
Για το μυθιστόρημα της Κωνσταντίας Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» (εκδ. Πατάκη).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Ας δούμε πρώτα τα συστατικά του μυθιστορήματος της Κωνσταντίας Σωτηρίου, που εκδόθηκε μέσα στο 2025, και μετά τι πετυχαίνει με τη μίξη τους. Η Κύπρια συγγραφέας οργανώνει δύο παράλληλες γραμμές στη μυθιστορηματική της αφήγηση. Αφενός, ένας λοχαγός σκοτώνει πέντε αλλοδαπές γυναίκες και δύο κορίτσια μεταξύ του 2016 και του 2018 και αφήνει τα σώματά τους μέσα σε βαλίτσες σε εγκαταλελειμμένα ορυχεία ή λίμνες κοντά στη Λευκωσία. Η υπόθεση συγκλόνισε το Πανελλήνιο, όταν τα πτώματα αποκαλύφθηκαν το 2019 και συνελήφθη ο ένοχος. Αφετέρου, η λειτουργία ορυχείων στο νησί, ειδικά σε προηγούμενες δεκαετίες, επέφερε πολλά προβλήματα υγείας στους ορυχεργάτες, οι οποίοι δηλητηριάζονταν από τις επιβλαβείς για τον οργανισμό ουσίες που ανέπνεαν.
Μυθοπλαστικός σύνδεσμος των δύο (άσχετων;) ιστοριών είναι η γηραιά αφηγήτρια, που με τον μισό εγκέφαλο βλέπει στην τηλεόραση τις εξελίξεις των ερευνών για τα πτώματα των γυναικών και με το άλλο μισό θυμάται τον Νικολή, τον άντρα της, ο οποίος τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια αντιμετώπισε οξέα αναπνευστικά προβλήματα. Όταν δηλαδή εργαζόταν σε ένα μεταλλείο των Εγγλέζων, εισέπνευσε «σκόνες και πυρίτιο», με αποτέλεσμα να πάθει πνευμονοκονίαση. Ο πυρήνας της αρρώστιας του Νικολή συνδέει το ατομικό με το συλλογικό, αφού σε επάλληλους κύκλους απλώνονται θέματα, όπως η φτώχια των Κυπρίων, η ανομβρία που οδήγησε πολλούς στον πόλεμο ή στα ορυχεία, η εκμετάλλευση των εργατών από την Εταιρία, η αντίσταση στους Βρετανούς κ.λπ. Το παρελθόν των μεταλλωρύχων συνεκδοχικά υποδεικνύει τη μεταπολεμική κοινωνική ιστορία της Κύπρου.
Στο σήμερα τώρα, άλλου είδους εργαζόμενες, αυτές οι ταπεινές Φιλιππινέζες, Ρουμάνες ή Νεπαλέζες, βρίσκουν τον θάνατο από το χέρι του κατά συρροή δολοφόνου. Η αφηγήτρια νοιάζεται γι’ αυτές, επειδή κι η ίδια έχει τη Λάνι Λανιλί να τη φροντίζει, να την αγαπά και να αγαπιέται από αυτήν –όσο κι αν μαλώνουν ενίοτε–, να βλέπει δυνάμει στον δικό της άνθρωπο τη μοίρα που αστόχησε αποφεύγοντας τη Φιλιππινέζα οικιακή βοηθό της, αλλά πέτυχε άλλες ανάλογες γυναίκες.
Ο τρόπος με τον οποίο γράφει η Κωνσταντία Σωτηρίου δεν φέρνει τα δύο μέρη –τρία, αν συνυπολογίσει κανείς και τις ενδιάμεσες αφηγήσεις για την αρχαία ιστορία του νησιού και την κεφαλή του Απόλλωνα που διατήρησε περισσότερο την ονομασία «κεφαλή του Τσάτσγουερθ»– σε άμεση αφηγηματική αλληλεξάρτηση. Έτσι, φαίνονται τρία παράλληλα νήματα που συνδέονται, όπως προείπα, με άξονα την αφηγήτρια, αλλά και την τοπική σύμπτωση: τα μεταλλεία άφησαν τεράστιες λακκούβες, οι οποίες γεμίζουν νερό της βροχής που κοκκινίζει λόγω των μεταλλευμάτων· έτσι, οι εργάτες που πέθαναν από πνευμονοκονίαση συναντούν σε άλλο χρόνο τις γυναίκες που ποντίστηκαν στη λίμνη, κλεισμένες σε βαλίτσες.
