
Για το δοκίμιο της Σούζαν Ο' Σάλιβαν (Suzanne O'Sullivan) «Όλα είναι στο μυαλό σου» (μτφρ. Άννα Δάλλα, Ευαγγελία Στεργιάδου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Έχουμε συνηθίσει να ακούμε ότι το άγχος βλάπτει σοβαρά την υγεία μας, αλλά με αυτά τα λόγια τα περισσότερα άτομα ανατρέχουν μόνο στις μακροπρόθεσμες συνέπειες του στρες: καρδιαγγειακά προβλήματα, επιπλοκές χρόνιων νόσων, έλκος στομάχου κ.ά. Τι γίνεται όμως με τις άμεσες συνέπειες του στρες, όταν αυτό σχετίζεται με το ψυχολογικό τραύμα; Τι συμβαίνει όταν ο ψυχισμός μας και η διάθεσή μας καταλήγουν να επιδρούν στις αντιδράσεις μας με τρόπο που, πρακτικά, μας αρρωσταίνει;
Στο βιβλίο της, Όλα είναι στο μυαλό σου, η νευρολόγος Suzanne O’Sullivan, εξετάζοντας συγκεκριμένες υποθέσεις (cases) από το επαγγελματικό της αρχείο, αποκαλύπτει το συχνά παραγνωρισμένο και αχαρτογράφητο πεδίο των «ψυχοσωματικών παθήσεων» στην ιατρική.
Ξεκινά παρέχοντας ορισμένα παραδείγματα: τα δάκρυα, το γέλιο, το αναψοκοκκίνισμα αποτελούν σωματικές αντιδράσεις που έχουν ως εφαλτήριο ένα ψυχολογικό ερέθισμα. Κάποιες φορές, όμως, αυτό ο απλός μηχανισμός, λόγω της επίδρασης του άγχους, καταλήγει να στρέφεται, αυτοκαταστροφικά, ενάντια στο ίδιο μας το σώμα. Η διαταραχή σωματικών συμπτωμάτων ή, όπως ονομάζεται, η «διαταραχή μετατροπής», όπως εξηγεί η ειδικός, ορίζεται από μια έντονη σωματική συμπτωματολογία, που καταλήγει να διαταράσσει τη φυσιολογική ζωή των ασθενών. Όταν η σωματοποίηση του στρες είναι παροδική, αν δηλαδή το σώμα μας βρίσκεται σε «fight or flight» mode, τότε δεν συνιστά διαταραχή. Η διαταραχή επέρχεται όταν η κατάσταση αυτή καταλήγει να είναι χρόνια, χωρίς άμεσους εκλυτικούς παράγοντες, αλλά εξαιτίας ανεπεξέργαστων τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος.
Και ενώ έχουν εγκαταλειφθεί ως ιατρικά ανεπαρκείς οι θεωρίες για τη σύνδεση των νευρικών παθήσεων με την αποκαλούμενη «υστερία», έως σήμερα πολλοί επαγγελματίες υγείας θεωρούν πως η σωματική και ψυχική ευεξία των cis γυναικών, ή ενός ατόμου που έχει έμμηνο ρύση, σχετίζεται με τις φάσεις και τα επιμέρους στάδια της περιόδου, κάτι που είναι αναμφίβολα προβληματικό και επιστημονικά ανακριβές.
