
Για τη νουβέλα του Γιάννη Νικολούδη «Κόκκινο φαράγγι» (εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Από την ταινία «Στάσου πλάι μου» του Ρομπ Ράινερ (1986).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Το σκοτεινό και ανοίκειο, το ανησυχητικό και το κακό ως παράσταση, ολοένα και περισσότερο εμφανίζονται στην ελληνική λογοτεχνία με μεγαλύτερη συχνότητα. Από το country gothic του Κωνσταντίνου Δομηνίκ και του Χρυσόστομου Τσαπραϊλη έως τη λαογραφική αποτύπωσή του με το βιβλίο Ο άλιωτος και άλλες ιστορίες με βρυκόλακες (εκδ. Ροές) που επιμελήθηκε ο Γιώργος Θάνος.
Η περίπτωση του Γιάννη Νικολούδη με το Κόκκινο φαράγγι, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ανήκει οργανικά σε αυτή την τάση, καίτοι το δικό του «κακό» αγγίζει περισσότερο την περιοχή των υπαρξιακών ανησυχιών που δονούν τους εφήβους και λιγότερο τους αρχέγονους φόβους απέναντι στο αλλότροπο κακό.
Η νουβέλα επιχειρεί να αναμετρηθεί με μεγάλα θέματα: τη μνήμη, την παιδική ηλικία, τη βία και κυρίως την έννοια του κακού, το οποίο παρουσιάζεται όχι ως εξωτερική δύναμη αλλά ως κάτι που μεταμορφώνεται και ενσωματώνεται στον άνθρωπο. Η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από δύο αφηγηματικούς άξονες: τρεις εφήβους που εξερευνούν ένα εγκαταλειμμένο σπίτι και έναν άντρα που επιστρέφει στον τόπο όπου μεγάλωσε, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με τραυματικές αναμνήσεις του παρελθόντος. Η συνάντηση αυτών των δύο αφηγηματικών γραμμών, σε ένα τοπίο όπου κυριαρχεί ένα μυστηριώδες φαράγγι, δημιουργεί ένα λογοτεχνικό σύμπαν γεμάτο υπαινιγμούς, συμβολισμούς και αβεβαιότητα.
Η πλοκή και η αφηγηματική δομή
Η ιστορία ξεκινά με τρεις εφήβους (τη Foxy, τον Snake και τον Dark, ονόματα που διατηρούν στις διαδικτυακές συνομιλίες τους) που βρίσκονται μπροστά σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι κρυμμένο μέσα σε πυκνή βλάστηση. Η περιέργεια και η ανάγκη για περιπέτεια τους οδηγεί να εξερευνήσουν τον χώρο, μια επιλογή που μοιάζει αρχικά με αθώο παιχνίδι. Ωστόσο, η ατμόσφαιρα του βιβλίου από την πρώτη στιγμή προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι το σπίτι αυτό αποτελεί κάτι περισσότερο από απλό σκηνικό.
Παράλληλα, η αφήγηση παρακολουθεί έναν άντρα που επιστρέφει στον τόπο όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Η επιστροφή αυτή δεν είναι απλώς μια νοσταλγική επίσκεψη, αλλά μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει τις μνήμες που τον καταδιώκουν. Οι δύο αφηγηματικές γραμμές σταδιακά συγκλίνουν προς έναν κοινό τόπο: το φαράγγι που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο.
Αντί να προσφέρει σαφείς απαντήσεις, το βιβλίο φαίνεται να δημιουργεί ένα αίσθημα αβεβαιότητας που παραμένει μέχρι το τέλος.
Στο φαράγγι αυτό η πραγματικότητα αρχίζει να γίνεται αβέβαιη. Σούρουπο, παράξενες μορφές που κινούνται ανάμεσα στα βράχια, μια αίσθηση ότι κάτι αρχέγονο και απειλητικό υπάρχει μέσα στο τοπίο. Εκεί ξεσπά μια βία που μοιάζει να ξεκινά και να τελειώνει σαν όνειρο, αφήνοντας τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι όσα συνέβησαν ίσως δεν μπορούν να ερμηνευθούν πλήρως με λογικούς όρους. Η δομή της αφήγησης είναι πιθανό να βασίζεται σε αποσπασματικές σκηνές και υπαινικτικές συνδέσεις μεταξύ γεγονότων. Αντί να προσφέρει σαφείς απαντήσεις, το βιβλίο φαίνεται να δημιουργεί ένα αίσθημα αβεβαιότητας που παραμένει μέχρι το τέλος.
Το θέμα του κακού
Στον πυρήνα της νουβέλας βρίσκεται η διερεύνηση του κακού. Το βιβλίο παρουσιάζεται ως «μια νουβέλα για το Κακό και τις μεταμορφώσεις του», μια διατύπωση που υποδηλώνει ότι το κακό δεν εμφανίζεται μόνο ως πράξη βίας αλλά ως δυναμική κατάσταση που μετασχηματίζεται συνεχώς.
Το φαράγγι λειτουργεί ως συμβολικός τόπος όπου το κακό εκδηλώνεται.
Στην παράδοση της λογοτεχνίας, το κακό συχνά παρουσιάζεται είτε ως υπερφυσική δύναμη είτε ως κοινωνική παθογένεια. Στο Κόκκινο φαράγγι φαίνεται να λειτουργεί διαφορετικά: ως κάτι αμφίσημο, που μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα στο τοπίο, στη μνήμη και στους ανθρώπους. Το φαράγγι λειτουργεί ως συμβολικός τόπος όπου το κακό εκδηλώνεται. Οι «παράξενες μορφές» που εμφανίζονται στο σούρουπο μπορεί να ερμηνευτούν είτε ως πραγματικές παρουσίες είτε ως μεταφορές της ανθρώπινης βίας. Αυτή η αμφισημία αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της αφήγησης.