Δυο ιστορίες που δεν συνδέονται αιτιωδώς
Επομένως, ο αναγνώστης διαβάζει δύο ιστορίες, των μεταλλωρύχων και των οικιακών βοηθών, που δεν συνδέονται αιτιωδώς. Θα πρέπει να τις δει αντικρυστά, σαν αλληλοερμηνευόμενους καθρέφτες, που ανάγουν την ιστορία σε μήνυμα, όταν η μία αφήγηση φωτίσει με τη δυναμική της την άλλη. Οι εργαζόμενοι στα ορυχεία εκπροσωπούν τους φτωχούς κατοίκους του νησιού που από ανάγκη, από ένδεια, από ανομβρία δούλεψαν σε αντίξοες συνθήκες και έγιναν αντικείμενα εκμετάλλευσης της Εταιρίας, η οποία μπορεί να πλήρωνε καλά, αλλά θυσίαζε την υγεία των μεταλλωρύχων στον βωμό του κέρδους. Ανάλογα, οι φτωχές μετανάστριες από την Ασία ή την Ανατολική Ευρώπη από ανάγκη, από ένδεια, από οικογενειακές υποχρεώσεις δουλεύουν στα σπίτια των Κυπρίων και εντέλει μερικές από αυτές βρίσκουν τον θάνατο από έναν ντόπιο άνδρα ο οποίος δεν φαίνεται να είχε ρατσιστικά αίτια, αλλά ψυχολογικά. Η αντιστοιχία, λοιπόν, δεν είναι απόλυτη, τα αίτια των θανάτων δεν είναι τα ίδια. Ωστόσο, η από κοινού ανάγνωση δημιουργεί συνειρμούς, μέσα στο γλωσσικό, συγκινησιακό και φορτισμένο κλίμα που δημιουργεί η συγγραφέας.
Στέκομαι σίγουρα στη ζωντανή γλώσσα της γηραιάς πρωταγωνίστριας: προφορική, ρέουσα, με επαναλήψεις και κύκλους αναμοχλεύει σκέψεις και εκτιμήσεις, θρήνους και μνήμες, αποκαλύπτει βήμα βήμα τα συμβάντα και συνάπτει συνειρμικά απώλειες και μορφές εκμετάλλευσης.
Αφήνω κατά μέρος τον τίτλο του μυθιστορήματος, που μάλλον είναι άστοχος, αφού μεταφέρει την προσοχή πάλι στην ιστορία της Κύπρου και όχι στις σύγχρονες κοινωνικές της παθογένειες. Στέκομαι σίγουρα στη ζωντανή γλώσσα της γηραιάς πρωταγωνίστριας: προφορική, ρέουσα, με επαναλήψεις και κύκλους αναμοχλεύει σκέψεις και εκτιμήσεις, θρήνους και μνήμες, αποκαλύπτει βήμα βήμα τα συμβάντα και συνάπτει συνειρμικά απώλειες και μορφές εκμετάλλευσης. Και στα άλλα της έργα, ειδικά σε αυτά της τριλογίας, η Κωνσταντία Σωτηρίου χρησιμοποιεί τη γλώσσα με μεγάλη δεξιότητα για να δέσει τα εξωτερικά γεγονότα με τα εσωτερικά πάθη κάθε αφηγήτριας.
Η ποιητική της απώλειας χρησιμοποιεί ως σκαπτικό εργαλείο το συναίσθημα, τον εσωτερικό ρυθμό της γλώσσας και τον γυναικείο θρήνο ως καταγγελία, για να αναδείξει την ανυπεράσπιστη φύση ανδρών και γυναικών, εργαζόμενων και μεταναστριών.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Στις 4 Μαρτίου αναμένεται –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Κοίτα τον, κοίτα τον, καλέ, κοίτα τον που μπαίνει και βγαίνει μέσα στο μαύρο το νερό, κοίτα τον που μπαίνει και βγαίνει μέσα στην κόκκινη λίμνη, κοίτα τον πώς βάζει ετούτη την παράξενη στολή, πώς είναι μέσα στο νερό για ώρες, κοίτα τώρα που βγαίνει πάλι, που στάζουνε από πάνω του τα νερά, που τον τραβάνε οι άλλοι να βγει να πατήσει το χώμα, κοίτα τον που ανοίγει τα χέρια ανήμπορος, κοίτα τον που γνέφει, τίποτε τους γνέφει, δεν βρήκα τίποτε μέσα στο νερό, εν’ κόκκινο και μαύρο μα και φαρμακερό, όπως το βρόμικο αίμα […]»
























