
Για τη νουβέλα του Γιώργου Πισσάνη «Οι ανώνυμοι» (εκδ. Ιωλκός). Εικόνα: Από την ταινία «Η κρυφή ζωή του Γουόλτερ Μίτι» (2013) του Μπεν Στίλερ.
Γράφει η Μαρία Δάτσικα
Η νουβέλα Οι ανώνυμοι του Γιώργου Πισσάνη κινείται γύρω από τους αόρατους ανθρώπους της πόλης: εκείνους που υπάρχουν δίπλα μας, αλλά περνούν απαρατήρητοι. Ο ίδιος ο συγγραφέας είπε ότι το βιβλίο γεννήθηκε όταν έβλεπε επί μέρες ένα νεκρό αδέσποτο ζώο στον δρόμο που κανείς δεν πρόσεχε και αναρωτήθηκε αν υπάρχουν και «αδέσποτοι άνθρωποι» που κανείς δεν βλέπει. Αυτό είναι κατά την άποψή μας το σημείο που αποκαλύπτει το φιλοσοφικό και υπαρξιακό βάθος αυτού του βιβλίου.
Τα θέματα είναι πολλά και επίκαιρα όσο ποτέ: η ανωνυμία μέσα στη σύγχρονη πόλη, η μοναξιά, η αίσθηση του «αδέσποτου» ανθρώπου, η ανάγκη να ακουστούν ζωές που συνήθως δεν έχουν φωνή, η λογοτεχνία ως πράξη παρατήρησης και τρυφερότητας. Οι ανώνυμοι είναι μια σπονδυλωτή νουβέλα, δηλαδή οι ιστορίες συνδέονται εσωτερικά και μπορούν να διαβαστούν σχεδόν και αυτόνομα. Είναι μια κατακερματισμένη μορφή αφήγησης που ταιριάζει με τον κατακερματισμό της σύγχρονης ζωής.
Οι ανώνυμοι δεν είναι απλώς μια νουβέλα για κάποιους ανθρώπους της πόλης. Είναι ένα βιβλίο για την αόρατη πλευρά της καθημερινότητας. Για όλους εκείνους που προσπερνάμε χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα για τη ζωή τους, τους φόβους, τις ήττες ή τις μικρές τους ελπίδες. Ο Γιώργος Πισσάνης μοιάζει να κοιτάζει τους ανθρώπους αυτούς χωρίς ειρωνεία και χωρίς απόσταση. Με μια σχεδόν υπόγεια τρυφερότητα. Οι ήρωες είναι εύθραυστοι, χαμένοι, ατελείς, μερικές φορές σιωπηλοί. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι βαθιά ανθρώπινοι και αληθινοί. Ο συγγραφέας παρατηρεί τους ανθρώπους αυτούς σαν κάποιος που κοιτάζει τη βροχή πίσω από ένα τζάμι. Με υπομονή. Με σιωπή. Με μια σχεδόν ποιητική επιμονή να ανακαλύψει τι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η λογοτεχνική δύναμη του έργου αυτού.
Η σύγχρονη αστική εμπειρία
Το βιβλίο συνομιλεί έντονα με τη σύγχρονη αστική εμπειρία: την αποξένωση, τη μοναξιά μέσα στο πλήθος, την ανάγκη να μας δει κάποιος πραγματικά. Η Αθήνα εδώ δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο· γίνεται ένας ζωντανός οργανισμός που καταπίνει και ταυτόχρονα φιλοξενεί τους ανθρώπους του. Και ίσως αυτό να είναι το πιο βαθύ σχόλιο του βιβλίου: ότι στη σύγχρονη ζωή η μεγαλύτερη μοναξιά δεν είναι η απουσία ανθρώπων γύρω μας, αλλά η απουσία βλέμματος. Το να μην σε βλέπει κανείς πραγματικά.
