
Για το μυθιστόρημα της Έλενας Μαρούτσου «Ο κήπος των φυγάδων» (εκδ. Ίκαρος). © εικόνας: Αρχαιολογικό Πάρκο Πομπηίας
Γράφει η Μαρία Γιαγιάννου
Ο κήπος των φυγάδων της Έλενας Μαρούτσου. Τίτλοι σαν κι αυτόν, που αναδεικνύουν μια αντινομία, ένα ποιητικό οξύμωρο, μου αρέσουν πάντα. Το σημείο που υποδεικνύει ο τίτλος, αν και τόπος της κινητικότητας, είναι μαζί και τόπος της στασιμότητας. Δεν βρίσκονται άραγε και οι δυο δράσεις μέσα του; Ένας κήπος είναι περιγεγραμμένος. Σημείο που επιλέχθηκε για να φυτευτεί και τα φυτά να μείνουν στη θέση τους. Αντί για φυτά, είναι τώρα φυγάδες που ανθίζουν στον κήπο αυτό σαν αρχαίες πέτρες. Κατέφθασαν άραγε σε καταφύγιο, φυγάδες από αλλού, για να γλιτώσουν φυτρώνοντας σε νέο τόπο; Ή εντός του κήπου αυτού είναι που έγιναν φυγάδες κι ο κήπος στροβιλίστηκε κι ανατινάχθηκε από την επιτόπια φυγή τους; Και μετά πάγωσαν στην έκρηξη κι ο κήπος έγινε Έκθεση Φυγάδων, μια Έκθεση Άκυρων Εκκινήσεων;
Από τον τίτλο κιόλας αυτό το βιβλίο είναι ένα βιβλίο-εκμαγείο που επιθυμεί να δώσει σχήμα σ’ έναν αποχαιρετισμό. Είναι μια αναμνηστική φωτογραφία τη στιγμή που το μάτι συλλαμβάνει το φευγαλέο και ψυλλιάζεται τη φύση του, και λέει: τώρα, τώρα είναι η αποφασιστική στιγμή (όπως τη βάφτισε ο Καρτιέ Μπρεσσόν) για να γίνει το κλικ, τώρα είναι η στιγμή ν’ αρπάξεις τη ζωή (που μάλλον εδώ σημαίνει νιότη) και να τη φυτέψεις στην ανάμνηση. Carpe diem, αλλά όχι για να ζήσεις – carpe diem για να θυμάσαι ότι έζησες. Είναι λιγάκι μελαγχολικό, αλλά μυρίζει ωραία.
Η Μαρούτσου τούς αγαπάει τους κήπους. Θα τη δείτε συνήθως να υπάρχει ως κήπος και η ίδια. Δεν είναι τυχαίο ότι διαλέγει συχνά αμφίεση λουλουδιού. Η παντοτινή άνθιση και το εφήμερο είναι μαζί δεμένα – είναι η ίδια η φυτική φύση της λογοτεχνίας. Και η Μαρούτσου είναι λογοτεχνία, γιατί είσαι ό,τι τρως. Ο τρόπος της να αδράχνει τη μέρα είναι να τη γράφει. Όλο της το έργο είναι ένα ημερολόγιο, αλλά -όπως σε κάθε συγγραφέα που τιμά και γνωρίζει τη μυθοπλασία, έτσι και σ’ αυτή τη συγγραφέα- το ημερολόγιο δεν φαίνεται και δεν μας αφορά, παρά μόνο ως ανθολόγιο, ως βοτανολόγιο ή ως συνταγή κηπουρικής. Αφορά μόνο το υπέδαφος των κήπων της, που μπορούν να τρέφονται ήσυχα και σιωπηλά από τις μετεγγραφές ενός βίου.
Ανιμισμός και παιδικότητα
Σ’ αυτό της το βιβλίο αποφάσισε να τσακώσει και να καταγράψει τη στιγμή εκείνη ακριβώς που εξερράγη ο Βεζούβιος – δηλαδή το 79 μ.Χ. Θέλησε όμως να αναθέσει την αφήγηση όχι στους ανθρώπους που ήταν παρόντες, αλλά σε τέσσερα αντικείμενα, τέσσερα άψυχα (πριν τα πιάσει στα χέρια της) αντικείμενα που βρίσκονταν στην αρχαία πόλη, το αρχαίο θέρετρο, κοντά στη σημερινή Νάπολη.
