρίσκονται έξω από την εμπειρία, προηγούνται αυτής και την καθιστούν εφικτή. Για να βιωθεί, κάθε εμπειρία προϋποθέτει τις (εσωτερικές σε μας) «δομές» του χώρου και του χρόνου.
Ο Kant ονομάζει «υπερβατολογική» εκείνη τη γνώση που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τις δυνατότητες a priori της εμπειρίας.
Η γνώση, ως αποτέλεσμα της συνεργασίας της αίσθησης και της νόησης, έχει ως αντικείμενό της όχι το Πράγμα Καθαυτό, αλλά το Φαινόμενο, δηλαδή τον τρόπο που εμφανίζεται το αντικείμενο στον νου μας. Ο Kant ονομάζει «υπερβατολογική» εκείνη τη γνώση που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τις δυνατότητες a priori της εμπειρίας. Η έρευνα των κανόνων της αισθητικότητας αποκαλείται Αισθητική, ενώ η αναζήτηση των κανόνων της νόησης ονομάζεται από τον Kant Λογική.
Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε κάτι έγκυρο; Μέσω των κρίσεων, απαντάει ο Kant.
Η Λογική διακρίνεται σε «στοιχειώδη» και σε «εφαρμοσμένη». Η στοιχειώδης Λογική περιλαμβάνει τους απολύτως αναγκαίους κανόνες της νόησης και διαιρείται σε καθαρή, που αφορά τις a priori αρχές, δηλαδή τις ανεξάρτητες από την εμπειρία, και σε εφαρμοσμένη, που αφορά τη χρήση του νου υπό εμπειρικούς όρους. Η καθαρή έχει απόλυτη a priori ισχύ, ενώ η εφαρμοσμένη λειτουργεί σαν «Καθαρτήριο» του κοινού νου και δεν μας παρέχει αντικειμενική γνώση. Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε κάτι έγκυρο; Μέσω των κρίσεων, απαντάει ο Kant.
Κατηγορίες και Κρίσεις
Πιο συγκεκριμένα, οι κρίσεις διαιρούνται απ’ τον Kant σε «αναλυτικές» και σε «συνθετικές». Οι πρώτες (ή αλλιώς «καταφατικές») είναι εκείνες όπου η σύνδεση του κατηγορουμένου με το υποκείμενο νοείται ως ταυτότητα. Για παράδειγμα, η πρόταση «όλα τα σώματα είναι εκτατά» είναι αναλυτική κρίση, καθώς το κατηγόρημα εμπεριέχεται ήδη στην έννοια του υποκειμένου· η έννοια «σώμα» εμπεριέχει την ιδιότητα της έκτασης. Αντίθετα, οι συνθετικές κρίσεις (ή αλλιώς «διευρύνουσες») είναι εκείνες που το κατηγόρημα δεν εμπεριέχεται στο υποκείμενο, όπως η πρόταση «το καθετί που συμβαίνει έχει την αιτία του».
Η ιδιαιτερότητα των a priori συνθετικών κρίσεων είναι ότι δύνανται να παρέχουν γνώση (δεν είναι δηλαδή αναλυτικές) και δεν απαιτούν τη συνδρομή των αισθήσεων (σε αντίθεση με τις a posteriori).
Οι συνθετικές κρίσεις μπορούν να κομίζουν νέα γνώση. Αν μια κρίση νοείται ταυτόχρονα με το γνώρισμα της αναγκαιότητας, τότε αυτή είναι μια κρίση a priori. Το κρίσιμο σημείο που αποτρέπει τη διολίσθηση στον σχετικισμό δεν είναι άλλο από τις a priori συνθετικές κρίσεις. Η ιδιαιτερότητα των a priori συνθετικών κρίσεων είναι ότι δύνανται να παρέχουν γνώση (δεν είναι δηλαδή αναλυτικές) και δεν απαιτούν τη συνδρομή των αισθήσεων (σε αντίθεση με τις a posteriori). Εδώ εμπίπτουν οι αρχές των Μαθηματικών (με εξαίρεση την εφαρμοσμένη Γεωμετρία) και της νευτώνειας Φυσικής. Αν η διάκριση είναι σωστή, δεν προκύπτει από την εμπειρία η επιστημονική γνώση, άρα ο σκεπτικισμός του Hume αποφεύγεται.
Οι Κατηγορίες
Ας περάσουμε τώρα στο πιο δύσκολο τμήμα της Κριτικής του Καθαρού Λόγου, στις Κατηγορίες. «Κατηγορίες» ονομάζονται από τον Kant οι καθαρές έννοιες του νου, που εφαρμόζονται πάνω στην εμπειρική πραγματικότητα και οργανώνουν όσα προσλαμβάνουμε αισθητηριακά από αυτή. Είναι ίδιες για όλους και αποτελούν τις λογικές λειτουργίες του νου στις κρίσεις μας. Ως λογικές λειτουργίες, οι κατηγορίες διακρίνονται με βάση το Ποσόν (σε ενότητα/πολλαπλότητα/ολότητα), το Ποιόν (σε πραγματικότητα/ άρνηση/περιορισμός), την Αναφορά (σε ουσία-συμβεβηκός/αιτιότητα-αιτιατό/κοινωνία) και τον Τρόπο (σε δυνατότητα/ύπαρξη/αναγκαιότητα).
