
Για το μυθιστόρημα του Μιχάλη Νταγγίνη «Πατημένα τριάντα» (εκδ. Διόπτρα). Εικόνα: Από την ταινία «Οι άγριες μέρες μας» (2025) του Βασίλη Κεκάτου.
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Η Ελλάδα της Κρίσης. Για τους νέους όλοι οι δρόμοι μοιάζουν να οδηγούν σε αδιέξοδο. Οι ίδιοι, όμως, έχοντας βρεθεί πρόωρα σε βαθιά νερά, προσπαθούν να κολυμπήσουν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, με την τεχνική του. Μπάρμεν που θέλουν να γίνουν από μικρά μεγάλα ψάρια, εγκληματολόγοι που γράφουν παιδικά βιβλία, μαχητικές φεμινίστριες, αρχιτεκτόνισσες της νέας γενιάς, νονοί της νύχτας, η Greek Mafia, η διαφθορά, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το σινεμά και τα μπαράκια, και βεβαίως, η πολιτική και η επίμονη αναζήτησή της σε απολιτικούς καιρούς: αυτά είναι κάποια από τα στοιχεία που βρίσκονται στον πυρήνα της μυθιστορήματος του Μιχάλη Νταγγίνη Πατημένα τριάντα (εκδ. Διόπτρα), ένα λογοτεχνικό ξεκίνημα στο οποίο αξίζει να σταθούμε για αρκετούς λόγους.
Είναι ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο ο Νταγγίνης κοιτά τους ήρωές του, το πώς τους «γκριζάρει», τοποθετώντας τους ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο. Δεν υπάρχουν άγιοι ούτε καθαρόαιμοι δαίμονες σε αυτό το μυθιστόρημα, τουλάχιστον όσον αφορά στους πρωταγωνιστικούς ρόλους: πρόκειται για ένα ομαδικό πορτραίτο ηρώων που ξεκινούν ως άγουροι ενήλικες τη χρονιά του Δημοψηφίσματος του ΄15 και ώσπου να φτάσουμε στο τέλος έχουν διανύσει μια διαδρομή γεμάτη ανατροπές και αλλαγές. Τους αποχαιρετάμε αφήνοντάς τους να κάνουν σχέδια για το μέλλον, καθώς συνεχίζουν να προσδιορίζουν την αφήγηση που φτιάχνουν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους. Κανείς δεν καταδικάζεται παντελώς, ακόμα και ο Νικήτας, ένας από τους πιο αρνητικούς χαρακτήρες, που μπλέκεται έντονα με τον υπόκοσμο και ο οποίος φαίνεται να βρίσκει μια ελπίδα να εξιλεωθεί – στο σημείο αυτό, μια αναφορά στον Ντοστογιέφσκι μοιάζει να απηχεί τη συγγραφική πρόθεση.
Στο μυθιστόρημα του Νταγγίνη συναντάμε μια αφήγηση ζυγισμένη. Είναι ένα βιβλίο που έχει να πει κάτι ειλικρινές, ανθρώπινο – διόλου αυτονόητο στους καιρούς μας, που η Τεχνητή Νοημοσύνη απειλεί να υποβιβάσει το γράψιμο σε μια διαδικασία ρηχή και αυτοματοποιημένη, που βασίζεται σε βήματα και κανόνες. Διακρίνεται, εδώ, πεζογραφική δεινότητα και σκέψεις με βάθος.
Το ύφος
Στη γραφή συχνά εντάσσονται λέξεις της αργκό και το αποτέλεσμα είναι η πειστική αποτύπωση του ύφους της αποκαλούμενης «γενιάς» των Millennials – αν και ο συγκεκριμένος όρος είναι μάλλον κάπως σχηματικός. Αναφορές στην ποπ κουλτούρα και στην κουλτούρα της ακύρωσης, λέξεις όπως «κριντζ» και «πιστολιάζω», περιγραφή του fomo (fear of missing out) και των διάφορων τάσεων, όλα αυτά εξυπηρετούν τον ρεαλισμό, ενώ δεν λείπουν και στοχασμοί όπως ο εξής: «Αναρωτιέμαι: αλλάξαμε πραγματικά μετά την κρίση; Πολύ φοβάμαι ότι, αποφασίζοντας πως δεν μπορούμε να βελτιώσουμε τον κόσμο, αρχίσαμε να μη βλέπουμε τίποτε άλλο πέρα από εμάς. Οι ηθικές και οι θρησκευτικές μας πυξίδες, οι συλλογικοί στόχοι, οι κοινές αρχές -ενίοτε ακόμα και τα βιολογικά δεδομένα- μένουν ξοπίσω μας. Μια ολόκληρη βιομηχανία αυτοβελτίωσης σου λέει νύχτα μέρα να ασχοληθείς με σένα, να κοιτάξεις πρώτα τις ανάγκες σου, να αποθεώσεις το εγώ».