Έχω βρεθεί προσωπικά στην Πομπηία όταν ήμουν περίπου 20 χρονών και διαβάζοντας σήμερα τον Κήπο των φυγάδων σκέφτηκα ότι τα σώματα που είχα δει εκεί σφραγισμένα (έστω ως κάποια εναπομείναντα οστά) μέσα στα γύψινα καλούπια τους -θυμάμαι μια έγκυο, έναν σκύλο κι έναν καθιστό άνθρωπο- όλα τους ήταν πλέον αντικείμενα. Είχαν γίνει ωστόσο αντικείμενα σε μια νεκρόπολη, όπου -προσοχή!- στην πραγματικότητα τίποτα δεν μπορεί να είναι πραγματικά αντικείμενο αφού φοράει την αύρα των φαντασμάτων και την ιερότητα των λειψάνων, με άλλα λόγια δεν μπορεί να απομαγευτεί. Σκεφτείτε: τα εκμαγεία παραπέμπουν διαρκώς στην απούσα ζωή. Πρόκειται για σώματα φυγάδων – το γεγονός ότι δεν λείπουν είναι που καθιστά τη λέξη φυγάς τόσο σκληρή. Θυμάμαι να μας λένε οι ξεναγοί κάτι που μας είχε συγκλονίσει: ότι όταν έπεφτε η στάχτη από το ηφαίστειο, οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν ότι τους έκαιγε σιγά σιγά. Αυτό το «σιγά-σιγά» πόσο ύπουλο ακούστηκε. Απόδειξη πως η ελαφρότητα μπορεί συχνά να σε ξεγελάσει. Η αίσθηση λοιπόν είναι ότι έχουμε πετρωμένους ανθρώπους εν κινήσει. Σε αυτή τη σκοτεινή ροζ πολιτεία, όπου η τέφρα ως «έμπειρος και έμπυρος γλύπτης», όπως γράφει η Μαρούτσου, έχει στήσει τα γλυπτά της, εκεί λοιπόν, στην Πομπηία, τα αντικείμενα μπορούν να είναι εξίσου άνθρωποι. Δεν είναι λοιπόν ένα τυχαίο τέχνασμα το γεγονός ότι η συγγραφέας ενέδωσε στη γοητεία του ανιμισμού.
Είναι εξάλλου κι ένας από τους πιο κοινούς τρόπους να γράψεις μια παιδική ιστορία· δίνοντας φωνή στα απρόβλεπτα βοηθάς το παιδί να εξοικειωθεί με τον γύρω κόσμο. Αλλά γιατί να είναι αυτό παιδικό προνόμιο; Δεν αξίζουμε όλοι μια επαναμάγευση;
Η πρώτη φορά που έγραψα κάτι με μια λογοτεχνική αξίωση (του συρταριού) ήταν τρεις αυτοπροσωπογραφίες αντικειμένων: ενός Ρολογιού, ενός Καθρέφτη και μιας Καρέκλας – το βιβλίο της Μαρούτσου είναι τέτοιο που μας βάζει να αναθυμόμαστε και να αποχαιρετούμε το ντόμινο των προηγούμενων εαυτών μας. Η επιλογή αυτή -η προσωποποίηση των άψυχων στη λογοτεχνία- έχει ενίοτε κάτι το ανώριμο, είναι μια παιγνιώδης δοκιμή των συγγραφικών σου δυνάμεων πάνω σε κάτι που δεν είναι σε θέση θα διαμαρτυρηθεί. Ωστόσο, θα μπορούσα εξίσου να πιστέψω ότι είναι μια πράξη μαγείας, ένα κούνημα του ραβδιού για να δεις τον κόσμο να ζωντανεύει και να σου μιλάει. Ή μια έκκληση θρησκευτική· κάνεις τον σταυρό σου και σου μιλάει ένας άγγελος. Απελευθερώνει την παιδικότητα που περιμένει πίσω από κάθε πόρτα. Είναι μια ζωηρή επιστροφή στην παιδική φαντασίωση ότι όλα είναι ζωντανά. Και άρα -εντός Πομπηίας- η Μαρούτσου, προσωποποιώντας αντικείμενα, παίρνει τη ρεβάνς μέσα στον τόσο θάνατο – είναι σαν λέει: δείτε, τα πράγματα είναι πιο ζωντανά κι από τα ζωντανά! Είναι εξάλλου κι ένας από τους πιο κοινούς τρόπους να γράψεις μια παιδική ιστορία· δίνοντας φωνή στα απρόβλεπτα βοηθάς το παιδί να εξοικειωθεί με τον γύρω κόσμο. Αλλά γιατί να είναι αυτό παιδικό προνόμιο; Δεν αξίζουμε όλοι μια επαναμάγευση;
