
Για το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ιερεμιάδα» (εκδ. Εστία). Κεντρική εικόνα: Στιγμιότυπο από την ταινία «Blindness» που στηρίζεται στο μυθιστόρημα του Ζοζέ Σαραμάγκου «Περί τυφλότητας».
Γράφει η Άννα Αφεντουλίδου
Η Ιερεμιάδα (εκδ. Εστία) της Χλόης Κουτσουμπέλη έχει τα χαρακτηριστικά της μυθοπλαστικής δυστοπίας, με κοινωνικές προεκτάσεις και υπαρξιακές αιχμές, με δραματουργικά χαρακτηριστικά και ποιητικές στιγμές αλλά και κινηματογραφικές εικόνες. Υφολογικά γνωρίσματα που υπήρχαν και στο προηγούμενο της μυθιστόρημα Ο βοηθός του κ. Κλάιν (εκδ. Μελάνι), παρόλο που εκεί είχαμε μια ιστορία ψυχολογικού ή μεταφυσικού μυστηρίου.
Εκτός από τα προφανή της δυστοπίας μιας παγκόσμιας καταστροφής, στο βιβλίο υπάρχουν και οι πολιτικές διαστάσεις του αλληγορικού αφηγήματος, οι αιχμές για τις εξουσιαστικές σχέσεις και τον τρόπο που ο πολιτισμός βιαιοπραγεί εναντίον του περιβάλλοντος και της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.
Ο ιός «Κέρβερος»
Η χρονική διάρκεια της αφήγησης εκτείνεται περίπου στην περίοδο 2032-2036, όταν ο ιός «Κέρβερος» εξαπλώνεται σε όλη την παγκόσμια κοινότητα προκαλώντας στα θύματά του αρχικά αφωνία, κατόπιν αμνησία και εντέλει κωματώδη κατάσταση και θάνατο. Οι διοικητικές και νοσηλευτικές δομές διαλύονται, ο ανθρώπινος πολιτισμός καταστρέφεται, οι τηλεπικοινωνίες καταρρέουν και κανείς δεν γνωρίζει αν και πόσοι είναι οι επιζήσαντες.
Η χρονική διάρκεια της αφήγησης εκτείνεται περίπου στην περίοδο 2032-2036, όταν ο ιός «Κέρβερος» εξαπλώνεται σε όλη την παγκόσμια κοινότητα προκαλώντας στα θύματά του αρχικά αφωνία, κατόπιν αμνησία και εντέλει κωματώδη κατάσταση και θάνατο.
Η αφήγηση παρακολουθεί δύο ομάδες που κατορθώνουν να επιβιώσουν: μία που φτάνει με πλοίο σ’ ένα ελληνικό νησί για το οποίο είχαν λάβει λανθασμένη πληροφόρηση ότι δεν το είχε αγγίξει ο ιός και τα περισσότερα μέλη της εν τέλει νοσούν – κάποια όμως με βραδεία εξέλιξη τα οποία στο τέλος αρχίζουν να αναρρώνουν. Εκεί δημιουργούν ένα μικρό κοινόβιο σε μοναστήρι στο οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του ένας γιατρός και προσπαθούν να παράσχουν περίθαλψη αλλά και να επιβιώσουν. Και μια δεύτερη που συγκροτείται από επιστήμονες οι οποίοι πραγματοποιούν, σ’ ένα απομονωμένο και προφυλαγμένο κέντρο, έρευνες και πειράματα σχετικά με την ασθένεια. Τα δύο πρόσωπα που αποτελούν τον αφηγηματικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις δύο ομάδες είναι η Άννα και ο Ισαάκ, οι οποίοι είχαν ερωτική σχέση πριν από την εξάπλωση της πανδημίας.
Πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις
Το μυθιστόρημα δομείται μέσα από τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των ηρώων του, αφηγήσεις που μεταφέρουν υποκειμενικά φιλτραρισμένα τα γεγονότα της δράσης μέσα από τον εσωτερικό τους μονόλογο, μια που αρκετά από αυτά έχουν χάσει λόγω του ιού τη φωνή τους. Κάθε κεφάλαιο ονομάζεται από το πρόσωπο που αφηγείται, σε κάποια σημεία εντοπίζουμε αφηγήσεις να επικαλύπτονται ώστε να αλληλοαναιρεθούν για να προκύψει η υποκειμενική διάσταση και η αμφισβήτηση της «αντικειμενικότητας» των γεγονότων που μαθαίνουμε.
Σε μεγάλο βαθμό, αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη διαφοροποίηση της χρήσης της ιδιαίτερης γλώσσας αλλά και της γραφής των προσώπων, τα οποία κατορθώνουν να μας κάνουν κοινωνούς του φόβου, της αγωνίας, της αναζήτησης, της ελπίδας ή της απόγνωσής τους.