Το τοπίο ως χαρακτήρας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της νουβέλας είναι ο τρόπος με τον οποίο το φυσικό τοπίο μετατρέπεται σχεδόν σε χαρακτήρα της ιστορίας. Το σπίτι μέσα στην πυκνή βλάστηση, το φαράγγι με τα βράχια και το σκοτεινό σούρουπο δημιουργούν ένα σκηνικό που θυμίζει περισσότερο ψυχολογικό τοπίο παρά πραγματικό χώρο.
Η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο συχνά λειτουργεί ως λογοτεχνικό μοτίβο που φέρνει στο φως τραυματικές αναμνήσεις.
Στο Κόκκινο φαράγγι, η φύση φαίνεται να αντανακλά το τραύμα και τη σύγχυση των ανθρώπων. Το φαράγγι δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό σημείο· είναι ένας χώρος όπου οι αναμνήσεις και οι φόβοι παίρνουν υλική μορφή. Το στοιχείο αυτό φέρνει στο νου παραδόσεις της γοτθικής λογοτεχνίας, όπου τα τοπία συχνά γίνονται φορείς απειλής και μυστηρίου. Ωστόσο, η ελληνική φύση -με τη βραχώδη μορφολογία και το έντονο φως που μετατρέπεται σε σκοτάδι το σούρουπο- δίνει μια ιδιαίτερη χροιά σε αυτή τη γοτθική διάσταση.
Η παιδική ηλικία και η μνήμη
Ένα δεύτερο βασικό θέμα του βιβλίου είναι η παιδική ηλικία. Η παρουσία των τριών εφήβων στην αρχή της ιστορίας υποδηλώνει ότι η αφήγηση ενδιαφέρεται για την περίοδο εκείνη της ζωής όπου η αθωότητα συνυπάρχει με την ανακάλυψη του φόβου. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν χαμένο παράδεισο, αλλά με κάτι σκοτεινό που έρπει τριγύρω τους. Η περιέργεια των παιδιών τα οδηγεί σε χώρους που ίσως δεν θα έπρεπε να εξερευνήσουν. Έτσι, το παιχνίδι μετατρέπεται σε εμπειρία που μπορεί να σημαδέψει τη ζωή τους.
Το Κόκκινο φαράγγι φαίνεται να εντάσσεται σε μια τάση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που στρέφεται προς πιο σκοτεινά και υπαρξιακά θέματα.
Η παράλληλη ιστορία του άντρα που επιστρέφει στον τόπο όπου μεγάλωσε ενισχύει αυτή τη θεματική. Η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο συχνά λειτουργεί ως λογοτεχνικό μοτίβο που φέρνει στο φως τραυματικές αναμνήσεις. Στην περίπτωση αυτή, φαίνεται ότι το παρελθόν δεν έχει ξεχαστεί αλλά παραμένει ενεργό και απειλητικό.
Η ατμόσφαιρα του ονείρου
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της νουβέλας είναι η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι απολύτως σταθερή. Η βία στο φαράγγι «αρχίζει και τελειώνει σαν σε όνειρο», μια φράση που υποδηλώνει ότι τα γεγονότα μπορεί να έχουν μια ονειρική ή υπαρξιακή διάσταση. Η χρήση ονειρικής ατμόσφαιρας δημιουργεί μια αίσθηση αβεβαιότητας που ενισχύει την ένταση της αφήγησης. Σε αυτή τη νουβέλα, η ονειρική διάσταση πιθανότατα λειτουργεί ως τρόπος να εκφραστεί η ασάφεια της μνήμης. Οι αναμνήσεις δεν είναι πάντα σαφείς ή αξιόπιστες· συχνά μοιάζουν με όνειρα που επιστρέφουν αποσπασματικά.
Το Κόκκινο φαράγγι φαίνεται να εντάσσεται σε μια τάση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που στρέφεται προς πιο σκοτεινά και υπαρξιακά θέματα. Αντί για μεγάλες κοινωνικές αφηγήσεις, τέτοια έργα εστιάζουν συχνά σε μικρές ιστορίες με έντονη ψυχολογική φόρτιση. Ίσως το μοναδικό σημείο που δημιουργεί απορίες είναι η έντονη συμβολικότητα και η ασάφεια που ορισμένες στιγμές αφήνουν ανολοκλήρωτες εικόνες.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε το 1987 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε Οικονοµικά στο Πανεπιστήµιο Πειραιώς.
Διηγήµατά του έχουν διακριθεί σε διαγωνισµούς. Το 2016 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο (Άµοιρο παιδί, εκδόσεις Παράξενες µέρες). Ακολούθησε το Από χώµα και κόκαλα (εκδόσεις Σκαρίφηµα, 2021), που ήταν υποψήφιο για το βραβείο νουβέλας του περιοδικού Ο Αναγνώστης.

Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα µυθιστορήματά του Άδειος τόπος (2023) το οποίο τιµήθηκε µε Κρατικό Βραβείο (για βιβλίο που προάγει σηµαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήµατα), µε το Βραβείο της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη του περιοδικού Κλεψύδρα, και το Κόκκινο φαράγγι (2026).






