Μέσα στο βιβλίο η νεαρότερη ηρωίδα του «ρεαλιστικού» σκέλους της νουβέλας, μοιράζεται κάποια στιγμή την εξής σκέψη: «Έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να μπω στη θέση μιας χαρτοπετσέτας μέσα στο νάιλον κουτί της στο ντουλάπι ή ενός πιρουνιού στη θήκη του, ανάμεσα στα άλλα πιρούνια, μιας κάλτσας μέσα στο πλυντήριο την ώρα που γυρίζει ο κάδος φρενιασμένα, όταν κανείς δεν είναι σπίτι.» Και συμπληρώνει με τη σημαίνουσα φράση: «Είχα βαλθεί να νιώσω την απόλυτη μοναξιά». Με αφορμή αυτό, θέλω να επισημάνω ότι αν στη ζωή η ταύτιση με ένα αντικείμενο σημαίνει μοναξιά, όπως μας λέει η Μαρούτσου, τότε στην τέχνη σημαίνει άρση της μοναξιάς – είναι δύο αντίστροφες δράσεις. Δηλαδή το «θέλω να είμαι πιρούνι» σημαίνει θέλω να αναισθητοποιηθώ, να πάψω να συνδέομαι συναισθηματικά με τους ανθρώπους. Ενώ όταν ένα πιρούνι σκεφτεί «θέλω να είμαι άνθρωπος» σημαίνει ότι θέλει να ευαισθητοποιηθεί, να αρχίσει να ζει, να συνδέεται, να βγει από την ψυχρή του απομόνωση.
Στον κόσμο της ανά χείρας νουβέλας, καθώς οι άνθρωποι απομακρύνονται, τα αντικείμενα έρχονται πιο κοντά. Καθώς οι άνθρωποι χάνουν την ικανότητα της τρυφερότητας, μια παρέα από αντικείμενα φτιάχνει ένα πλέγμα (εδώ θα το πω προστατευτικό, γιατί δεν έχει καθόλου τρομακτική διάσταση το ζωντάνεμα στο πλαίσιο του βιβλίου), ένα πλέγμα λοιπόν που μοιάζει με αγκαλιά. Πρόκειται φυσικά για ανθρώπους, μόνο με σκληρότερο περίβλημα, απαρατήρητους, που σφύζουν από αιωνιότητα.
Η συνάντηση των ψυχών
Τα τέσσερα αντικείμενα που νιώθουν και που μιλούν είναι: α) ένα καρβελάκι ψωμί· το ψωμί που ακούμπησε μια δούλα σε ένα κεραμικό πιάτο κι έπειτα σ’ ένα μαρμάρινο τραπέζι κάτω από την πέργκολα, όπου μια οικογένεια της Πομπηίας απολάμβανε τις διακοπές της β) η πέτρινη κλίνη όπου η πόρνη Ευπλοία υποδέχτηκε χιλιάδες άνδρες, ερωτεύτηκε έναν και έμεινε έγκυος, γ) ένας σηστέρτιος – ένα χάλκινο νόμισμα, που ζει τη ζωή του πλάνητα, αφού (όπως μας λέει η συγγραφέας) δεν προλαβαίνει να δει καμία ιστορία να ολοκληρώνεται αφού αλλάζει διαρκώς χέρια, μέχρι που καταλήγει άμορφος χυλός μετά την έκρηξη και δ) μια μεγάλη τοιχογραφία, αλλά τι τοιχογραφία! Η «μεγαλογραφία» στην Έπαυλη των Μυστηρίων που αναπαριστά είτε μια Διονυσιακή μύηση είτε τη σεξουαλική μύηση στο μυστήριο του γάμου είτε μια συμβολιστική αναπαράσταση της Άγνοιας και του τρόπου που μαστιγώνει τις ψυχές.
Χτίζοντας για ακόμα μια φορά μια αρραγή, άψογη δομή για να απλώσει την ιστορία της, η συγγραφέας σπάει το πνεύμα του ανιμισμού σε οκτώ μέρη. Τέσσερα κομμάτια για τα αντικείμενα και τέσσερα για τους ανθρώπους. Η πρώτη τετράδα στοιχίζεται στον χρόνο της αρχαιότητας και η δεύτερη τετράδα στη σύγχρονη εποχή. Ας μεταβούμε για λίγο στη δεύτερη ομάδα. Τα είδη των ανθρώπινων αφηγήσεων ποικίλλουν: Ένα ημερολόγιο για τη μεγαλύτερη ηρωίδα, τη φιλόλογο Σόνια. Μια καταγραφή ψυχαναλυτικών συνεδριών για τον Ανδρέα, τον μαθηματικό. Ένα γράμμα στον μελλοντικό εξηντάχρονο εαυτό της από τη Νεφέλη, την έφηβη μαθήτρια. Και μια τριτοπρόσωπη αφήγηση για την Κατερίνα, τη γυμνάστρια της οποίας το στήθος κινεί με διάφορους τρόπους τα νήματα της πλοκής.
