
Για την ανθολογία «Εκατό και είκοσι φωνές» (εκδ. Καστανιώτη) του Δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «Η φωνή της». Εικόνα (από αριστερά): Αλέκα Πλακονούρη, Πωλέττα Ψυχογυιοπούλου, Μαρία Τομαρά, Χρύσα Φάντη, Ελένη Γούλα.
Γράφει η Χρύσα Φάντη
Μία εκδοχή του παρακάτω κειμένου διαβάστηκε στην εκδήλωση του Δικτύου γυναικών συγγραφέων καιτά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών, τη Δευτέρα 25 Μαΐου, στον Πολυχώρο Ρεγγίνα, σε διοργάνωση της Λαϊκής Βιβλιοθήκης Καλαμάτας. Στην εκδήλωση μίλησαν οι: Χρύσα Φάντη, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, Πωλέττα Ψυχογυιοπούλου, συγγραφέας, πρώην σχολική σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας. Σύντομες παρεμβάσεις έκαναν τα μέλη του Δικτύου Ελένη Γούλα και Αλέκα Πλακονούρη, ενώ συγγραφείς του τόμου διάβασαν κείμενα. Την εκδήλωση συντόνισε η δημοσιογράφος Μαρία Τομαρά.
Η ομιλία της Χρύσας Φάντη
Η λογοτεχνία δεν υπήρξε ποτέ ένας ουδέτερος χώρος. Ακόμη κι όταν εμφανιζόταν ως καταφύγιο αισθητικής καθαρότητας ή διεκδικούσε το προνόμιο του «πανανθρώπινου», κουβαλούσε μέσα της τις σχέσεις εξουσίας του κόσμου που τη γέννησε. Για αιώνες η λογοτεχνική παράδοση οργανώθηκε γύρω από μια βαθιά ανδροκεντρική ιδέα του καθολικού: ο άντρας συγγραφέας μπορούσε να μιλά εκ μέρους του ανθρώπου γενικά, ενώ η γυναίκα, όταν έγραφε, συνήθως περιοριζόταν στην κατηγορία του «γυναικείου». Ο δικός της λόγος παρουσιαζόταν ως ιδιωτικός, εξομολογητικός ή περιορισμένος από το φύλο της. Η ουδετερότητα είχε ήδη φύλο, απλώς δεν κατονομαζόταν. Οι γυναίκες εμφανίζονταν μέσα στη λογοτεχνία κυρίως ως εικόνες. Ως σώματα που αγαπιούνται, προδίδονται, εγκαταλείπονται ή πεθαίνουν. Παρ’ όλο που συχνά μονοπωλούσαν το κέντρο της αφήγησης, δεν έπαυαν να φωτίζονται από το αντρικό βλέμμα. Η γυναικεία εμπειρία περνούσε μέσα από τα φίλτρα της οικογένειας, της ηθικής, της επιθυμίας των άλλων, της αισθητικής τους. Οι γυναίκες μπορούσαν να είναι μούσες, μητέρες, ερωμένες, σύζυγοι, σύμβολα· δυσκολότερα όμως υποκείμενα του δικού τους λόγου.
Μέσα σε αυτό το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο, η έκδοση συλλογικών έργων από γυναίκες συγγραφείς αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Στις μέρες μας οι γυναίκες γράφουν και εκδίδουν περισσότερο από ποτέ, διεκδικώντας όλο και πιο συνειδητά το δικαίωμα να παράγουν λόγο έξω από τις νόρμες που για χρόνια όριζαν τι θεωρείται «μεγάλη» λογοτεχνία, ποια θέματα είναι άξια αναπαράστασης και ποια συναισθήματα κρίνονται καθολικά. Ο συλλογικός τόμος Εκατό και είκοσι φωνές, ο δεύτερος τόμος του Δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «Η φωνή της», αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης.