Επίσης, οι ήρωες του βιβλίου θυμίζουν συχνά μορφές της υπαρξιστικής λογοτεχνίας, όπως τους αντιήρωες του Καμύ. Επειδή μοιάζουν να παλεύουν σιωπηλά με κάτι βαθιά ανθρώπινο: τη μοναξιά, την αίσθηση της αποξένωσης και την ανάγκη να βρουν νόημα μέσα σε έναν κόσμο που συχνά δίνει την αίσθηση ότι είναι αδιάφορος απέναντί τους.
Ζούμε σε μια εποχή υπερέκθεσης, κι όμως όλο και περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν αόρατοι. Μοιραζόμαστε εικόνες, λέξεις, στιγμές, αλλά συχνά χάνεται η ουσία της ανθρώπινης επαφής. Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το βιβλίο του Πισσάνη μοιάζει να μας υπενθυμίζει κάτι σχεδόν ξεχασμένο: ότι κάθε άνθρωπος κουβαλά μια αθέατη ιστορία.
Όσον αφορά τη γραφή, αυτή φαίνεται να βασίζεται περισσότερο στην ατμόσφαιρα και στο βίωμα παρά στην έντονη πλοκή. Κυρίαρχη είναι η ποιητικότητα, δηλαδή η ποιητική ατμόσφαιρα που αποδίδεται σε απλές, καθημερινές στιγμές και ανθρώπους. Χαρακτηριστική, για παράδειγμα, είναι η περιγραφή της Σελήνης που υπάρχει σε ένα σημείο του βιβλίου και αξίζει να παραθέσουμε: «Η Σελήνη μισεί τους ερωτευμένους, τους συνθέτες και τους ποιητές. Καταδικασμένη σε αιώνια μοναξιά, κάθε φορά που ένας άνδρας λέει: "Σ’ αγαπώ ως το φεγγάρι", εκείνη ξερνάει αστέρια στον ουρανό. Κάθε φορά που ένας συνθέτης εμπνέεται υπό το φως της, συγκρούεται ζαλισμένη με κομήτες. Και κάθε φορά που ένας ποιητής γράφει στίχους γι’ αυτήν, η Σελήνη αποχωρεί από τη σκηνή συγκινημένη και αποσύρεται στο καμαρίνι της μέχρι το επόμενο βράδυ. Όλες τις φορές όμως, σαν παλιά αρτίστα, κάνει μια πιρουέτα γύρω από τον εαυτό της και μια βαθιά υπόκλιση στο κοινό».
Διαβάζοντας το βιβλίο, λοιπόν, αισθανόμαστε πολλές φορές ότι οι χαρακτήρες δεν προσπαθούν τόσο να αλλάξουν τη ζωή τους, όσο να επιβεβαιώσουν ότι υπάρχουν μέσα σε αυτήν. Σαν να αναζητούν απλώς μια μικρή απόδειξη παρουσίας. Μια στιγμή αναγνώρισης. Και αυτό είναι κάτι βαθιά υπαρξιακό. Ζούμε σε μια εποχή υπερέκθεσης, κι όμως όλο και περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν αόρατοι. Μοιραζόμαστε εικόνες, λέξεις, στιγμές, αλλά συχνά χάνεται η ουσία της ανθρώπινης επαφής. Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το βιβλίο του Πισσάνη μοιάζει να μας υπενθυμίζει κάτι σχεδόν ξεχασμένο: ότι κάθε άνθρωπος κουβαλά μια αθέατη ιστορία.
