
Για τη συλλογή διηγημάτων του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου «Τεφτέρια» (εκδ. Θεμέλιο). Εικόνα: Ο πίνακας του Παναγιώτη Τέτση «Λαϊκή αγορά».
Γράφει η Ιωάννα Σπηλιοπούλου
Τα Τεφτέρια, συλλογή 12 διηγημάτων, είναι ένα βιβλίο καλαίσθητο και επιμελημένο, αφιερώνεται στη μνήμη της αδελφής του συγγραφέα Μανόλη Χατζηπαναγιώτου και, με όχημα την πυκνότητα της μικρής φόρμας, θεματοποιεί, μεταξύ άλλων, την απώλεια. Ανιχνεύοντας κάποιες παραμέτρους της αναγνωστικής εμπειρίας, θα εστίαζα αρχικά στο χώρο. Όπως είχε πει η Γαλλίδα σκηνοθέτρια Ανιές Βαρντά εξηγώντας τον τίτλο της ταινίας της «Οι παραλίες της Ανιές»: «Αν μπορούσαμε να ανοίξουμε τους ανθρώπους, θα βρίσκαμε τοπία. Αν ανοίγαμε εμένα, θα βρίσκαμε παραλίες».
Ανοίγοντας τα Τεφτέρια ταξιδεύουμε σε ποικίλους τόπους της Βόρειας Ελλάδας, από όπου κατάγεται ο συγγραφέας, στην Κέρκυρα, στην Αθήνα, στην Κρήτη, όπου ζει. Μπορεί ο τοπικός προσδιορισμός να δηλώνεται, όπως ο Βαρδάρης στο διήγημα «Λιβελούλα», που αξιοποιεί στοιχεία του μαγικού ρεαλισμού, για να απεικονίσει το μετέωρο βήμα της ερωτικής συνάντησης. Ή μπορεί να ανασυστήνεται το αόρατο, όπως στο διήγημα «Αιμίλιος»: διαβάζοντάς το βρέθηκα στον συναισθηματικό ορίζοντα των Ανωγείων. Η κοινότητα (η πλειονότητα των διηγημάτων εκτυλίσσεται σε μικρές κοινότητες, με δικούς τους πολιτισμικούς κώδικες) ενσωματώνει το ασυνόδευτο προσφυγόπουλο Σάλεχ ή Σάββα, που σε μια νέα ξενιτιά τιμά, με τη σειρά του, τόσο το όνομα του στοργικού θετού πατέρα όσο και το δικό του ρίζωμα.
Πρόκειται για μετατοπίσεις ή για εσώτερες διαδρομές εικόνες που γεννήθηκαν από βλέμματα, αναμνήσεις, τραύματα, ψιθύρους, ρωγμές. Μαζί με τους ήρωες και τις ηρωίδες περιπλανιόμαστε σε ορόσημα του χώρου (δρόμοι, λιμάνια, καφενεία): το σώμα και ο ψυχισμός τους λειτουργούν ως στρώματα μνήμης και βιώματος. Ως μύχια γεωγραφία τους ̶ κοιλάδες ευαισθησίας, ομίχλες φόβου, κορυφογραμμές επιθυμίας. Ενδόμυχα και εξωτερικά τοπία συγχωνεύονται· το ίδιο και οι χρονικές περίοδοι. Για παράδειγμα, στο διήγημα «Άμα ξημερώσει» ενώνονται η προσφυγιά του 1922 με τον Οκτώβρη του 1940, σε ένα χωριό της Μακεδονίας όπου πρωταγωνιστεί ο χώρος (το καφενείο) σε ρευστό χρονικό πλαίσιο.
Η Ιστορία ως ουτοπία
Η Ιστορία ως ου-τοπία, ως ο μη τόπος της τραυματικής μνήμης, διασκορπίζεται, θρυμματίζεται, το παρελθόν ανακατασκευάζεται αέναα. Έχοντας σπουδάσει και Ιστορία, ο συγγραφέας ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις αφηγήσεις που καλύπτουν τον 20ό αιώνα, το αποτύπωμα μικροϊστοριών από το 1922 ως και την εποχή μας. Τα αφηγηματικά νήματα της δεκαετίας του 1940 και του 1970 συνυφαίνονται στο βραβευμένο (όπως και άλλα της συλλογής) διήγημα «Πλεχτά».