Σε αυτές τις νόσους, παρά το ότι αρχικά το άτομο παρουσιάζεται με έντονη και ορατή συμπτωματολογία (προβλήματα όρασης, επιληπτικές κρίσεις, αδυναμία άκρων), αποδεικνύεται πως η αιτία των συμπτωμάτων δεν είναι οργανική, αλλά ψυχολογική
Παρά το γεγονός ότι τα ποσοστά των ψυχοσωματικών ασθενειών είναι ιδιαίτερα υψηλά, ελάχιστη σοβαρότητα δίνεται από τους επαγγελματίες υγείας στην έκταση τόσο της συμπτωματολογίας, όσο και της ίασης. Ο χρόνιος -και συχνά ανεξήγητος- πόνος δεν αποτελεί προτεραιότητα στα νοσοκομεία, αφού η ταξινόμηση σε μια αίθουσα αναμονής γίνεται με βάση την εικόνα των δυνητικά πιο «επικίνδυνων» συμπτωμάτων. Έτσι, σε ένα άτομο με κρίση πανικού που καταφτάνει στα επείγοντα με την πιο άμεση διαταραχή σωματοποίησης του στρες, δηλαδή τα συμπτώματα ταχυκαρδίας, συχνά όχι μόνο δεν παρέχεται ορθή βοήθεια και υποστήριξη, αλλά επιδεικνύεται επίκριση και αδιαφορία. Η O’Sallivan επικεντρώνεται βεβαίως κυρίως στην ειδικότητά της, δηλαδή τις νευρολογικές διαταραχές και, ειδικότερα, σε όσες διαταραχές προκύπτουν από ψυχολογικούς λόγους και αποτελούν επί της ουσίας «λειτουργικές νόσους» και όχι παθολογικές. Σε αυτές τις νόσους, παρά το ότι αρχικά το άτομο παρουσιάζεται με έντονη και ορατή συμπτωματολογία (προβλήματα όρασης, επιληπτικές κρίσεις, αδυναμία άκρων), αποδεικνύεται πως η αιτία των συμπτωμάτων δεν είναι οργανική, αλλά ψυχολογική και με την κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη το άτομο μπορεί να ιαθεί.
Το αγιάτρευτο ψυχολογικό τραύμα
Πίσω από κάθε τέτοια ασθένεια, όπως αποδεικνύεται και από τα παρατιθέμενα cases, κρύβεται και από μια ιστορία που συνήθως σχετίζεται με ένα αγιάτρευτο ψυχολογικό τραύμα. Τα τραύματά μας, ακόμα και μετά την πάροδο αρκετών ετών, δύνανται να μας επηρεάζουν με τρόπο καταλυτικό. Η θλίψη κάποιες φορές γίνεται τόσο συντριπτική που δεν αντέχουμε ούτε να την αισθανθούμε, όχι τουλάχιστον με τρόπο άμεσο, κι έτσι εκείνη μασκαρεύεται σε κρίσεις επιληψίας και χρόνιων ταχυκαρδιών, υποδυόμενη με έντονη πυγμή την αφήγηση μιας επικίνδυνης ασθένειας. Στην πραγματικότητα, η ιατρική δεν έχει προχωρήσει ιδιαίτερα ούτε στην κατανόηση των σωματοποιημένων διαταραχών αλλά ούτε και των ψυχιατρικών παθήσεων.
Η ιδέα ενός κυρίαρχου οργάνου επικράτησε γενικά σε πολλές φάσεις της ιατρικής ιστορίας.
Η νευρολόγος κάνει μια ενδιαφέρουσα αναδρομή στις απόψεις για την υστερία από την αρχαιότητα έως σήμερα. Στην αρχαιότητα, με βάση την ιπποκρατική αντίληψη, η μήτρα αποτελούσε ένα «κινούμενο» όργανο μέσα στο σώμα της γυναίκας. Ανάλογα με το πού βρισκόταν η, υποτίθεται, πολύπλαγκτη μήτρα, μπορούσε να προκαλέσει στη γυναίκα πληθώρα συμπτωμάτων. Ανάλογη θέση, χωρίς το στιγματιστικό-σεξιστικό υπόβαθρο, κατείχε σε ορισμένες περιπτώσεις και το στομάχι για τους άνδρες. Η ιδέα ενός κυρίαρχου οργάνου επικράτησε γενικά σε πολλές φάσεις της ιατρικής ιστορίας. Τον 18ο και 19ο αιώνα, με τις ανατομικές και ιατρικές ανακαλύψεις να πληθαίνουν, οι «νευρικές» ασθένειες αποδίδονταν κάθε φορά και σε διαφορετική αιτία, ανάλογα με την κυρίαρχη θεωρία της κάθε εποχής. Έτσι, η σπονδυλική στήλη κατέληξε να θεωρείται ικανή να μεταφέρει τον πόνο από το ένα σημείο του σώματος στο άλλο, ενώ, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, προτάθηκε και η θεωρία του «ρινικού ερεθισμού», στον οποίο αποδόθηκαν ποικίλες ασθένειες, από επιληπτικές κρίσεις μέχρι στομαχικά προβλήματα.