Υπάρχουν βιβλία που γεννιούνται από λογοτεχνική ανάγκη και άλλα που γράφονται από ιστορική πίεση. Το Εκατό και είκοσι φωνές ανήκει και στις δύο κατηγορίες ταυτόχρονα. Από τη μία, αποτελεί μια καθαρά λογοτεχνική πράξη: εκατόν είκοσι γυναίκες της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας καταθέτουν ποιήματα και σύντομα πεζά, με διαφορετικές γλώσσες, ηλικίες, αισθητικές και συγγραφικές διαδρομές – από την άλλη, κουβαλά το βάρος μιας εποχής που δεν επιτρέπει πλέον την άνεση της σιωπής. Οι γυναικοκτονίες, η έμφυλη βία, η καθημερινή υποτίμηση του γυναικείου λόγου, η κόπωση της γυναίκας μέσα σε κοινωνίες που εξακολουθούν να οργανώνονται γύρω από το αντρικό προνόμιο βρίσκονται στο υπόστρωμα των κειμένων, άλλοτε ως κραυγή κι άλλοτε ως ψίθυρος.
Πρόκειται για έναν χώρο συνάντησης γυναικών ποιητριών και πεζογράφων με μια γραφή διαφορετική ως προς το ύφος, τη γενιά, τη γλώσσα και τη λογοτεχνική τους ιδιοσυγκρασία, αλλά συνδεδεμένη μέσα από την κοινή ανάγκη να μιλήσει για όσα η επίσημη αφήγηση συχνά παραμορφώνει, υποτιμά ή αποσιωπά. Το πέρασμα από τον πρώτο τόμο, Η φωνή της, στον δεύτερο, Εκατό και είκοσι φωνές, δεν είναι τυχαίο. Η ενικότητα γίνεται πληθυντικός. Η φωνή διασπάται σε πολλές εμπειρίες και πολλά υποκείμενα κι αυτή ακριβώς η πολλαπλότητα -υπό την έννοια ότι δεν επιχειρεί να κατασκευάσει ένα ενιαίο πρότυπο γυναικείας γραφής ή μια ομοιογενή φεμινιστική ρητορική-, είναι ίσως το πιο πολιτικό χαρακτηριστικό του βιβλίου. Υπάρχει θυμός, πένθος, ειρωνεία, ψυχρότητα, υπάρχουν κείμενα κραυγαλέα και άλλα υπόγεια, που λειτουργούν μέσα από επαναλήψεις ή θραύσματα μνήμης. Δεν απαιτούν από τον αναγνώστη να βιώσει με τον ίδιο τρόπο την κάθε κατάθεση. Ζητούν να παραμείνει μέσα σε έναν χώρο πολλαπλότητας, όπου η γυναικεία ματιά δεν απλοποιείται ούτε μετατρέπεται σε σύνθημα.
Υπάρχουν φωνές που μιλούν προσπαθώντας να αποδώσουν λόγο σε πρόσωπα που έμειναν έξω από την Ιστορία ή τη λογοτεχνία, ανασύροντας τις ιστορίες τους, φωτίζοντάς τες και επαναπροσδιορίζοντάς τες στο παρόν.
Η επιλογή της μικρής φόρμας -πεζά έως περίπου 250 λέξεις και ποιήματα μιας σελίδας- συμπυκνώνει, εντείνει και αναδεικνύει ποικιλότροπα αυτόν τον στόχο. Πολλές συγγραφείς του βιβλίου δεν ενδιαφέρονται τόσο να ολοκληρώσουν μια ιστορία, αλλά να αφήσουν πάνω στον αναγνώστη το αποτύπωμα μιας συνθήκης. Δεν περιγράφουν απαραίτητα ένα ακραίο γεγονός, αλλά έναν άλλο τρόπο να κατοικεί κανείς μέσα στον κόσμο. Εστιάζουν σε στιγμιαίες ρωγμές μέσα στην καθημερινότητα, όπως για παράδειγμα, μια οικογενειακή σκηνή, μια ανάμνηση παιδικής ηλικίας, ένα σώμα που φοβάται, μια γυναίκα που σωπαίνει, μια άλλη που αρνείται πια να σωπάσει, αποκαλύπτοντας έτσι ότι η έμφυλη βία δεν είναι μόνο το έγκλημα της κακοποίησης ή της γυναικοκτονίας. Είναι επίσης οι μικρές καθημερινές χειρονομίες που οργανώνουν τη ζωή των γυναικών εδώ και αιώνες. Η αμφισβήτηση της μνήμης τους. Η υποτίμηση του λόγου τους. Η επιτήρηση του σώματος. Η υποχρέωση της φροντίδας. Η ενοχή απέναντι στην επιθυμία. Η εξάντληση που κρύβεται μέσα στις «φυσικές» γυναικείες υποχρεώσεις. Γι’ αυτό και η γυναικεία γραφή των τελευταίων χρόνων επιστρέφει τόσο συχνά στο σώμα και στην καθημερινότητα, καθώς εκεί ακριβώς διαφαίνονται, διαπλέκονται και εγγράφονται οι σχέσεις εξουσίας.
