
Για το δοκίμιο του Αλέξανδρου Παπαγεωργίου-Βενετά «Βηματισμοί – Πεζοπορίες στο άστυ» (εκδ. Άγρα). Εικόνα: Ο πίνακας του Εντγκάρ Ντεγκά «Πλατεία Κονκόρντ».
Γράφει ο Θοδωρής Γκόνης
Ανοίγοντας, ξεφυλλίζοντας, διαβάζοντας, περπατώντας εντέλει το βιβλίο του κυρίου Παπαγεωργίου–Βενετά και έχοντας σαν σημείο εκκίνησης το μότο του βιβλίου, την επιστολή του Σενέκα στο Λουκίλιο, όπου μας προειδοποιεί πως η φύση μάς έδωσε τα πόδια για να περπατούμε και τα μάτια για να βλέπουμε και όποιος αρνείται να κάνει κάτι για πολύ χρόνο, στο τέλος δεν μπορεί να το κάνει. Μπαίνουμε στο Προοίμιο του βιβλίου, παίρνουμε τον δρόμο -κυριολεκτικά και μεταφορικά- και δεν ξεχνούμε πως η καταγωγή της λέξης Οίμη λέει πολλά, προέρχεται από την ακόμα παλαιότερη λέξη οίμος, που σημαίνει μονοπάτι-δρόμος, είναι ένας δρόμος, όπως και το βιβλίο αυτό, ένας σπουδαίος, ένας γοητευτικός δρόμος και ο συγγραφέας μάς καλεί να τον περπατήσουμε.
Το βάδισμα, μας λέει -όπως και το διάβασμα-, είναι ένα σοβαρό τεκμήριο, δείχνει αμέσως τον άνθρωπο, όπως το βλέμμα και ο τόνος της φωνής, όσο περισσότερο λοιπόν διαβάζεις-περπατάς το εν λόγω βιβλίο, τόσο περισσότερο νοιώθεις αυτό που όλοι ξέρουμε, ότι δρόμος είναι ένας φόρος τιμής στον χώρο, κάθε κομμάτι του δρόμου διαθέτει το δικό του νόημα και μας καλεί να σταθούμε, δεν έχει μόνο πρόσοψη, αλλά διαθέτει και σπλάχνα. Τελικός στόχος είναι η πρόσληψη του πνεύματος του τόπου, μας υπενθυμίζει ο στοχαστής και δάσκαλος του συγγραφέα Δημήτριος Πικιώνης, και πολύ νωρίτερα, μας δίνει ο ίδιος -εξαιρετικά- τη βαθύτερη υπαρξιακή σχέση βηματισμού και κίνησης μέσα στον χώρο: «Περπατώντας επάνω σε τούτη τη γη, η καρδιά μας χαίρεται με την πρώτη χαρά του νηπίου, την κίνησή μας μέσα στον χώρο της πλάσης, την αλληλοδιαδοχή τούτη, καταστροφή και αποκατάσταση της ισορροπίας που είναι η περπατησιά. Χαίρεται το προχώρημα του κορμιού επάνω στην ανάγλυφη ταινία που είναι το έδαφος. Και το σώμα μας ευφραίνεται από τους άπειρους συνδυασμούς των τριών διαστάσεων του χώρου που μας συντυχαίνουν».
Δηλαδή βρίσκεις τον ρυθμό σου στις πλάκες που τόσο σοφά έστρωσαν αυτοί οι σπουδαίοι Δάσκαλοι, ανακαλύπτεις την πατούσα σου, γιατί ίσως τελικά με το πόδι του γράφει κανείς, με το χέρι αντιγράφει και με τα χείλη τραγουδάει. «Μετρούμε τη γη και ελέγχουμε τον χρόνο με τον κόπο του κορμιού μας». Βαδίζουμε. Διαβάζουμε.