Οι τέσσερις βασικοί ήρωες που ανήκουν στο σήμερα, πηγαίνουν ή αποφεύγουν να πάνε στην Πομπηία από την ίδια ανάγκη, τον έρωτα. Εξίσου τους κινεί και η ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους όταν τον φαντάζονται μέσα στον βασίλειο του έρωτα.
Ξαναθυμήθηκα λοιπόν τον εικοσάχρονο εαυτό μου στην Πομπηία για να αναβιώσω αυτή τη φορά τον διχασμό της νεαρής που περπατάει στην ηφαιστειακή πόλη έχοντας δύο πράγματα στο μυαλό της: τον αρχαιολογικό τόπο με τις υποσχέσεις του αφενός και ένα ζωντανό αγόρι παραδίπλα με τις δικές του υποσχέσεις αφετέρου. Η Μαρούτσου το ξέρει αυτό, γιατί ως συγγραφέας τοποθετεί πάντα τον φαντασιακό εαυτό της πολύ κοντά στη ζωή των ηρώων της, γι’ αυτό και δεν βρίσκεις ποτέ ασυνέπεια στον τρόπο που τους χτίζει. Η νουβέλα εκκινεί από την ανάγκη των καθημερινών ηρωικών σωμάτων που διασχίζουν τον ερωτικό τόπο (τόπο που ανήκει ταυτόχρονα στο βαθύ παρελθόν και στο Τώρα) κι είναι σώματα που έχουν προσδιοριστεί από τον έρωτα ως ζώα της δράσης και του πόθου. Οι τέσσερις βασικοί ήρωες που ανήκουν στο σήμερα, πηγαίνουν ή αποφεύγουν να πάνε στην Πομπηία από την ίδια ανάγκη, τον έρωτα. Εξίσου τους κινεί και η ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους όταν τον φαντάζονται μέσα στον βασίλειο του έρωτα. Ταυτόχρονα, μαζί με την προελαύνουσα ηλικία, αρχίζουν να τον τρέμουν – και γι’ αυτό, ο καθένας με τον τρόπο του, τον αποχαιρετά.
Δεν θα σταθώ στο χιούμορ της Μαρούτσου, που είναι εδώ σε θέση να συνοδεύσει τη διάχυτη μελαγχολία της σπονδυλωτής μας ιστορίας. Θα πω μόνο ότι παραμένει συμπαραστάτης, που γαργαλάει τον αναγνώστη, ακόμα κι όταν η συγγραφέας μιλάει με άνεση τη γλώσσα του ψωμιού και του νομίσματος, αλλά και τη γλώσσα της ενοχής, του πόθου και του φόβου.
Ονοματοδοσία
«Οι νεκροί χάνουν στο ταξίδι το όνομά τους. Το αφήνουν πίσω σαν λερωμένη εσθήτα ή σαν το κουκούλι που η πεταλούδα σχίζει για να πετάξει μακριά» λέει η πέτρινη κλίνη της Ευπλοίας. Η Μαρούτσου είναι αποφασισμένη να μην αφήσει τον θάνατο να κυριαρχήσει και με μια αιφνιδιαστική κίνηση, όσο και με βαφτιστική μανία, μοιράζει ονόματα, σαν δρεπανιές στο σώμα του Χάροντα. Στον Κήπο των φυγάδων αποδεικνύεται ανελέητη με τα ονόματα κι εμείς απολαμβάνουμε τις βουτιές στα βάθη της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας.