Στον τόμο, υπάρχουν και κείμενα που μιλούν για τις γυναίκες του προηγούμενου αιώνα: γιαγιάδες, μητέρες, θείες, γυναίκες της επαρχίας ή της εργατικής τάξης που έζησαν μέσα στη στέρηση χωρίς ποτέ να αποκτήσουν γλώσσα για να περιγράψουν αυτό που τους συνέβαινε. Υπάρχουν φωνές που μιλούν προσπαθώντας να αποδώσουν λόγο σε πρόσωπα που έμειναν έξω από την Ιστορία ή τη λογοτεχνία, ανασύροντας τις ιστορίες τους, φωτίζοντάς τες και επαναπροσδιορίζοντάς τες στο παρόν. Το σπίτι, η κουζίνα, το παιδικό δωμάτιο, το οικογενειακό τραπέζι, το κρεβάτι, ακόμη και οι πιο ασήμαντες κινήσεις, μετατρέπονται σε τόπους πολιτικής εμπειρίας και έκφρασης. Υπάρχουν γραφές που μοιάζουν με τραύματα καταγεγραμμένα πάνω στο χαρτί και άλλες που λειτουργούν σαν οικογενειακή μνήμη που επιστρέφει ύπουλα μέσα από μια χειρονομία, μια μυρωδιά ή μια φράση.
Η Πηνελόπη δεν είναι πια η πιστή σύζυγος, αλλά μια γυναίκα που συσσωρεύει οργή.
Παράλληλα, ο τόμος συνομιλεί διαρκώς με τη μυθολογία και την Ιστορία. Η Ελένη, η Ανδρομέδα, η Πηνελόπη ή η Φρίντα Κάλο επανεμφανίζονται ως σώματα που ξαναδιαβάζονται από τη σκοπιά της γυναικείας εμπειρίας. Οι παλιές αφηγήσεις απογυμνώνονται από τον ηρωισμό ή την αισθητικοποίηση που τις συνόδευε. Η Πηνελόπη δεν είναι πια η πιστή σύζυγος, αλλά μια γυναίκα που συσσωρεύει οργή. Η Ελένη δεν είναι η μοιραία ωραία που προκάλεσε έναν πόλεμο, αλλά το όνομα γύρω από το οποίο οργανώθηκε ο πόλεμος και η αντρική βία. Η γυναίκα-μητέρα μέσα στον τόμο, σε αντίθεση με παλαιότερες αναπαραστάσεις, δεν είναι κατ’ ανάγκη μια ιερή ή λυτρωτική μορφή. Υπάρχουν μανάδες εξαντλημένες, γυναίκες που φοβούνται να γεννήσουν, κόρες που φοβούνται να υπάρξουν, εγκυμοσύνες που βιώνονται ως κοινωνική επιβολή ή ως αγωνία. Η μητρότητα είναι μια δύσκολη, αντιφατική εμπειρία, χώρος αγάπης αλλά και απώλειας εαυτού, φροντίδας, αλλά και εγκλωβισμού. Το φύλο εδώ αντιμετωπίζεται ως σημείο συνάντησης διαφορετικών μορφών εξουσίας. Οι γυναίκες της Γάζας, οι εξόριστες της Μόριας, οι ταξικές και φυλετικές διακρίσεις, η εργασιακή εξουθένωση ή η κοινωνική απομόνωση δείχνουν πως η έμφυλη βία διασταυρώνεται με πολλές ακόμη μορφές της.
Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση συχνά εξαντλείται είτε σε συνθήματα είτε σε επιφανειακές δηλώσεις ευαισθησίας, αυτό που χαρακτηρίζει το Εκατό και είκοσι φωνές είναι μια επίμονη ανάγκη επαναδιεκδίκησης της φωνής. Η παρουσία διαφορετικών κειμένων μέσα στον ίδιο τόμο δημιουργεί μια μορφή κοινότητας, βασισμένης στη συνύπαρξη. Η προβολή διαφορετικών γενεών βοηθά να παραμείνει ανοιχτός ο χώρος.
* Η ΧΡΥΣΑ ΦΑΝΤΗ είναι συγγραφέας
