Με το πρώτο του βιβλίο ο Μιχάλης Νταγγίνης συστήνεται ως ένας πεζογράφος που αφουγκράζεται την κοινωνία, και αυτή είναι μια αρετή που θεωρούμε πολύ σημαντική.
Σε κάποια σημεία, οι αναφορές γίνονται κάπως γενικόλογες και το ύφος έντονα σχολιαστικό (ίσως αφορισμοί όπως ο εξής: «Είμαστε πλάσματα καταδικασμένα να αναζητάμε τη Δικαιοσύνη σε μια ζωή που από τη φύση της είναι άδικη» θα μπορούσαν να λείπουν ή να είναι ενταγμένοι κάπως διαφορετικά στο κείμενο). Σε πολλά άλλα μέρη όμως υπάρχει μια ορμή: «Η Μεταπολίτευση πέτυχε, η Ελλάδα ανήκε στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. Στα δεκαοκτώ του ο Νικήτας ζούσε σε μια χώρα που ανήκε στην κλειστή λίγκα του ευρώ, παρέα με τους μεγάλους παίκτες. Τους μεγάλους παίκτες νικήσαμε λίγο αργότερα, το 2004 στην Πορτογαλία, και γίναμε από το πουθενά πρωταθλητές Ευρώπης στο ποδόσφαιρο. Στιγμές μοναδικές, αξέχαστες, διονυσιακές».
Ένα από τα προτερήματα του μυθιστορήματος είναι ο τρόπος που περιγράφει την κυριαρχία της μεταπολιτικής στους καιρούς μας, την απαξίωση της πολιτικής. Πλαγίως και με τέχνη, ευθύνες επιρρίπτονται συλλογικά για αυτό το φαινόμενο, χωρίς να μπαίνει στο στόχαστρο αποκλειστικά και μόνο ένας πολιτικός φορέας ή κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο – παρότι αναφορές σε φορείς και πρόσωπα πράγματι (και ευτυχώς) γίνονται. Ο συγγραφέας, με ωριμότητα, υποδεικνύει πως οι νέοι πρέπει να σηκώσουν με ευθύνη το βάρος που έμελλε να φορτωθεί στις πλάτες τους. Φυσικά, εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν, αλλά τουλάχιστον κάποια πρόσωπα της ιστορίας, στο τέλος της, φαίνεται να προβληματίζονται, να προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο που μπορούν, με τον τρόπο που μπορούν – ίσως η επιδίωξη της πολιτικής να σχετίζεται με μια νέα, σύγχρονη εκδοχή του bildungsroman. Το ερώτημα, πάντως, του πότε αλλά και του πώς θα επιστρέψει η πολιτική ξεπροβάλει ουσιαστικά.
Με το πρώτο του βιβλίο ο Μιχάλης Νταγγίνης συστήνεται ως ένας πεζογράφος που αφουγκράζεται την κοινωνία, και αυτή είναι αναμφίβολα σημαντική αρετή.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μιχάλης Νταγγίνης γεννήθηκε το 1993 στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε νομικά. Από το 2017 ζει κι εργάζεται στην Αθήνα ως δικηγόρος ποινικού δικαίου, ενώ επίσης είναι διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε νομικά περιοδικά. Το 2020 εκδόθηκε η πρώτη νομική του μονογραφία. Το μυθιστόρημα Πατημένα τριάντα είναι το πρώτο λογοτεχνικό του έργο.
























