Για τη νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη «Στη σκιά του όρους Όχη» (εκδ. Εστία).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Το Στη σκιά του όρους Όχη, που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εστία, ο Γιάννης Μακριδάκης θέτει στο κέντρο της Χίου και του προβληματισμού του μία «γυναίκα» που εγχειρίζεται για να γίνει άντρας. Στην ουσία εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70 η Βάσω, που έχει γεννηθεί πριν από είκοσι περίπου χρόνια ερμαφρόδιτη, αποφασίζει να διαμορφώσει και σωματικά την ανδρική της ταυτότητα. Κι ενώ αυτή είναι ήδη σκάνδαλο για την τοπική κοινωνία, η οποία την αποκαλούσε «αρσενικιά» ή «ανδρογυναίκα» και «ανώμαλη» λόγω της διττής της φύσης, η εγχείριση έρχεται να ολοκληρώσει τον κόλαφο.
Από αυτή τη σύντομη περιγραφή της νουβέλας του Χιώτη συγγραφέα, στην οποία θα επανέλθω, η σκέψη μας μπορεί να οδηγηθεί επαγωγικά σε ένα ευρύτερο χαρακτηριστικό του Γ. Μακριδάκη, που είναι η αναγωγή σύγχρονων προβληματισμών σε παλαιικές εποχές. Με άλλα λόγια, ο κοινωνικά ευαισθητοποιημένος πεζογράφος συλλαμβάνει τους νεωτερικούς και μετανεωτερικούς κραδασμούς του 21ού αιώνα και τους βυθίζει στο προ εξηκονταετίας παρελθόν της επαρχιακής κοινωνίας, ώστε να δημιουργήσει εντάσεις ανάμεσα στο σύστημα αξιών τού τότε και στη σημερινή μας αλλαγή (ή όχι;) νοοτροπίας.
Μια μικρή αναδρομή στα έργα του δείχνει καθαρά πώς το σήμερα σκηνοθετείται στα σκηνικά και τις ενδυμασίες του χθες. Έννοιες, που στις μέρες μας απασχολούν τη σκέψη μας, επιστημονικοί όροι, που έχουν αποκολληθεί από τον στενό πυρήνα των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών και διαχέονται στον Τύπο ή στις συζητήσεις μας, εντάσσονται από τον Γ. Μακριδάκη στη μυθοπλασία του και επανεξετάζονται σε άλλους χρονότοπους. Η αντιεξουσιαστική συμπεριφορά στον Ανάμιση ντενεκέ (2008), η ατομική ελευθερία απέναντι στην εκκλησιαστική εξουσία στη Δεξιά τσέπη του ράσου (2009), η ψυχική νόσος και η ομοφυλόφιλη τάση μέσα σε μια καταδικαστική κοινωνία στον Ήλιο με δόντια (2010), ο εθνικισμός και η συμφιλίωση των λαών στην Άλωση της Κωνσταντίας (2011), το οικολογικό ζήτημα και η αποανάπτυξη στο Ζουμί του πετεινού (2012) και στου Θεού το μάτι (2013), η αφιεροποίηση του ανθρώπινου σώματος στο Αντί στεφάνου (2015) ή το μεταναστευτικό στο Όλα για καλό (2017).
Ο λογοτέχνης εφαρμόζει την glocalization, κατάγοντας σύγχρονες διεθνείς προβληματικές στο χιώτικο περιβάλλον. Η Glocalization (global + local) είναι η τάση φαινόμενα της παγκοσμιοποιημένης εποχής να μεταφέρονται στην τοπική κοινωνία και να χρωματίζονται ανάλογα, με ντόπιες αποχρώσεις και πινέλα (σκεφτείτε τη διεθνή αλυσίδα ταχυφαγείων McDonalds που στην Ελλάδα έχει στο μενού της και νηστήσιμα εδέσματα). Έτσι και ο Γ. Μακριδάκης, παιδί της τρίτης χιλιετίας και των οικουμενικών ανησυχιών της, ποντίζει μερικά από τα φλέγοντα ζητήματα των καιρών μας στη συντηρητική κοινωνία του νησιού του –κυρίως των μεταπολεμικών δεκαετιών–, για να προκαλέσει τεκτονικούς σεισμούς από τη σύγκρουση των δύο νοοτροπιών.
Επανέρχομαι Στη σκιά του όρους Όχη. Σε μια προεπιστημονική και απλοϊκή στη σκέψη κοινωνία, τι είναι αυτό το ον που γεννιέται με διττά χαρακτηριστικά, κορίτσι, όπως το έχουν δηλώσει, ή αγόρι, όπως η σωματική του διάπλαση και η δύναμη καταδεικνύουν. Κι η έννοια του διαφυλικού (intersex) πώς θα εκληφθεί από την κοινωνία και πώς από την ίδια τη Βάσω, που τελικά επιλέγει το ανδρικό γένος, το οποίο συστοιχίζει με το αντίστοιχο φύλο μέσω της εγχείρισης. Η αφόρμηση του συγγραφέα πιθανόν ξεκινά από σύγχρονα φαινόμενα αθλητριών που έχουν αυξημένη τεστοστερόνη ή άλλων που έχουν αλλάξει φύλο ή δηλώνουν άλλο γένος, με σαφείς πρακτικούς, νομικούς και ηθικούς προβληματισμούς για το σε ποια κατηγορία πρέπει να αγωνίζονται, στα αθλήματα των γυναικών ή των ανδρών.