Η γυναικεία φροντίδα παιδαγωγεί, νοηματοδοτεί ακυρώνοντας το κενό: «Πλέκω για τα παιδούδια μου».
Ένα χωριό, λιγοστοί κάτοικοι, κυρίως μετανάστες από τη Γερμανία, και εν αναμονή των παλιννοστούντων πολιτικών προσφύγων. Στο έρημο σχολείο βρίσκει εύθραυστο καταφύγιο η ηλικιωμένη κυρα-Δόξα, μοναχική γυναικεία μορφή που πενθεί τους γιους της (πέθαναν ο πρώτος στο αλβανικό μέτωπο, ο δεύτερος ως πρωτοπαλίκαρο του Ζέρβα, ο τρίτος αντάρτης του ΔΣΕ). Ο ραγισμένος χώρος (το κασόνι στη θέση της έδρας, τα σαραβαλιασμένα θρανία, η σκόνη) φιλοξενεί την άλλοτε δασκάλα, χρυσοχέρα που αψηφά τη διάβρωση, ισορροπώντας στη ρυθμική κίνηση με την οποία πλέκουν οι βελόνες της σκούφους και τσουράπια. Η γυναικεία φροντίδα παιδαγωγεί, νοηματοδοτεί ακυρώνοντας το κενό: «Πλέκω για τα παιδούδια μου». Δάσκαλος είναι και ο ήρωας του διηγήματος «Πλεξούδα», με θεματικό πυρήνα μια απαγορευμένη ερωτική σχέση στο φόντο του Εμφυλίου.
Στο εναρκτήριο, ομότιτλο της συλλογής, διήγημα ο ασφαλίτης Ευτύχης Βαλεοντής συμμετέχει στις εντατικές έρευνες για τον εντοπισμό εξαφανισθέντος πολιτευτή. Περπατά στα Χανιά και στις κρύπτες της οικογενειακής και τοπικής ιστορίας. Ακροβατεί: απεκδυόμενος για λίγο το ρόλο του, πίνει μπίρες στην κατάληψη «Pandiera Rosa». Η εξιχνίαση του μυστηρίου συναιρείται με την αποκάλυψη του κρυφού εαυτού του. Με στοιχεία κινηματογραφικού νουάρ, η συγγραφική κάμερα μεταβαίνει από το παρόν του προσφυγικού στο παρελθόν (στα ανοιχτά τεφτέρια του Εμφυλίου) μέσω των λέξεων και της σιωπής της αριστερής ηλικιωμένης θείας Ροδούλας. Και αν ο ήρωας συναινεί στη συμβολική ταφή των σκιών (στη ρίζα των ελιών που θάλλουν στο αυλιδάκι της θείας), οι τροχιές της Ιστορίας συνδέουν τους τότε δωσίλογους, μαυραγορίτες, Σουμπερίτες με το σύγχρονο ρουσφέτι, την τοκογλυφία, το πλέγμα φασιστικού και ρατσιστικού λόγου.
Ανάδειξη αποσιωπημένων ιστοριών
Οι ήρωες και οι ηρωίδες των Τεφτεριών συγκροτούνται στην ταλάντωσή τους, σε μια ασταθή στιγμή του γίγνεσθαι, στον ανορθόδοξο βηματισμό τους. Σμιλεύονται ως πρόσωπα οικεία που δρουν οριακά, στην επικράτεια του ανοίκειου. Συχνά παρίες, σημαδιακοί κι αταίριαστοι, ιδιοσυγκρασιακά περιθωριακοί, δικαιώνονται χάρη στη γραφή. Φωτίζονται τα πρόσωπα σαν σε ζωγραφικό πορτρέτο· η αφήγηση γίνεται ένα παιχνίδι φωτός-σκιάς, ορατού-αόρατου, εγγύτητας-απόστασης.
Στο τελευταίο διήγημα («Φορταλέζα») πρωταγωνιστεί ένας καφετζής ναυτικός που δεν μπάρκαρε ποτέ: η κενή ταυτότητα του «καπετάν Σπύρου» γίνεται δοχείο του φανταστικού τροφοδοτώντας τις αφηγήσεις του.