Την ίδια εποχή εμφανίστηκαν και ορισμένοι ιατροί που παρά τις κάποιες προβληματικές θέσεις τους, παραμένουν έως σήμερα οι βασικοί πυλώνες της κατανόησης των ψυχοσωματικών ασθενειών. Ο Ζαν-Μαρτίν Σαρκό, ο Πιερ Ζανέ και αργότερα ο Σίγκμουντ Φρόιντ οδήγησαν στην διαμόρφωση της ιατρικής αντιμετώπισης για την διαταραχή μετατροπής.
Μεταξύ αδιαφορίας και υπερδιάγνωσης
Τα πράγματα, βεβαίως, δεν είναι τόσο απλά. Η ιατρός αναφέρει ότι πολλές φορές για τα ψυχοσωματικά συμπτώματα οι γιατροί κινούνται ανάμεσα στο δίπολο της αδιαφορίας ή της υπερδιάγνωσης (overdiagnosis). Το 1965 ο ψυχίατρος Έλιοτ Σλέιτερ δημοσίευσε ένα άρθρο στο British Medical Journal στο οποίο ανέφερε ότι περισσότεροι από το 25% των ασθενών που είχαν διαγνωστεί με «υστερία» στο παρελθόν, έπασχαν τελικά από κάποια σωματική πάθηση, και αυτό, κατά τη γνώμη της O’Sallivan, επηρέασε τη σύγχρονη ιατρική αντίληψη και το πώς χειρίζονται οι γιατροί τα ανεξήγητα συμπτώματα όταν ο εξετάσεις δεν οδηγούν σε ξεκάθαρη διάγνωση.
Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1990, στα media κυριαρχούσε η παρουσίαση της καντιντίασης και έτσι πολλά άτομα κατέφευγαν στον γιατρό φοβούμενα πως πάσχουν από τα συμπτώματα που τόσο λεπτομερώς περιγράφονταν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης
Προτιμούν δηλαδή να διαγνώσουν, ακόμα και λανθασμένα, τον ασθενή με «κάτι», παρά να πάρουν το ρίσκο να κάνουν λάθος και να αγνοήσουν μια ενδεχόμενη σωματική πάθηση. Η ιατρός δεν τα γράφει αυτά τυχαίως. Η άποψη ότι βαδίζουμε ολοταχώς στην εποχή υπερδιάγνωσης αναπτύσσεται και, εν μέρει καταγγέλλεται, συνειδητά από τη συγγραφέα. Στην σελίδα 227 του παρόντος βιβλίου γράφει για τη δυσανεξία στην γλουτένη, αλλά και παρακάτω για την νόσο του Lyme. Και ενώ η υπερδιάγνωση της πρώτης οδηγεί απλώς τα άτομα σε μια πιο προσεκτική διατροφή (σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως στα όρια της νεύρωσης), η δεύτερη οδηγεί σε αχρείαστες συνταγογραφήσεις αντιβιοτικών που μπορούν να έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία ενός ατόμου και να οδηγήσουν σε εξασθένηση της αντίδρασης του ανοσοποιητικού. Μάλιστα, η συγγραφέας αναφέρει και παραδείγματα υπερδιαγνώσεων από προηγούμενες δεκαετίες εξαιτίας της κυρίαρχης μιντιακής ρητορικής. Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1990, στα media κυριαρχούσε η παρουσίαση της καντιντίασης και έτσι πολλά άτομα κατέφευγαν στον γιατρό φοβούμενα πως πάσχουν από τα συμπτώματα που τόσο λεπτομερώς περιγράφονταν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, χωρίς ωστόσο τελικά να πάσχουν από τίποτα σχετικό.