Η τελευταία ιστορία
Κλείνοντας, θα θέλαμε να σταθούμε ιδιαίτερα στην τελευταία ιστορία του βιβλίου, γιατί πιστεύουμε πως αφηγηματικά είναι εξαιρετικά ιδιαίτερη. Ο Πισσάνης εδώ μοιάζει να εγκαταλείπει για λίγο την κλασική αφήγηση και να πλησιάζει κάτι σχεδόν κινηματογραφικό. Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη σαν αργά πλάνα μιας νυχτερινής πόλης· ο συγγραφέας μοιάζει να κρατά μια κάμερα στραμμένη πάνω στους ανθρώπους του, παρακολουθώντας τους σιωπηλά. Και μέσα από αυτή την κινηματογραφική σχεδόν αφήγηση, οι ήρωες αποκτούν κάτι βαθιά ποιητικό και ανθρώπινο.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία ξεκινά με έναν στοχασμό πάνω στον χρόνο και την αφήγηση: «Το παρόν είναι το ανοιχτό βιβλίο. Το παρελθόν και το μέλλον, το κλειστό βιβλίο». Σαν να μας λέει ότι η λογοτεχνία είναι μια προσπάθεια να συγκρατήσουμε το παρόν πριν χαθεί.
Ταυτόχρονα, στην τελευταία ιστορία ο συγγραφέας λειτουργεί σαν να βγαίνει και ο ίδιος μπροστά. Όχι μόνο ως αφηγητής, αλλά ως άνθρωπος που φοβάται τη λήθη. Που προσπαθεί, μέσα από τη γραφή, να κρατήσει ζωντανούς τους ήρωές του λίγο ακόμη. Δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία ξεκινά με έναν στοχασμό πάνω στον χρόνο και την αφήγηση: «Το παρόν είναι το ανοιχτό βιβλίο. Το παρελθόν και το μέλλον, το κλειστό βιβλίο». Σαν να μας λέει ότι η λογοτεχνία είναι μια προσπάθεια να συγκρατήσουμε το παρόν πριν χαθεί. Να σώσουμε στιγμές, πρόσωπα και μνήμες από τη φθορά του χρόνου.
Θα θέλαμε να κλείσουμε με λίγες γραμμές από το τέλος της τελευταίας ιστορίας. Εκεί συμπυκνώνεται όλη η ουσία του βιβλίου: η μοναξιά, η μνήμη, η ανάγκη να μη χαθούν οι άνθρωποι μέσα στην ανωνυμία. Ίσως τελικά αυτό να είναι και η βαθύτερη λειτουργία της λογοτεχνίας: να αντιστέκεται στη λήθη.
«Φοβάμαι ότι, μόλις τελειώσω τούτες τις γραμμές, θα τους χάσω για πάντα. Σαν τους γονείς που παντρεύουν τα παιδιά τους. Γράφω για να μην πω αντίο. Είναι δυστυχώς πολύ αργά για συγκινήσεις. Έχει νυχτώσει, και από το παράθυρο εισβάλλει πια ψυχρός αέρας. Κλείνω το τετράδιο και σηκώνομαι να ρίξω μια τελευταία ματιά στον δρόμο. Το κουφάρι του σκύλου ακόμα εκεί, ένα ζευγάρι περπατάει αγκαλιασμένο, ένα αγόρι μιλάει στο κινητό, μια κοπέλα κλαίει, μια μηχανή μαρσάρει στο φανάρι, μια γυναίκα σέρνει ένα καρότσι με δυο παιδιά.
»Ανώνυμοι ήρωες, σας χαιρετώ».
*Η ΜΑΡΙΑ ΔΑΤΣΙΚΑ είναι ποιήτρια.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Πισσάνης γεννήθηκε στον Ασπρόπυργο. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες. Έχει λάβει μέρος με διηγήματά του σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τα οποία μεταφράστηκαν στα ισπανικά και στα αγγλικά. Το 2022 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Ο ελαιοχρωματιστής.

Ο ελαιοχρωματιστής ήταν στη βραχεία λίστα υποψηφιοτήτων για το βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» του έτους 2023 για πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές της Εταιρείας Συγγραφέων και στη δεκάδα υποψηφιοτήτων των Βραβείων Βιβλίου Public στην κατηγορία Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση. Οι ανώνυμοι είναι το δεύτερο βιβλίο του.