Είναι εντυπωσιακή η παράθεση τόσων σπουδαίων ονομάτων και στοχαστών, είκοσι τριών στον αριθμό, Ελλήνων και ξένων, η σύνθεση από προσωπικότητες τόσων διαφορετικών χρονικών περιόδων, από τον Βάλτερ Μπένιαμιν ως τον Γιώργο Σεφέρη και από τον Ανδρέα Εμπειρίκο τον Γιόζεφ Ροτ, τον Άλλαν Πόε, τον Μιχαήλ Μητσάκη, τον Ρόμπερτ Βάλζερ, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, με τον ξεπεσμένο Δερβίση του στα σοκάκια του Ψυρρή και του Θησείου, ως τον Τσιφόρο, τον συνομιλητή μου εδώ στο πλάι μου, Βασίλη Καραποστόλη, τον Κώστα Βάρναλη, με τη «Δρομοπάθεια», όπως τόσο χαριτωμένα χαρακτηρίζει το πάθος που έχουν μερικοί άνθρωποι να γυρίζουν στους δρόμους, γιατί στους δρόμους ζούνε και το σπίτι το έχουν μόνο για υπνωτήριο. Είναι αυτοί που «θυραυλούν» όπως τους περιγράφει ο Πλάτων, «θυραυλείν και πλανάσθε κατά την χώραν», που είναι δηλαδή πάντα κοντά στη θύρα, έτοιμοι να βγουν έξω, και όλα αυτά με έναν τρόπο που εκτός από την έλξη των ίδιων των κείμενων, νιώθεις και οικειότητα με την επικαιρότητα, την επικαιρότητα που οφείλουν να έχουν τα δοκίμια, αλλά πολύ λίγα την πετυχαίνουν και μάλιστα με τέτοιο καίριο τρόπο όπως εδώ στο βιβλίο του κυρίου Παπαγεωργίου–Βενετά, που σε κερδίζει αμέσως το αυστηρό και λιτό ύφος, η ροή και η ελαφρότητα, η διαφάνεια του, ο στρωτός και ήσυχος ρυθμός του, που ενώ φαινομενικά περπατάς ασκόπως, στην πραγματικότητα έχει σκοπό να σε κάνει να ερωτευτείς το βάδισμα, την πεζοποπορία και... το ίδιο το Άστυ.
Και το Βιβλίο βέβαια δε σταματά εδώ, δε σταματά στις ημερήσιες και νυχτερινές μετακινήσεις, περνά στα κίνητρα πορείας, στις δοσοληψίες, στις μεταφορές, στην κατόπτευση, στην περιήγηση, στην προσκύνηση, στην περιπλάνηση, στην επίδειξη, στην παρέλαση, στη διαδήλωση, ξανοίγεται στην ψυχοσύνθεση του περιπατητή με το θαυμάσιο παρένθετο κείμενο του Ρόμπερτ Βάλζερ.
«Πρέπει οπωσδήποτε να περιπατώ, έτσι αναζωογονούμαι και διατηρώ τη διασύνδεσή μου με τον κόσμο».
«Τον περιπατητή ακολουθούν πάντα πράγματα αξιοπρόσεκτα, πνευματώδη, φανταστικά... Μ' έναν λόγο κερδίζει το ψωμί του με σκέψεις, σπαζοκεφαλιές, διερευνήσεις, σκαψίματα, ποίηση, έρευνες και περιπάτους, με πικρό δηλαδή τρόπο όπως οι άλλοι συνάνθρωποί του».
Στη συνέχεια συναντάμε τον ίδιο τον Συγγραφέα σε σύντομα αφηγήματα, σε μια προσωπική κατάθεση, περιγράφοντας συνθήκες και είδη βαδίσματος στην Πόλη, όπως τα βίωσε και έμειναν στη μνήμη του και μας καλεί να ανατρέξουμε και εμείς στα δικά μας. Με την κονκάρδα του πεζοπόρου στο πέτο, λοιπόν, ξανοιγόμαστε σε δρόμους εγγυημένους.