Περισσότερα για αυτά τα φαινόμενα που επηρεάζουν τόσο τους γιατρούς όσο και τους ασθενείς, και που καθορίζονται, κατά τη συγγραφέα, σε μεγάλο βαθμό από τα media, αναπτύσσει στο βιβλίο της, The age of diagnosis: How our obssesion with medical labels is making us sicker.
Βαδίζοντας σε λεπτό πάγο
Η O’Sallivan ξέρει ότι βαδίζει σε λεπτό πάγο. Δεν υποστηρίζει, λοιπόν, ότι υπάρχει πρόθεση φενακισμού από τη μεριά του ασθενή, ούτε ότι αυτός προσποιείται, αλλά ότι χρειάζεται να εξαλείψουμε το στίγμα ή την αδιαφορία από τις λειτουργικές νόσους.
Πρόθεσή της, εκτός από το να βοηθήσει τον εκάστοτε ασθενή, είναι να απαλυνθεί το στίγμα για τις ψυχιατρικές διαταραχές, ειδικά όταν αυτές εκδηλώνονται ως σωματικές νόσοι.
Ούτε η ίδια, ωστόσο, είναι σε θέση να αποσαφηνίσει πλήρως τον τρόπο που το Αυτόνομο Νευρικό Σύστημα (ΑΝΣ), υπεύθυνο για την επιτέλεση των περισσότερων λειτουργιών του σώματός μας, συνδέεται εντέλει με τον ψυχισμό. Η υπόθεσή της είναι πως, εφόσον η δουλειά του ΑΝΣ είναι να αντιδρά, εκτός των άλλων, και σε ενδεχόμενες απειλές, όταν το στρες μιας «απειλής» γίνεται χρόνιο, καταλήγει να προκαλεί προβλήματα σωματικά όπως η αύξηση της αρτηριακής πίεσης, αλλά και προβλήματα ψυχολογικά, που όμως εκφράζονται σωματικώς με ψευδοεπιληπτικές κρίσεις. Σε αυτές, άλλωστε, επικεντρώνεται και η νευρολόγος μιας και, μέσω της μεθόδου της βιντεοτηλεμετρίας, δύναται να διαγνώσει κατά πόσο μία επιληπτική κρίση αποτελεί αποτέλεσμα σωματικής ή ψυχολογικής αιτίας. Πρόθεσή της, εκτός από το να βοηθήσει τον εκάστοτε ασθενή, είναι να απαλυνθεί το στίγμα για τις ψυχιατρικές διαταραχές, ειδικά όταν αυτές εκδηλώνονται ως σωματικές νόσοι. Οι συγκεκριμένοι ασθενείς βιώνουν συνήθως μια εκτεταμένη απαξίωση και αγνόηση, ενώ σπάνια βρίσκεται θεραπεία για να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής τους.
Μη αποδεκτή διαταραχή
Στον 21ο αιώνα, η ψυχοσωματική ασθένεια συνιστά μια κοινωνικά μη αποδεκτή διαταραχή (σελ 130). Στην περίπτωση της Σαχίνας (κεφάλαιο 4), μιας νεαρής φοιτήτριας που από ένα απλό κάταγμα στο χέρι κατέληξε να αποκτήσει διαταραχή μετατροπής, η ασθένεια και η νόσος «θέταν σε κίνδυνο τις ευκαιρίες που οι γονείς της ονειρεύονταν για το παιδί τους, κι έτσι είναι θυμωμένοι με τη νόσο η οποία τους τις στερεί κατ’ αυτόν τον τρόπο. Όταν όμως η εν λόγω ασθένεια είναι ψυχολογική, πού έγκειται αυτό το σφάλμα; Με ποιον μπορούν να θυμώνουν τότε; Με τον εαυτό τους; Ή μήπως το παιδί τους έχει στιγματιστεί με κάτι τόσο εξευτελιστικό που δεν αντέχουν να κοιτάξουν;» (σελ 122)
Όπως σοκαριστικά σημειώνεται, ακόμα και για ψυχολογικά συμπτώματα που τυπολογούνται ως διαταραχές στην τελευταία έκδοση του DSM (δηλαδή την πέμπτη έκδοση), όπως η αποσυνδέση (dissociating), «οι γενικές αρχές της σύγχρονης αντίληψής μας δεν απέχουν και πολύ από εκείνες της βικτωριανής εποχής» (σελ 209).