Η σπειροειδής πορεία κάνει σκόπιμες επαναλήψεις, που μετακινούν την ιστορία ένα βήμα παραπέρα και καλύπτουν το φαινόμενο Βάσω/Βάσος από ποικίλες σκοπιές, στην αρχή αρνητικές ή επιφυλακτικές και σταδιακά θετικές.
Όλα αυτά δίνονται έξοχα με τη σπειροειδή πορεία των αφηγήσεων πέντε ανθρώπων. Του Αντώνη, ηλεκτρονικού με ειδίκευση στις πρωτοεμφανιζόμενες τότε τηλεοράσεις, του Σαράντου, καθηγητή που διοργανώνει «Ολυμπιακούς αγώνες» στο νησί, του Στεφανή, στοιχειοθέτη και δημοσιογράφου στην τοπική εφημερίδα «Νησιωτικόν Βήμα», του Γεράσιμου, φωτογράφου, και της γυναίκας του Φρόσως. Η σπειροειδής πορεία κάνει σκόπιμες επαναλήψεις, που μετακινούν την ιστορία ένα βήμα παραπέρα και καλύπτουν το φαινόμενο Βάσω/Βάσος από ποικίλες σκοπιές, στην αρχή αρνητικές ή επιφυλακτικές και σταδιακά θετικές. Στήνει όμως και διαφωνίες μέσα στην πολυφωνική και πολυγλωσσική κατασκευή των μαρτυριών, καθώς κάθε αφηγητής καταθέτει στον αόρατο αποδέκτη-συλλέκτη πληροφοριών τη δική του οπτική γωνία, που ενίοτε διαφωνεί με τις άλλες. Κι αυτοί οι προφορικοί λόγοι διασταυρώνονται με τον λόγο του Τύπου, συμπορευόμενοι με τα άρθρα της τοπικής εφημερίδας και διαφωνώντας με τον αθηναϊκό Τύπο, τον οποίο κατηγορούν για διόγκωση και διαστρέβλωση των πραγματικών γεγονότων σχετικά με την εγχείριση αλλαγής φύλου.
Με κέντρο τη Βάσω/τον Βάσο, απλώνονται κύκλοι που άπτονται ηθογραφικών δεδομένων, από τα επαγγέλματα της εποχής (φωτογράφος, στοιχειοθέτης, ηλεκτρονικός, καρπουζοπαραγωγός κ.λπ) μέχρι την έλευση των τηλεοράσεων, που άλλοτε πιάνουν κι άλλοτε όχι σήμα, κι από τον αθλητισμό στην ποδοσφαιρική του μορφή ή στις Ολυμπιακές του εκφάνσεις μέχρι τη Χούντα και τον Ψυχρό πόλεμο μεταξύ της Δύσης και του Κομμουνιστικού Μπλοκ.
Τελικά, τι πετυχαίνει η μακριδακική πολυεστιακή αφήγηση; Μα, όπως έδειξα, να ρίξει το σκάνδαλο του Βάσου πέτρα στα λιμνάζοντα νερά της κοινωνίας και να διερευνήσει με αυτή τη ρίψη τους κραδασμούς που θα προκαλούσε. Στη σκιά του όρους Όχη δεν υπάρχει μόνο πρόβλημα λήψης του τηλεοπτικού σήματος αλλά και καθυστέρηση στην αλλαγή νοοτροπίας ως προς τις κοινωνικές αλλαγές που συμβαίνουν στην υπόλοιπη υφήλιο και ίσως στην πρωτεύουσα, παρόλο που το χέρι της Χούντας έχει συντηρητικά δάχτυλα.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο πρώτος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Από το τοπικό στο παγκόσμιο» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Τη λέω την αμαρτία μου. Και την Ελένη δεν την έπαιρνα κοντά ποτέ. Γιατί δεν ήθελα να έχει πάρε δώσει με την αντρογυναίκα. Αυτή είχε κουμπαριάσει κιόλας με την αδελφή μου τότε και με τον γαμπρό μου τον Γεράσιμο. Και δεν ήτανε καθόλου ωραία πράγματα αυτά. Δεν τα γουστάρισα ποτέ μου, σου λέω. Και ούτε συμφώνησα ποτέ μ’ αυτή την κουμπαριά. Ό,τι και αν έγινε ύστερα. Γιατί ήταν άλλος άνθρωπος πριν από την εγχείρηση και άλλος έγινε μετά. Πριν ήταν μια ανώμαλη».
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
O Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Xίο και σπούδασε Mαθηματικά. Το 1997 ίδρυσε το Kέντρο Xιακών Mελετών «Πελινναίο». Έχει εκδώσει ιστορικές αφηγήσεις, μυθιστορήματα και νουβέλες.
Βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα τουρκικά και στα γαλλικά και διασκευαστεί με επιτυχία για το θέατρο και τον κινηματογράφο.