«Βαδίζω και αισθανόμενος ότι βαδίζω υπάρχω».
Περπάτημα στην Αθήνα. Χαρταετοί στον Προφήτη Ηλία: στη μνήμη η εικόνα μιας πορείας στην πόλη στα επτά του χρόνια στο Παγκράτι, παραμονές Ελληνοϊταλλικού πολέμου, για να «αμολήσει χαρταετό» με τον Πάτερα του. Γράφει: «Η ταύτιση με την αιώρηση του χαρταετού μετέτρεπε το βάδισμα σε παραμυθένιο πέταγμα. Το πιο ανάερο, ανάλαφρο περπάτημα το κέρδισα στα μικράτα μου». Και συνεχίζει με τις νεανικές παρελάσεις, πολιτικές πορείες και διαδηλώσεις, περιήγηση στην Πλάκα, στον Λυκαβηττό, στο Γιουσουρούμ, στα σκαλοπάτια της Ύδρας, στον ρυθμό των ημιόνων, στην Ακρόπολη, στο κοιμητήριο και συνεχίζω -γράφει - έτσι τους βηματισμούς μου μέσα στην πολιτεία: κέντρισμα ζωής, ατέρμονη μαθητεία και χαρά. «Βαδίζω και αισθανόμενος ότι βαδίζω υπάρχω».
Τελειώνοντας, σας δίνω εδώ και τις αριθμητικές εκτιμήσεις του Συγγραφέα. Μονάδα μετρήσεως, τα βήματα. Χίλια μέτρα, δηλαδή απόσταση 1.666 βημάτων καλύπτονται σε δεκαπέντε πρώτα λεπτά ή 900 δευτερόλεπτα της ώρας και συνεπώς ένα βήμα διαρκεί 0,54 του δευτερολέπτου. Το μέσο μήκος του βήματος 60 εκ. αποτελεί συγχρόνως μονάδα μετρήσεως του χώρου, το μήκος του ποδός περί τα 30εκ. ελέγχει τη σχέση του σώματός μας με τον χώρο, μετράει αποστάσεις.
* Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΚΟΝΗΣ είναι σκηνοθέτης και συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το πεζογράφημα Κάποια στιγμή θα μάθετε ποιος είμαι (εκδ. Άγρα).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Αρχιτέκτων, πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Διπλωματούχος του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου το 1956. Μετεκπαίδευση στο Παρίσι στην Πολεοδομία. Διδάκτωρ μηχανικός του Πολυτεχνείου Charlottenburg του Βερολίνου (1972). Καθηγητής της Ιστορίας της Πολεοδομίας στο μεταπτυχιακό κέντρο Raymond Lemaire του Πανεπιστημίου της Louvain (1975-1985). Προσκεκλημένος καθηγητής των Πολυτεχνείων Στουτγάρδης (1981-1982), Μονάχου (1996-1997) και Χαϊδελβέργης (2003-2004). Μέλος του Συμβουλίου Ιστορικών Τοπίων και Πόλεων του Συμβουλίου της Ευρώπης (1974-1977). Εμπειρογνώμων της UNESCO και του Κέντρου HABITAT για την συντήρηση των ιστορικών πόλεων.

Εκπόνησε σημαντικές πολεοδομικές, χωροταξικές μελέτες για τη Χίο (1968), το νησιωτικό σύμπλεγμα Μυκόνου, Δήλου και Ρηνείας (1973-1974) και την παλαιά πόλη των Χανίων (1978). Εξειδικευμένος ερευνητής σε θέματα προστασίας και ανάπλασης των ιστορικών πόλεων. Επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1998). Συγγραφέας 25 βιβλίων σε ελληνική, γαλλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα και πλέον των 90 άρθρων με αντικείμενο την ιστορία της πολεοδομίας και την προστασία του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος.
