Η Φατιμά προκαλούσε δυσφορία κάθε φορά που εμφανιζόταν στην κλινική, καθώς θεωρούσαν πως «φέρεται δραματικά», ενώ οι πρώτες της εξετάσεις είχαν βγει απολύτως φυσιολογικές.
Υπάρχουν φυσικά περιπτώσεις που λόγω του προφίλ του ασθενούς (συνήθως νεαρές γυναίκες, επιπολασμός που εξηγείται στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου και στον οποίο θα αναφερθώ παρακάτω), οι γιατροί σπεύδουν, μετά από μια πρώτη φάση γενικών εξετάσεων που αποδεικνύονται φυσιολογικές, να χαρακτηρίσουν τα συμπτώματα «συναισθηματικού τύπου», υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς τη νευρασθένεια ή απλώς «υστερία». Κάποιες/οι από αυτές/ους ασθενείς αποδεικνύεται πως πάσχουν τελικά από σοβαρές νόσους και δεν δόθηκε η πρέπουσα σημασία λόγω προκατατάληψης. Μια χαρακτηριστική περίπτωση, αυτή της Φατιμά, που αναφέρεται στο βιβλίο. Η Φατιμά προκαλούσε δυσφορία κάθε φορά που εμφανιζόταν στην κλινική, καθώς θεωρήθηκε πως «φέρεται δραματικά», ενώ οι πρώτες της εξετάσεις είχαν βγει απολύτως φυσιολογικές. Όταν όμως οι γιατροί προχώρησαν σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, διαπιστώθηκε πως υπήρχε όγκος σε σημείο που της δημιουργούσε ακριβώς τα συμπτώματα για τα οποία είχε κατηγορηθεί ως δραματική.
(...) όλα είναι στο μυαλό μας με την έννοια πως ο εγκέφαλος αποτελεί την έδρα για πολλές οργανικές και ψυχιατρικές παθήσεις.
Η αναφορά στο 7ο κεφάλαιο στο σύνδρομο χρόνιας κόπωσης (ΣΧΚ) αποτελεί και την πιο αμφιλεγόμενη του βιβλίου, τουλάχιστον έτσι όπως αυτό αξιολογείται από τους πάσχοντες. Το ΣΧΚ στο παρελθόν ανήκε κι αυτό στη γενικότερη κατηγορία-ταμπέλα της νευρασθένειας. Περιγραφές του συνδρόμου ήδη από το 1869 κάνουν λόγο για μια συντριπτική οργανική πάθηση που προκαλούσε αϋπνία, άγχος, πονοκεφάλους και ακραία αδυναμία. Όπως αναφέρει η συγγραφέας, μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα, η νευρασθένεια είχε γίνει η «ασθένεια της μόδας» (maladie a la mode) στο Παρίσι. Κατά την O’Sallivan, το σύνδρομο οφείλεται σε μια μίξη οργανικών και ψυχολογικών αιτιών, άποψη που βρίσκει αντίθετα πολλά πάσχοντα άτομα. Ακόμα, όπως και να ‘χει, δεν υπάρχει ξεκάθαρη επιστημονική απάντηση, όπως άλλωστε και για πολλές άλλες ασθένειες, είτε αυτές κατατάσσονται ως σωματικές είτε ως ψυχιατρικές, αφού, πρακτικά, αυτά τα δύο διαπλέκονται: όλα είναι στο μυαλό μας με την έννοια πως ο εγκέφαλος αποτελεί την έδρα για πολλές οργανικές και ψυχιατρικές παθήσεις.