Βαφτίζουμε λοιπόν κάτι αγαπώντας το, το τραβάμε έξω από τη μάζα και το βάζουμε να πατήσει στα πόδια του, το βοηθούμε να αυτονομηθεί. Δεν είναι άραγε αυτή η δουλειά που έχει αναλάβει να κάνει η συγγραφέας;
Το ξενοδοχείο «Posilipo», δηλαδή Παυσίλυπο. Η Σόνια, από το sognare που σημαίνει ονειρεύομαι. Και η Νεφέλη λέει: «Το όνομά μου μου ταιριάζει τέλεια. Όχι γιατί είμαι φευγαλέα, αιθεροβάμων, άπιαστη. Από τα σύννεφα έχω πάρει την ικανότητα να εμφανίζω ό,τι φαντάζεται για μένα αυτός που με κοιτά.» Και αργότερα, η αναφορά στον Caulfield από το Φύλακας στη σίκαλη και ότι «caul είναι ο αμνιακός σάκος που προστατεύει τα έμβρυα». Η πόρνη Ευπλοία, που σημαίνει «καλό ταξίδι». Το Lupanar, φωλιά της λύκαινας, που είναι το πορνείο. Ο Αυτόλυκος, το έμβρυο που πιάστηκε στη φωλιά της Λύκαινας. Α! Και τα στήθη της πόρνης που ονομάστηκαν από τον εραστή: Λικινία και Λουκρητία – και πιο κάτω η Φαυστίνα το αιδοίο και βέβαια η Ποππαία.
Προσωπικά διαβάζω ως κρίσιμη στιγμή τη στιγμή που ο εραστής ονομάζει. Όπως γράφει η Μαρούτσου: «Βγάζοντας από την ανωνυμία το κοινόχρηστο κορμί της, το κατέστησε μοναδικό… Το ξαναέκανε δικό της». Βαφτίζουμε λοιπόν κάτι αγαπώντας το, το τραβάμε έξω από τη μάζα και το βάζουμε να πατήσει στα πόδια του, το βοηθούμε να αυτονομηθεί. Δεν είναι άραγε αυτή η δουλειά που έχει αναλάβει να κάνει η συγγραφέας; Να καλλιεργήσει έναν κήπο με όλα όσα μας διαφεύγουν, να φυσήξει από πάνω τους την τέφρα κι έτσι να τα αποσπάσει από την αιώνια σιωπή;
Η Βίλα των Μυστηρίων, η Οδός της Αφθονίας, η Οικία του Φαύνου, ο Κήπος των Φυγάδων, η Οικία με το Πλέγμα, η Οικία των Ελαφιών, το Σπίτι του Πετραδιού, η Οικία των δύο Εκατονταετιών. Μαγεμένη η συγγραφέας και οι ήρωές της από τα ονόματα που έδωσαν οι αρχαιολόγοι, συμπληρώνει «Η Πομπηία, δεν ξέρω αν το γνωρίζετε, είναι τεράστια. Μου φάνηκε αχανής. Χωρίς σαφή όρια. Έμοιαζε βγαλμένη όχι από την Ιστορία, αλλά από τη λογοτεχνία». Η Πομπηία βγαίνει λοιπόν όντως και από τη λογοτεχνία. Έβαλε το χεράκι της η Έλενα Μαρούτσου, κι έφτιαξε έναν ακόμα τόπο, που θα τον πω «Το βεστιάριο των ονομάτων». Στη συμβολή των Οδών Λικινίας και Λουκρητίας. Μέσα στον Κήπο των Φυγάδων. Για όσους φεύγουν αλλά κυρίως για όσους έρχονται.
*Η ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΓΙΑΝΝΟΥ είναι συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «R.I.F. – Ο θάνατος στο φέισμπουκ» (εκδ. Στερέωμα).
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και τις Εικαστικές Τέχνες στο Ρέντινγκ της Αγγλίας.

Στο συγγραφικό της έργο περιλαμβάνονται: Του ύψους και του βάθους (Αλεξάνδρεια 1998), Οι προδοσίες των ονομάτων (Αλεξάνδρεια 2004), Μεταξύ συρμού και αποβάθρας (Καστανιώτης 2008, Βραβείο Μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature 2009), ΤΟ ΝØΗΜΑ (Κέδρος 2010), Οι χυδαίες ορχιδέες (Κίχλη 2015), Δύο (Κίχλη 2018), Θηριόμορφοι (Πόλις 2022, λίστα του ελληνικού PEN με τα δέκα καλύτερα βιβλία γυναικών συγγραφέων), Το εξιλαστήριο θαύμα. Μια ιστορία σε πενήντα μία βαλίτσες _(Κίχλη 2022, Βραβείο Πεζογραφίας του περιοδικού Κλεψύδρα 2023), _Το Ντόμινο. Η τέχνη των αλυσιδωτών πτώσεων (Κίχλη, 2024).
Ο κήπος των φυγάδων είναι το δέκατο βιβλίο της.