Υπάρχουν αρκετές παράλληλες θεματικές τροχιές στην αφήγηση: ο οικολογικός προβληματισμός και η έννοια της επιστημονικής ηθικής, οι ερωτικές σχέσεις και η πολυπλοκότητά τους, η έμφυλη βία, η γραφή ως διάσωση της ατομικής προσωπικότητας αλλά και του πολιτισμού, η αλληλεγγύη και η περιθωριοποίηση, και κυρίως, το θέμα της μνήμης. Χωρίς τη μνήμη εγκλωβιζόμαστε σε ένα αέναο παρόν, χωρίς καταβολές, χωρίς αναφορές, χωρίς να κεφαλαιοποιείται η εμπειρία, άρα χωρίς επίγνωση και μέλλον.
Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει ένας Πίνακας προσώπων όπως στα θεατρικά κείμενα όπου επεξηγείται η ταυτότητα και άρα ο ρόλος τους.
Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει ένας Πίνακας προσώπων όπως στα θεατρικά κείμενα όπου επεξηγείται η ταυτότητα και άρα ο ρόλος τους. Η αφήγηση αρχίζει με τον μονόλογο του Ιερεμία, ενός μικρού αγοριού, αγνώστων γονέων, το οποίο μεγάλωνε στο μοναστήρι πριν από την εξάπλωση του ιού. Δεν γνωρίζει πώς βρέθηκε στο μοναστήρι, αγνοεί λοιπόν το παρελθόν και την προέλευσή του όπως οι νοσούντες από τον ιό παρόλο που αυτός για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν έχει μολυνθεί.
Τον Ιερεμία παίρνει υπό την προστασία της η κεντρική ηρωίδα, η Άννα, η οποία εργαζόταν σε πανεπιστημιακό ερευνητικό κέντρο πριν από την πανδημία και βρέθηκε ως επιβάτης στο πλοίο προς το νησί και εν τέλει στην κοινοβιακή ομάδα του μοναστηριού. Εκεί αναλαμβάνει οργανωτικό ρόλο, δίνει ονόματα από τις μέρες της εβδομάδας στις επτά γυναίκες του μοναστηριού, που έχουν ξεχάσει το όνομα τους, συντονίζει και κατανέμει αρμοδιότητες σε συνεργασία με την ηγετική μορφή του γιατρού.
![]() |
|
Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Νομική στο ΑΠΘ και εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα. Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές, δύο μυθιστορήματα και δύο θεατρικά έργα. Το μυθιστόρημά της Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν (εκδ. Μελάνι) ήταν υποψήφιο για το Athens Prize of Literature του 2017 και η ποιητική της συλλογή Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης (εκδ. Γαβριηλίδης 2016) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2017. Το θεατρικό της Ορφέας στο μπαρ ανέβηκε το 2014 στο θέατρο Αγορά, στην Πάτρα. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε οκτώ γλώσσες, έχουν δημοσιευτεί σε ξενόγλωσσα περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε ελληνικές και ξενόγλωσσες ανθολογίες. |
Οι ήρωες μας συστήνονται καθώς παρουσιάζονται στην αφηγηματική σκηνή περιγράφοντας και τα σκηνικά της δράσης τους, μιλώντας με την εσωτερική τους φωνή για τα θραύσματα του παρελθόντος –όσοι τα έχουν ακόμη διαθέσιμα ή καθώς σταδιακά τα ξανα-αποκτούν, μιλούν άμεσα ή έμμεσα για τα πάθη και τις προσδοκίες τους, δίνοντας τον πολύπλοκο αστερισμό της προσωπικότητας και των σχέσεών τους με τους άλλους.
Παρακολουθούμε, επομένως, πολλές παράλληλες ιστορίες καθώς σχηματίζεται το παζλ της αναμνημόνευσης, ιστορίες που διατηρούν και το αυτόνομο ενδιαφέρον τους εκτός από αυτό της συσχέτισης με τα κύρια πρόσωπα της ιστορίας.
Διάσωση της μνήμης
Μέσα στις διηγήσεις των προσώπων σε κάποια σημεία εγκιβωτίζονται επιστολές ή αποσπάσματα αρχείων, με τρόπο ώστε να υπογραμμίζεται η σημασία της γραφής ως τεκμήριο διάσωσης της μνήμης, χωρίς όμως να γίνεται κατάχρηση ή να διασπάται η ροή της αφήγησης.
Θα μπορούσε κανείς στην Ιερεμιάδα να βρει κινηματογραφικές οφειλές ή συγγένειες όπως για παράδειγμα «Η ώρα των τριφίδων» ή και λογοτεχνικά διακείμενα όπως το Περί τυφλότητος.