Συναρμολογείται το τυχαίο, κάποτε το αλλόκοτο, πτυχές της ετερότητας, αναδεικνύοντας αποσιωπημένες ιστορίες καταπίεσης και αντίστασης στην όχθη του χρόνου. Για παράδειγμα, στο διήγημα «Marcia funebre» η κυρία Κική μεταβαίνει από τον Έβρο στην Κέρκυρα, κάνοντας ταυτόχρονα ένα μνημονικό ταξίδι, σε αναζήτηση του νεανικού της έρωτα. Εκείνος, ο Αμλέτος, βαδίζει χτυπώντας αόρατα πιατίνια, υπό τους ήχους κερκυραϊκής φιλαρμονικής οι οποίοι κατοικούν το νου του. Τα κιτρινισμένα γράμματά του προς τη νεαρή Κική, απαγορευμένα από τον πατέρα της, έπειτα από δεκαετίες παραδίδονται από τον άρτι συνταξιοδοτηθέντα ταχυδρόμο, για «να κλείσει όλα τα τεφτέρια» (σ. 82). Στο τελευταίο διήγημα («Φορταλέζα») πρωταγωνιστεί ένας καφετζής ναυτικός που δεν μπάρκαρε ποτέ: η κενή ταυτότητα του «καπετάν Σπύρου» γίνεται δοχείο του φανταστικού τροφοδοτώντας τις αφηγήσεις του.
Η μνήμη που υπερβαίνει τα σύνορα του χρόνου και του θανάτου
Στο διήγημα «Άμα ξημερώσει» όλα είναι αιωρούμενα στο σκοτεινό, φασματικό περιβάλλον: οι κόκκοι της μνήμης υπερβαίνουν τα σύνορα του χρόνου και του θανάτου. Ο Κολιός κι ο Μπάτης, ξαδέρφια από τη Μικρασία, συζητούν σε ένα άδειο, μισογκρεμισμένο καφενείο ̶ ο ένας αποκρίνεται σε ερωτήσεις του άλλου, διατυπωμένες πριν από δύο δεκαετίες. Με επίκεντρο της σκηνής τα υλικά ίχνη της περιοχής, μια καπνοσακούλα, αγωνιούν για το παστάλι (την επεξεργασία καπνού): «Όταν γύρισαν, η καπνοσακούλα ήταν ακόμη στο τραπέζι. Ο Ζαχαρίας συνέχιζε να κοιμάται στον πάγκο του, πιο αποκαμωμένος θαρρείς, πιο ψαρός. Έλειπε όμως η στέγη. Στο ταβάνι έχασκε μια μεγάλη τρύπα και κρέμονταν τα μεσοδόκια» (σ. 86).
Ήρωες και ηρωίδες με μεθοριακές, υβριδικές ταυτότητες, ανασαίνουν την προσμονή, ζουν σε ένα μεταίχμιο, ένα ανάμεσα.
Θολή εποχή, ρηγματωμένος χώρος: «Τότε το μάτι τους έπεσε στα αδειανά ράφια, στον άδειο πάγκο. (…) Το καφενείο ήταν άδειο από πελάτες, άδειο κι από εμπορεύματα. (…) "Τόσα χρόνια περάσανε. Άλλα τα πήραν οι Βούλγαροι, άλλα οι φαντάροι, άλλα οι αντάρτες, άλλα οι χωροφύλακες"» (σ. 87). «Εγώ δεν έφυγα ποτέ» λέει ο καφετζής. (Το σημείο αυτό μου θύμισε ένα βιβλίο που εκδόθηκε από το Θεμέλιο το Δεκέμβριο του 1965, τη διήγηση Το σπίτι μου της Μέλπως Αξιώτη: ο ηλικιωμένος Μυκονιάτης «"Το λοιπόν εγώ", σου λέει, "δεν είμαι πουθενά παγαιμένος. Ήμουν εδώ παντοτινός"»1.) Ήρωες και ηρωίδες με μεθοριακές, υβριδικές ταυτότητες, ανασαίνουν την προσμονή, ζουν σε ένα μεταίχμιο, ένα ανάμεσα. Πόλεμοι, προσφυγιά, μετανάστευση, ανεκπλήρωτοι έρωτες, ταξίδια. Επίσης, εκτός της διάπλασης χαρακτήρων, τα διηγήματα, ως ασκήσεις ύφους, φαίνεται ότι πειραματίζονται με την οριακότητα και μέσω της ανάμειξης κειμενικών ειδών και αφηγηματικών τεχνικών, ενώ ο αφηγητής παραμένει τριτοπρόσωπος.
