
Για τη νουβέλα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη «Ραδιοκασετόφωνο» (εκδ. Πατάκη). Κεντρική εικόνα: Φωτογραφία © Κυριάκος Συλφιτζόγλου
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Η αλήθεια είναι ότι ο πατέρας δεν χαίρει εκτίμησης, ούτε στη ζωή ούτε στη λογοτεχνία. Η γιορτή του περνάει απαρατήρητη σε σχέση λ.χ. με αυτήν της μητέρας, εκλαμβάνεται συχνά ως ο κακός ο λύκος (Soloúp, Ο συλλέκτης, 2018), αντιμετωπίζεται ως ο προβληματικός πρόγονος που αναδεικνύεται είτε στο αυστηρό-καταπιεστικό πρότυπο, είτε στον φορέα δυσοίωνων γονιδίων.
Στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί τον άγνωστο Χ, τον οποίο ο γιος επιχειρεί να καταλάβει και μετά θάνατον να κατανοήσει. Σπανιότερα γίνεται το αφανές παράδειγμα μιας τίμιας ζωής. Το είδαμε αυτό σε πολλά βιβλία των τελευταίων χρόνων: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ολομόναχος (2018), Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Το τραγούδι του πατέρα (2020), Νίκος Δαββέτας, Άντρες χωρίς άντρες (2021) κ.λπ. Η πρωτοκαθεδρία της μάνας δεν κλονίζεται, αλλά ο προβληματισμός για τον αφανή πρόγονο, σε συνδυασμό με τα δικαιώματά του στη συνεπιμέλεια και την ενεργότερη συμμετοχή μέσα στην οικογένεια, θέτουν τη σχέση με αυτόν, κυρίως από τα αγόρια, σε καλύτερη θέση απ’ ό,τι προηγουμένως.
Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης προσεγγίζει το θέμα με μια υποβλητική νουβέλα, αργών ρυθμών και καθαρών περιγραμμάτων, χωρίς εξάρσεις αλλά και χωρίς να αφήνει τον αναγνώστη στο τέλμα μιας επίπεδης ιστορίας. Το βασικό ζητούμενο του αφηγητή Ηλία είναι το γιατί έχει καταστρέψει τη ζωή του, όσο κι αν είναι πλούσιος επιχειρηματίας του Ηρακλείου, με τρία καταστήματα και πανάκριβο Range Rover. Γιατί χώρισε τη γυναίκα του Φωτεινή, ενώ αυτή είναι ο πιο καλοπροαίρετος και συμβιβαστικός άνθρωπος που είχε γνωρίσει; Γιατί χώρισε ακόμα και με την γκόμενά του Νικόλ, μια δασκάλα μπαλέτου, μολονότι την αγαπούσε (και την αγαπά) παθιασμένα; Και τελικά γιατί δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον μικρό γιο του Μαρίνο, παρόλο που προσπαθεί πολύ να τον πλησιάσει;
Ο απόμακρος πατέρας, ο καλός γιατρός των χωριών της περιοχής, ο βασανισμένος Αριστερός Δημήτρης τελικά τι αφήνει στη ζωή του πρωταγωνιστή; Τελικά πόσο (λίγο) ο Ηλίας τον ήξερε και πόσο η δική του πορεία σχετίζεται με τα οράματα ενός ανθρώπου που φαινομενικά δεν άφησε ίχνη σ’ αυτήν;
Άξονας της αφήγησης και κλειδί για όλα αυτά τα ερωτήματα είναι ο θάνατος του πατέρα του και η κηδεία του στο Τζερμιάδο, χωριό στο οροπέδιο Λασιθίου. Ο απόμακρος πατέρας, ο καλός γιατρός των χωριών της περιοχής, ο βασανισμένος Αριστερός Δημήτρης τελικά τι αφήνει στη ζωή του πρωταγωνιστή; Τελικά πόσο (λίγο) ο Ηλίας τον ήξερε και πόσο η δική του πορεία σχετίζεται με τα οράματα ενός ανθρώπου που φαινομενικά δεν άφησε ίχνη σ’ αυτήν;
Οι σχέσεις που αναπτύσσονται είναι οριζόντιες και κάθετες. Το παρόν του Ηλία είναι ένα εκκρεμές ανάμεσα στις δύο σχέσεις, καταρχάς με την πρώην γυναίκα του Φωτεινή και τον νέο της σύντροφο Στέλιο, αλλά και με τη Νικόλ, ένα εκκρεμές που πηγαινοέρχεται άναρχα. Η κάθετη σχέση του με τον γιο του διέπεται από ένα μεγάλο ερωτηματικό, ή μάλλον με πολλά, αφού το χάσμα γενεών δεν επιτρέπει το ξεκλείδωμα των νεαρών ηλικιών. Η σχέση μάλιστα του ανυποψίαστου εγγονού με τον άγνωστο παππού, που μόλις έχει πεθάνει, συμβολίζεται με ένα ραδιοκασετόφωνο, συσκευή πολλών δεκαετιών πίσω, την οποία ο Ηλίας έχει προλάβει, αλλά ο Μαρίνος αγνοεί. Και τέλος, φυσικά, η σχέση του γιου με τον νεκρό του πατέρα είναι μια γέφυρα με πολλά κατεστραμμένα σανίδια.