Ο κίνδυνος της υπερδιάγνωσης
Και ενώ πολλές είναι οι αντιρρήσεις για αυτό το βιβλίο που, ευλόγως, εκφράζουν οι ασθενείς χρόνιων ανεξήγητων ασθενειών, δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε με την O’Sallivan σε ένα σημείο και να δούμε τα πράγματα από μια ίσως πιο φουκωική οπτική: η υπερδιάγνωση αποτελεί υπό μία οπτική έναν νέο έλεγχο που αφήνουμε να εγκαθιδρυθεί στο σώμα μας, μια, τρόπον τινά, έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό μας. Επιφέρει, παραλλήλως συμπεριφορικές επιπτώσεις, αφού κάθε διαγνωστική ετικέτα δύναται να μας επηρεάσει με πολλούς άμεσους ή έμμεσους τρόπους. Η ιατρός μιλάει και για την πρακτική των πολλαπλών εξετάσεων, χωρίς να μπορεί να απαντήσει και η ίδια πότε πρέπει να μπαίνει ένα φρένο στις διαγνωστικές εξετάσεις και στην αναζήτηση οργανικών παραγόντων όταν αυτοί δεν παρουσιάζονται στον πρώτο κύκλο των εξετάσεων.
Το άγχος υγείας, άλλωστε, μπορεί να επηρεάσει και άτομα που ήδη πάσχουν από κάποια νόσο και δύναται να οδηγήσει σε αρνητικές ψυχολογικές ή οργανικές συνέπειες αν κυριαρχήσει στη ζωή τους με τη μορφή αμέτρητων εξετάσεων. Αναφέρεται μάλιστα και η περίπτωση μιας γυναίκας που, υποφέροντας από χρόνιους πονοκεφάλους και ενώ σε πρώτη φάση όλες οι εξετάσεις της ήταν φυσιολογικές, κάνοντας μια ακόμα πιο εξειδικευμένη εξέταση, διαπιστώθηκε πως έφερε ένα μικρό ανεύρυσμα σε σημείο όμως που δεν ήταν καθόλου πιθανό να σχετίζεται με τους πονοκεφάλους της και που είχε ισχυρές πιθανότητες να μην ραγεί ποτέ. Η ασθενής αποφάσισε να το αφαιρέσει με ένα απαιτητικό χειρουργείο που οδήγησε όμως στη ρήξη του ανευρύσματος και, λόγω της εγκεφαλικής αιμορραγίας, της προκάλεσε χρόνια νευρολογικά θέματα από τα οποία δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως.
«Στις τέσσερις το πρωί, όταν είσαι εντελώς μόνος, η κοινή λογική δεν έχει καμία αξία. Όσο περισσότερο το φανταζόμουν, τόσο χειρότερος γινόταν ο πόνος»
Οι ιατρικές υποθέσεις που αναφέρει η O’ Sallivan προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα και τα επίπεδα μόρφωσης. Αναφέρεται μάλιστα και η περίπτωση μιας γιατρού που έπασχε από διαταραχή μετατροπής και «μεγένθυνε» τη συμπτωματολογία στο μυαλό της, παρά τις γνώσεις της. «Στις τέσσερις το πρωί, όταν είσαι εντελώς μόνος, η κοινή λογική δεν έχει καμία αξία. Όσο περισσότερο το φανταζόμουν, τόσο χειρότερος γινόταν ο πόνος» (σελ 222) αναφέρει η νεαρή γιατρός και με αυτή της την εμπειρία μπορούν σίγουρα να ταυτιστούν πολλά ακόμα άτομα.