Καθώς αρχίζει σταδιακά η ανάρρωση και το παρελθόν για τους αμνησιακούς ασθενείς ξαναζωντανεύει αυτοί έρχονται αντιμέτωποι με νέους φόβους: μαθαίνουν εκ νέου ποιοι είναι οι ίδιοι και οι άλλοι γύρω τους. Κι αυτό προβάλλει ως μία πορεία μύησης και ψυχοσυναισθηματικής ωρίμανσης αφού περνούν από την άγνοια στη γνώση, από το χωρίς-νόημα στη νοηματοδότηση, από τον εφησυχασμό ή την ενοχή στη συνειδητοποίηση και την κάθαρση.
Θα μπορούσε κανείς στην Ιερεμιάδα να βρει κινηματογραφικές οφειλές ή συγγένειες όπως για παράδειγμα «Η ώρα των τριφίδων» ή και λογοτεχνικά διακείμενα όπως το Περί τυφλότητος (μτφρ. Αθηνά Ψύλλια, εκδ. Καστανιώτη). Τέτοιου είδους ενδιαφέρουσες συγγένειες υπήρχαν και στο προηγούμενο μυθιστόρημα της Χλόης, στον Βοηθό του κ.Κλάιν – όπου κι εκεί υπήρχε η πορεία μύησης από την άγνοια στη γνώση και η πορεία από το σκοτάδι στο φως.
Θεατρική και ποιητική οικονομία
Επίσης αρκετές είναι οι στιγμές του βιβλίου που η αφήγηση έχει κάτι από τη θεατρική ή και την ποιητική οικονομία, χωρίς να χάνει σε δραστικότητα και ρυθμό, όπως «Η γυναίκα και η σκιά της», ιστορία που αφηγείται ένας από τους ήρωες.
Γράφοντας μπήκα στον πειρασμό να σχολιάσω το τέλος του βιβλίου γιατί άκουσα σε μία ομιλία σε παρουσίαση του βιβλίου ορισμένες ενστάσεις για την αληθοφάνειά του. Ωστόσο δεν θα ήθελα να στερήσω την αναγνωστική προσδοκία προδίδοντας την κατάληξη και γι’ αυτό δεν θα το κάνω. Αντί σχολιασμού παραθέτω ένα απόσπασμα από το Πώς δουλεύει η λογοτεχνία (μτφρ. Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες) του Τζέημς Γουντ:
«Η λογοτεχνία διαφέρει από τη ζωή επειδή η ζωή είναι γεμάτη από αταξινόμητες και άμορφες λεπτομέρειες και πολύ σπάνια μας κατευθύνει προς αυτές, ενώ η λογοτεχνία μας διδάσκει να τις παρατηρούμε. Αυτή η διδασκαλία είναι διαλεκτική. Η λογοτεχνία μας κάνει να παρατηρούμε καλύτερα τη ζωή· στην πορεία ασκούμαστε στην ίδια τη ζωή· πράγμα που με τη σειρά του μας κάνει να διαβάζουμε καλύτερα τη λεπτομέρεια στη λογοτεχνία· που με τη σειρά του μας κάνει καλύτερους αναγνώστες της ζωής, και ούτω καθεξής».
Αλλά για να μην αναφερθώ περισσότερο στο ενδιαφέρον τέλος, κλείνω επανερχόμενη στην αρχή, δηλαδή στον τίτλο του βιβλίου:
Παρόλο που το όνομα Ιερεμίας παραπέμπει στον προφήτη και η Ιερεμιάδα σε μια ελεγεία για το τέλος του πολιτισμού, της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση και τον συνάνθρωπο, όπως τη γνωρίζαμε ως τώρα, ωστόσο το βιβλίο παραμένει στο βάθος του αισιόδοξο.
Το κουράγιο και η αγωνιστικότητα, ο πυρήνας του ουμανιστικού ιδεώδους και η λυτρωτική δύναμη της αγάπης είναι η επίγευση της ιστορίας και της ανάγνωσης. Εκείνο που μας μένει, κυρίως, από το πρόσφατο βιβλίο της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι η αίσθηση ότι τίποτε δεν έχει οριστικά κριθεί. Μέσα στο ζόφο του θανάτου και της καταστροφής πάντα μια νέα μέρα μπορεί να ξημερώσει και να μας σώσει από το οριστικό σκοτάδι.
* Η ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ είναι ποιήτρια και κριτικός. Τελευταίο βιβλίο της η συγκεντρωτική κριτική έκδοση των «Διηγημάτων του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (2022, ΣΩΒ).

