Εν τέλει, αυτός ο άγνωστος παράγοντας, που μας έφερε στη ζωή, αλλά φαινομενικά τουλάχιστον δεν μας άγγιξε με την παρουσία ή την απουσία του, κληροδότησε περισσότερα χαρακτηριστικά απ’ όσα φανταζόμαστε. Έτσι, μια αποκάλυψη γύρω από τη ζωή του Δημήτρη, μολονότι δεν συνταράζει τον μυθοπλαστικό κόσμο που έχει κατασκευαστεί, εξηγεί, για άλλους περισσότερο πειστικά και για άλλους λιγότερο, τον τρόπο με τον οποίο πορεύτηκε στις διαπροσωπικές του επαφές ο Ηλίας, την αγάπη που ζήτησε, που έδειξε ή που πρόδωσε.
Τέταρτο μυθοπλαστικό βιβλίο του Ιάκωβου Ανυφαντάκη το Ραδιοκασετόφωνο και είναι πλέον εμφανές το στίγμα του. Χαμηλότονη διάθεση, διερεύνηση μέσα στην καθημερινότητα των διαπροσωπικών, κυρίως ερωτικών, σχέσεων, εστίαση στο μικρό που ξεδιπλώνει το κλίμα και τον ψυχισμό των χαρακτήρων του, εμβάθυνση στα απωθημένα με σκέψεις και εικασίες, ιχνηλάτηση της αποτυχίας ως κατάληξης είναι μερικά από τα ανυφαντακικά γνωρίσματα. Μια γενναία είσοδος στα γράμματά μας το 2013, ένα βραβείο Μυθιστορήματος από το περιοδικό «Ο Αναγνώστης» το 2020, μια σταθερή συνέχεια στη γραφή δέκα χρόνια μετά.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Πυθαγόρας» (εκδ. Καστανιώτη).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Προσπάθησε να σταματήσει να τα σκέφτεται αυτά. Προσπάθησε να σκεφτεί τον πατέρα του με αγάπη. Σίγουρα τον αγαπούσε, όλα τα παιδιά αγαπάνε τους γονείς τους. Ακόμα κι ο Μαρίνος αγαπούσε τον Ηλία. Εξάλλου, δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να αγαπάς. Αλλά όταν είσαι μικρός, κανείς δεν σου μιλάει για την αγάπη, μόνο για τα μαθήματα, τη φυσική και το πώς να καθαρίζεις το δωμάτιό σου. Μαθαίνεις βλέποντας, τους γονείς σου, τους συμμαθητές σου. Και ό,τι βλέπεις το κάνεις κι εσύ. Του είχε φανεί πολύ παράξενο όταν είχε πει πρώτη φορά “σ’ αγαπώ” στη Νικόλ, όχι στα πεταχτά, όπως το έλεγε στη Φωτεινή, αλλά αργά και βαθιά, για να την τυλίξει σαν αγκαλιά η λέξη».