Ας υποθέσουμε πως κάποιος πίνει μια γουλιά καφέ από το φλιτζάνι του και αμέσως αναφωνεί ότι ο καφές είναι κρύος, ενώ ο καφές που είχε φτιάξει εκείνος θα έπρεπε να είναι ακόμη ζεστός.
Για να γίνει αντιληπτό το πώς χρησιμοποιούνται στην πράξη οι κατηγορίες, ας δούμε ένα σχετικά απλό παράδειγμα. Ας υποθέσουμε πως κάποιος πίνει μια γουλιά καφέ από το φλιτζάνι του και αμέσως αναφωνεί ότι ο καφές είναι κρύος, ενώ ο καφές που είχε φτιάξει εκείνος θα έπρεπε να είναι ακόμη ζεστός. Διατυπώνοντας μια τέτοια δήλωση, προϋποτίθεται πως έχει a priori χρησιμοποιήσει νοητικά την ποσοτική κατηγορία της πολλαπλότητας (υπάρχουν περισσότεροι του ενός φλιτζάνια με καφέ), την ποιοτική κατηγορία της άρνησης (ο καφές θα έπρεπε να είναι ζεστός, αλλά δεν είναι), την αναφορική κατηγορία της αιτιότητας (ο καφές είναι κρύος, κατά συνέπεια δεν είναι αυτός ο δικός μου) και την τροπική κατηγορία της αναγκαιότητας (ο καφές που έφτιαξα θα έπρεπε να μην έχει κρυώσει ακόμη).
Αν τα αισθητηριακά δεδομένα (όσα βλέπουμε, ακούμε, μυρίζουμε κ.λπ.) είναι σαν τα ψάρια της θάλασσας, οι νοητικές μας κατηγορίες είναι όπως τα δίχτυα ενός ψαρά.
Το ποια από αυτές αληθεύει μπορεί να το διαπιστώσει κανείς μόνο a posteriori, μέσω της αισθητηριακής του εμπειρίας (εν προκειμένω δια της γεύσης, γευόμενος δηλαδή τον καφέ, για να διαπιστώσει ότι είναι κρύος). Αν τα αισθητηριακά δεδομένα (όσα βλέπουμε, ακούμε, μυρίζουμε κ.λπ.) είναι σαν τα ψάρια της θάλασσας, οι νοητικές μας κατηγορίες είναι όπως τα δίχτυα ενός ψαρά. Αναλόγως των διχτυών, μπορούμε να πιάσουμε τα αντίστοιχα ψάρια. Αυτό σημαίνει ότι οι κατηγορίες καθιστούν δυνατή την εμπειρική γνώση, αλλά δεν επιτρέπουν την πρόσβαση στο ίδιο το «πράγμα καθαυτό», το οποίο είναι και θα παραμείνει άγνωστο.
Υπερβατολογικός Ιδεαλισμός
Η καντιανή φιλοσοφία λέγεται Υπερβατολογικός Ιδεαλισμός, επειδή αποδέχεται μεν πως η γνώση προσδιορίζεται από το υποκείμενο, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει ότι οι κατηγορίες του νου είναι κοινές για όλους μας, καθώς και ότι ο νοούμενος κόσμος, αν και μη γνωστικά προσπελάσιμος, υπάρχει αντικειμενικά.
Ο Kant δεν αμφισβητεί πως η πραγματικότητα, ο εξωτερικός κόσμος, υπάρχει. Επιχειρεί να δείξει τι μπορούμε και το τι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε από αυτή.
Έπεται από τα παραπάνω ότι, για τον Kant, το φιλοσοφείν οφείλει να είναι μια ενδελεχής ανάλυση των τρεχουσών χαρακτηριστικών της πραγματικότητας, μέχρι να προσκρούσουμε στα αδιαπέραστα γνωστικά όρια των θεμελιωδών εννοιών. Ο Kant δεν αμφισβητεί πως η πραγματικότητα, ο εξωτερικός κόσμος, υπάρχει. Επιχειρεί να δείξει τι μπορούμε και το τι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε από αυτή. Ο άνθρωπος, στην καντιανή φιλοσοφία, είναι το ον που συγκεφαλαιώνει την αντίθεση αλλά και τη βαθύτερη συνάφεια δύο ξεχωριστών κόσμων. Ως φαινόμενο, υπόκειται στη φυσική νομοτέλεια, όπως όλα τα υπόλοιπα όντα, όμως ως νοούμενο, έχει ελευθερία και είναι ηθικά υπεύθυνος για τις πράξεις του. Από τη μία τα πράγματα και από την άλλη τα πρόσωπα.
Στη μία πλευρά εμφανίζεται ο Νεύτων και η νέα φιλόδοξη επιστήμη, στην άλλη ο Rousseau και η βαθιά προσωπική ελευθερία. Ο σκεπτικισμός κλόνιζε συθέμελα τις παραπάνω αξίες, υπονομεύοντας όχι μόνο την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τα φυσικά φαινόμενα, αλλά και το κίνητρό μας να ζούμε ηθικά. Άρα, το βασικό κίνητρο της καντιανής φιλοσοφίας δεν ήταν παρά η προάσπιση της ηθικότητας και η κατοχύρωση της αξίας του ανθρώπου.
*Ο ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ είναι υποψήφιος διδάκτωρ Φιλοσοφίας.

