Διακειμενικότητα
Στα κείμενα της συλλογής συσσωματώνονται στοιχεία ποικίλων τεχνών: κινηματογράφος, ζωγραφική, τραγούδι, ποίηση. Στο διήγημα «Σταγόνες» ο φύλακας της Εθνικής Πινακοθήκης παρατηρεί ότι το νερό από θαλασσογραφίες που εκτίθενται και χρονολογούνται στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού (των Ουμβ. Αργυρού, Νίκου Λύτρα, Ιω. Αλταμούρα, Κ. Βολανάκη, Κ. Μαλέα) αρχίζει να στερεύει, μεταγγιζόμενο στην ποίηση της γενιάς του ’30 (Γ. Σεφέρη, Οδ. Ελύτη, Ν. Καββαδία) ̶ τα συγκοινωνούντα δοχεία της διακαλλιτεχνικής συνομιλίας.
Ο συγγραφέας εντάσσει ημερολογιακές καταγραφές του αινιγματικού ήρωα, καθώς παρατηρεί στιγμιότυπα με πρωταγωνιστές τους βιοπαλαιστές
Το εκτενές διήγημα «Λουξ» στήνει το θεατρικό σκηνικό ενός από τους 13 πίνακες της σειράς «Λαϊκή αγορά» (1979-1982) που φιλοτέχνησε ο Παναγιώτης Τέτσης, παράγοντας πολλά ομόθεμα προσχέδια καθώς και χαρακτικά ̶ σειράς εμπνευσμένης από τη λαϊκή της οδού Ξενοκράτους. Αν σε αυτόν αναπαρίστανται οι μορφές σε φυσικό μέγεθος, μια χορογραφία των χρωμάτων και του διάχυτου φωτός, εδώ μέσα από την ένταση ήχων και κινήσεων αποτυπώνονται σε μια πολυφωνική αφήγηση η πολιτική ατμόσφαιρα στο κατώφλι της δεκαετίας του 1980, η αυθαιρεσία της εξουσίας, η ποδοσφαιρική επικαιρότητα ̶ οι πάγκοι των πωλητών γίνονται αποβάθρα ταξιδιού. Ο συγγραφέας εντάσσει ημερολογιακές καταγραφές του αινιγματικού ήρωα, καθώς παρατηρεί στιγμιότυπα με πρωταγωνιστές τους βιοπαλαιστές (για να στήσει «ένα μνημείο της λαϊκότητας», σ. 108). Αν και από εκείνους θεωρείται χαφιές της Αστυνομίας και αποκαλείται «μπλοκάκιας», το τεφτέρι του, με λέξεις και σχέδια, αποκαλύπτει την αλήθεια: τη διεργασία της δημιουργίας. Στοχασμός για το ρόλο της τέχνης στον δημόσιο χώρο, σε ταξικά προσδιορισμένα περιβάλλοντα. Παράγονται έτσι δύο επίπεδα αφήγησης, οδηγώντας σε μια mise en abyme συνθήκη, εισάγεται δηλαδή μια ιστορία μέσα στην ιστορία.
Είναι, νομίζω, ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει και την ποιητική του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου: η όραση που ασκείται επίμονα στην παρατήρηση, την ενδοσκόπηση και τη βιωματική εξερεύνηση, ως μαρτυρία για τη συγκρότηση του υποκειμένου μέσα από το σύνηθες, το καθημερινό, μέσα από τις ουλές του. Στο μικρόκοσμό τους τα πρόσωπα νοσταλγούν το μέλλον, αναζωπυρώνουν την επιθυμία, περιθάλπουν το μυστικό τους ως πολύτιμη κληρονομιά και σημείο αφετηρίας. Η μνήμη θεμελιώνεται στην υφή της γλώσσας: λόγια στοιχεία συνυπάρχουν με κάποιες ιδιωματικές λέξεις, για παράδειγμα «ντάμι» (στάβλος).