«Μια συμπεριφορά που μας φαίνεται παράλογη», γράφει η O’ Sallivan, δύναται «να αποκτήσει περισσότερο νόημα, αν μπορούσαμε να κατανοήσουμε τον σκοπό που εξυπηρετεί. Μερικές φορές δημιουργούμε σύγκρουση με τους άλλους, επειδή η ένταση του συγκεκριμένου συναισθήματος μας κάνει να αισθανόμαστε λιγότερο μόνοι. Το να νιώθουμε ότι μας μισούν μπορεί να είναι λιγότερο οδυνηρό απ’το να νιώθουμε ότι μας έχουν ξεχάσει· μερικές φορές το να είμαστε με τον οποιονδήποτε μας φαίνεται καλύτερο απ’ το να μην είμαστε με κανέναν· το να παραιτούμαστε καλύτερο απ’ το να αποτυγχάνουμε· το να αποτυγχάνουμε μέσω της ασθένειας, καλύτερο απ’ το να αποτυγχάνουμε απλώς».
Η νευρόλογος δεν παραλείπει να επισημάνει και την έμφυλη διάσταση του ζητήματος, κυρίως όμως επικεντρωμένη στο έμφυλο δίπολο. Πέρα από το γεγονός ότι ο ανδροκρατούμενος χώρος της ιατρικής δίνει προτεραιότητα στην έρευνα και αντιμετώπιση παθήσεων που χτυπούν περισσότερο τους άνδρες, ενώ συχνά απαξιώνουν τα συμπτώματα των γυναικών, η νευρολόγος σημειώνει πως ένα μεγάλο ποσοστό των ασθενών με διαταραχή μετατροπής είναι γυναίκες, κάτι που αποδίδει σε κοινωνικούς παράγοντες. Οι άνδρες, εξηγεί, μεγαλώνουν συχνά με την πεποίθηση ότι η αναζήτηση βοήθειας αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Αντίθετα, οι περισσότερες γυναίκες έχουν καλύτερη σχέση με το σώμα τους και προσφεύγουν ευκολότερα σε εξετάσεις (παρόλο που δεν σημειώνεται στο βιβλίο, είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι αυτό το δεδομένο δεν ισχύει μόνο για γενικές εξετάσεις, αλλά και για ειδικότερες, όπως αυτές της σεξουαλικής υγείας)
Σε τελική ανάλυση, το βιβλίο, παρά τα κάποια ελαττώματά του, που σχετίζονται κυρίως με το ιατρικό προνόμιο της συγγραφέως, δεικνύει ευστόχως πως όταν το τραύμα δεν βρίσκει λόγια, επιστρέφει ως σύμπτωμα. Και αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση ένδειξη αδυναμίας, αλλά ένα κάλεσμα για φροντίδα. Μια φωνή που η σύγχρονη ιατρική οφείλει να αρχίσει να αφουγκράζεται προσεκτικότερα.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η δρ Suzanne O’Sullivan είναι επιμελήτρια κλινικής νευροφυσιολογίας και νευρολογίας στο βρετανικό Εθνικό Νοσοκομείο Νευρολογίας και Νευροχειρουργικής, καθώς και σε μια εξειδικευμένη μονάδα της Εταιρείας Επιληψίας. Έχει σημαντική εμπειρία στην αντιμετώπιση ασθενών με ψυχογενείς διαταραχές και με αμιγώς σωματικές παθήσεις όπως η επιληψία.

Το Όλα είναι στο μυαλό σου -πρώτο βιβλίο της- βραβεύτηκε το 2016 με το Wellcome Book Prize και το General Book Prize της Βασιλικής Εταιρείας της Βιολογίας. Έκτοτε έχει γράψει τα: Brainstorm: The detective stories from the world of neurology (2018) και The sleeping beauties: And other stories of mystery illness (2021).