Το στοιχείο του χειροποίητου
Ο συγγραφέας καταγράφει στο ακροτελεύτιο σημείωμά του, με ευγνωμοσύνη και σεμνότητα, οφειλές σε πρόσωπα και σε ομάδες δημιουργικής γραφής στο πλαίσιο των οποίων εκκολάφθηκαν κάποια από τα κείμενά του καθώς και άλλα (έχει γράψει παιδικά, παρωδίες…) ̶ πολλά εκ των οποίων έχουν δημοσιευτεί κυρίως στη στήλη του στον ιστότοπο Pancreta. Ο τίτλος της συλλογής, Τεφτέρια, μια λέξη λαϊκή, παραπέμπει σε πυκνογραμμένες σημειώσεις, αφηγήσεις που στοιβάζονται, με το χαρακτήρα του επείγοντος. Αναδεικνύεται το στοιχείο του χειροποίητου, του ερασιτεχνικού, του «βρισκούμενου». Σε δύο διηγήματα, στον «Αιμίλιο» και στην «Οικογένεια Αουγκεντάλερ», εντοπίζουμε την αναφορά στη συγκεκριμένη λέξη. Στο πρώτο σχετίζεται με τη διατροφή στο κρητικό χωριό (σ. 42) μέσα από τα μάτια του προσφυγόπουλου, που νιώθει τη θαλπωρή, στο δεύτερο με την αναπαράσταση του υλικού πολιτισμού της Κρήτης (η ποδιά, το κεφαλομάντιλο, το φαγητό, σ. 54-55). Με γνώμονα την πυρηνική έννοια της φιλοξενίας αντιπαρατίθεται το ζεύγος των Γερμανών τουριστών με το ζεύγος Μπορμπουδάκη: είναι και φαίνεσθαι, λέξη (ειρωνικά μεταγραμμένη σε γκρίκλις: «tovriskoumeno», σ. 58) και πράξη.
Το ολοφάνερο μυστικό της κοινότητας, ο πλούτος της αυτάρκειας, συνυφασμένης με την ελευθερία, συστοιχεί προς την οικονομία της λογοτεχνικής γραφής.
Καταλύοντας τα σύνορα ανάμεσα στο περίσσευμα και το υστέρημα, το βρισκούμενο δοξάζει τη λιτότητα και την πλησμονή του ελάχιστου: ό,τι είναι τώρα διαθέσιμο, προϊόν του τυχαίου, χωρίς προετοιμασία, προορίζεται για χάρισμα, προσφορά, φίλεμα. Συνιστά υλικό και ηθικό ίχνος της παράδοσης, μια κληρονομιά αλληλεγγύης. Το ολοφάνερο μυστικό της κοινότητας, ο πλούτος της αυτάρκειας, συνυφασμένης με την ελευθερία, συστοιχεί προς την οικονομία της λογοτεχνικής γραφής. Σε μια εποχή κατακλυσμού από αλλεπάλληλα «τσουνάμι πληροφορίας» που κατακερματίζουν το χρόνο, όπως σημειώνει ο Γερμανοκορεάτης φιλόσοφος Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν στο βιβλίο του Η κρίση της αφήγησης2 παραπέμποντας στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, μόνο το μετάξι των ονείρων που φωλιάζει στις ιστορίες μπορεί να μετουσιώσει τη σπίθα του πραγματικού σε αντιφέγγισμα. Ως ένα τέτοιο δώρο, ένα βρισκούμενο, στα Τεφτέρια η γραφή γίνεται πλοηγός προς τη ριζική ελπίδα.
* Η ΙΩΑΝΝΑ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι φιλόλογος.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μανόλης Χατζηπαναγιώτου γεννήθηκε το 1968 στις Σέρρες και σήμερα ζει και εργάζεται στα Χανιά. Σπούδασε Παιδαγωγικά, Ιστορία και Ειδική Αγωγή. Εργάζεται στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Γράφει κείμενα μικρής φόρμας, κυρίως διηγήματα, καθώς και παραμύθια, παιδικά-εφηβικά, θεατρικούς μονολόγους, παρωδίες κ.ά.

Κείμενά του έχουν βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Διατηρεί στήλη για θέματα λογοτεχνίας και δημόσιου ενδιαφέροντος στον πολιτιστικό και ενημερωτικό ιστότοπο Pancreta. Είναι παντρεμένος με τη Γεωργία Ξυλούρη, με την οποία έχει μία κόρη, την Ασημένια.























